Σύνταγμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα

Σύνταγμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (1981)
Κοινοβούλιο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα
Εγκρίθηκε στις 31 Ιουλίου 1981. Τέθηκε σε ισχύ στις 31 Οκτωβρίου 1981.


Πίνακας περιεχομένων 
Άρθρα:
Προοίμιο
Κεφάλαιο I. Το κράτος και το Σύνταγμα
Κεφάλαιο II. Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων
Κεφάλαιο III. Ο Γενικός Κυβερνήτης
Κεφάλαιο IV. Κοινοβούλιο
Κεφάλαιο V. Εκτελεστικές εξουσίες
Κεφάλαιο VI. Οικονομικά
Κεφάλαιο VII. Δημόσιος Τομέας
Κεφάλαιο VIII. Ιθαγένεια
Κεφάλαιο IX. Δικαστικές διατάξεις
Κεφάλαιο X. Διάφορα
Παράρτημα 1
Παράρτημα 2
Παράρτημα 3

ΠροοίμιοΕπεξεργασία

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ΟΤΙ ο λαός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα:

  1. διακηρύσσει ότι είναι ένα κυρίαρχο έθνος που βασίζεται σε αρχές που αναγνωρίζουν την υπεροχή του Θεού, την αξιοπρέπεια και την αξία του ανθρώπου, το δικαίωμα όλων των προσώπων στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου, τη θέση της οικογένειας σε μια κοινωνία ελεύθερων ανδρών και γυναικών και ελεύθερων θεσμών.
  2. σέβεται τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και, κατά συνέπεια, πιστεύει ότι η λειτουργία του οικονομικού τους συστήματος πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την κατανομή των υλικών πόρων της κοινότητάς του έτσι ώστε να εξυπηρετούν το κοινό καλό, να υπάρχουν επαρκή μέσα διαβίωσης για όλους, δεν θα πρέπει να εκμεταλλεύεται ή να αναγκάζεται από οικονομική αναγκαιότητα να λειτουργήσει σε απάνθρωπες συνθήκες, αλλά ότι πρέπει να υπάρχει ευκαιρία για πρόοδο με βάση την αναγνώριση της αξίας, της ικανότητας και της ακεραιότητας.
  3. επιβεβαιώνει την πεποίθησή του ότι η ευτυχία και η ευημερία του μπορεί να επιδιωχθεί καλύτερα σε μια δημοκρατική κοινωνία στην οποία όλα τα άτομα μπορούν, στο βαθμό της ικανότητάς τους, να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στον δημόσιο βίο.
  4. αναγνωρίζει ότι ο νόμος συμβολίζει τη συνείδηση ​​του κοινού, ότι κάθε πολίτης του οφείλει αδιαίρετη πίστη να μην περιορίζεται από τις ιδιωτικές απόψεις της δικαιοσύνης ή της σκοπιμότητας και ότι το κράτος υπόκειται στον νόμο.
  5. επιθυμεί τη δημιουργία ενός πλαισίου υπέρτατου δικαίου στο οποίο διασφαλίζονται τα απαράγραπτα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, μεταξύ των οποίων τα δικαιώματα στην ελευθερία, την περιουσία, την ασφάλεια και τη νομική αποκατάσταση των διαμαρτυριών, καθώς και την ελευθερία λόγου, του τύπου και του συνέρχεσθαι, υπό την επιφύλαξη μόνο του δημοσίου συμφέροντος:

ΠΛΕΟΝ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, οι ακόλουθες διατάξεις ισχύουν ως το Σύνταγμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα:

Κεφάλαιο I. Το κράτος και το ΣύνταγμαΕπεξεργασία

1. Το κράτος και το έδαφός του

  1. Η Αντίγκουα και η Μπαρμπούντα είναι ένα ενιαίο κυρίαρχο δημοκρατικό κράτος.
  2. Το έδαφος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα περιλαμβάνει τα νησιά Αντίγκουα, Μπαρμπούντα και Ρεντόντα και όλες τις άλλες περιοχές που ανήκαν στην Αντίγκουα στις 31 Οκτωβρίου 1981, καθώς και άλλες περιοχές που μπορούν να δηλωθούν από Νόμο του Κοινοβουλίου ως μέρος της επικράτειας της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

2. Το Σύνταγμα ως υπέρτατος νόμος Το Σύνταγμα αυτό είναι ο ανώτατος νόμος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, εάν οποιοσδήποτε άλλος νόμος είναι ασυμβίβαστος με το Σύνταγμα αυτό, το Σύνταγμα αυτό υπερισχύει και ο άλλος νόμος, στο βαθμό της ασυνέπειας, είναι άκυρος.

Κεφάλαιο II. Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμωνΕπεξεργασία

3. Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου Κάθε άτομο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα δικαιούται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, δηλαδή το δικαίωμα, ανεξάρτητα από τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, τις πολιτικές απόψεις ή τις πεποιθήσεις, το χρώμα, τη θρησκεία ή το φύλο, αλλά υπόκειται σε σεβασμό για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων και για το δημόσιο συμφέρον, ολοκληρωτικά και σε όλα τα ακόλουθα:

  1. η ζωή, η ελευθερία, η ασφάλεια του ατόμου, η απόλαυση της περιουσίας και η προστασία του νόμου.
  2. η ελευθερία συνείδησης, έκφρασης (συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του τύπου) και της ειρηνικής συγκέντρωσης και διασύνδεσης, και
  3. η προστασία της οικογενειακής ζωής, της προσωπικής του ιδιωτικής ζωής, της ιδιωτικότητας της κατοικίας του και άλλων περιουσιακών στοιχείων και της στέρησης περιουσίας χωρίς δίκαιη αποζημίωση.

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν για την προστασία των προαναφερθέντων δικαιωμάτων και ελευθεριών, με την επιφύλαξη των περιορισμών αυτής της προστασίας που περιέχονται στις διατάξεις αυτές, ως περιορισμών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της απόλαυσης των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών από κάθε άτομο και δεν προδικάζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων ή το δημόσιο συμφέρον.

4. Προστασία του δικαιώματος στη ζωή

  1. Κανένα άτομο δεν στερείται τη ζωή του εκ προθέσεως εκτός από την εκτέλεση ποινής δικαστηρίου για εγκλήματα προδοσίας ή δολοφονίας για τα οποία έχει καταδικαστεί.
  2. Ένα άτομο δε θεωρείται ότι έχει στερηθεί τη ζωή του κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εάν πεθάνει ως αποτέλεσμα της χρήσης, στο βαθμό και υπό τις περιστάσεις που επιτρέπονται από τον νόμο, τέτοιας εξουσίας που δικαιολογείται:
  3. για την υπεράσπιση οποιουδήποτε προσώπου από τη βία ή για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας,
  4. προκειμένου να πραγματοποιηθεί νόμιμη σύλληψη ή να αποφευχθεί η διαφυγή προσώπου νόμιμα κρατούμενου,
  5. με σκοπό την καταστολή μιας εξέγερσης, διαδήλωσης ή ανταρσίας, ή
  6. προκειμένου να εμποδίσει νομίμως το εκ μέρους του εν λόγω προσώπου ποινικό αδίκημα,

ή αν πεθάνει ως αποτέλεσμα νόμιμης πράξης πολέμου.

5. Προστασία του δικαιώματος προσωπικής ελευθερίας

  1. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την προσωπική του ελευθερία εκτός από τις περιπτώσεις που επιτρέπεται από τον νόμο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. λόγω της ανικανότητάς του να επικαλεσθεί ποινική δίωξη,
    2. σε εκτέλεση της ποινής ή της απόφασης δικαστηρίου, είτε είναι εγκατεστημένο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα είτε σε κάποια άλλη χώρα, σε σχέση με ποινικό αδίκημα του οποίου έχει καταδικαστεί,
    3. με την εκτέλεση εντολής του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Εφετείου ή άλλου δικαστηρίου που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο για λόγους προσβολής του δικαστηρίου αυτού ή άλλου δικαστηρίου,
    4. με την εκτέλεση εντολής του δικαστηρίου που εκδόθηκε προκειμένου να εξασφαλίσει την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται από τον νόμο,
    5. με σκοπό να τον φέρει ενώπιον δικαστηρίου κατ' εκτέλεση εντολής του δικαστηρίου,
    6. κατόπιν εύλογης υποψίας ότι έχει διαπράξει ή ότι πρόκειται να διαπράξει ποινικό αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,
    7. με απόφαση του δικαστηρίου ή με τη συγκατάθεση του γονέα ή του κηδεμόνα του, για την εκπαίδευσή του ή την κοινωνική πρόνοια του κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου που λήγει το αργότερο από την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνει την ηλικία των δεκαοκτώ ετών,
    8. με σκοπό την πρόληψη της εξάπλωσης μολυσματικής ή μεταδοτικής ασθένειας,
    9. στην περίπτωση προσώπου που είναι, ή ευλόγως υποψιάζεται να είναι, διαταραγμένης νοημοσύνης, εθισμένος στα ναρκωτικά ή το οινόπνευμα, ή σε ένα άτομο, για τη φροντίδα ή τη θεραπεία του ή για την προστασία της κοινότητας,
    10. με σκοπό την πρόληψη της παράνομης εισόδου αυτού του προσώπου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή με σκοπό την απομάκρυνση, έκδοση ή άλλη νόμιμη απομάκρυνση αυτού του προσώπου από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή με σκοπό τον περιορισμό του εν λόγω προσώπου κατά τη μεταφορά του μέσω της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα κατά τη διάρκεια της έκδοσής του ή της απομάκρυνσής του ως καταδικασθέντος φυλακισμένου από τη μία χώρα στην άλλη, ή
    11. στον βαθμό που είναι απαραίτητο για την εκτέλεση νόμιμης εντολής που απαιτεί να παραμείνει αυτός σε συγκεκριμένη περιοχή εντός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή να του απαγορευθεί να βρίσκεται εντός ενός τέτοιου χώρου ή σε βαθμό που να δικαιολογείται λογικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας κατά του εν λόγω προσώπου σχετικά με την έκδοση οποιασδήποτε τέτοιας διαταγής ή σχετικής με τέτοια εντολή μετά την πραγματοποίησή της ή σε βαθμό που δικαιολογείται για τον περιορισμό του προσώπου αυτού κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε επίσκεψης που του επιτρέπεται να κάνει σε οποιοδήποτε τμήμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, στην οποία, ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε τέτοιας διατάξεως, η παρουσία του θα ήταν αλλιώς παράνομη.
  2. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται ενημερώνεται προφορικά και γραπτά, το συντομότερο δυνατόν, σε γλώσσα την οποία κατανοεί, για τον λόγο της σύλληψής του ή της κράτησής του.
  3. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται έχει το δικαίωμα, σε οποιοδήποτε στάδιο και με δικά του έξοδα, να διαθέτει υποστήριξη και να αναθέτει χωρίς καθυστέρηση σε δικηγόρο της επιλογής του και να διατηρεί ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του και, στην περίπτωση που είναι ανήλικος πρέπει επίσης να έχει εύλογη ευκαιρία επικοινωνίας με τον γονέα ή τον κηδεμόνα του.
  4. Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται, δεν απαιτείται εκτεταμέν εγγύηση στις περιπτώσεις που χορηγείται εγγύηση.
  5. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται:
    1. με σκοπό να έρθει ενώπιον δικαστηρίου κατ' εκτέλεση της εντολής του δικαστηρίου, ή
    2. κατόπιν εύλογης υποψίας ότι έχει διαπράξει ή πρόκειται να διαπράξει ποινικό αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,

και ο οποίος δεν αποδεσμεύεται, προσάγεται ενώπιον του δικαστηρίου εντός σαράντα οκτώ ωρών από την κράτηση του και, κατά τον υπολογισμό του χρόνου για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, αποκλείονται οι Κυριακές και οι αργίες.

  1. Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται όπως αναφέρεται στο εδάφιο (5) (2) αυτού του άρθρου δεν δικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τότε, με την επιφύλαξη τυχόν περαιτέρω διαδικασιών που μπορεί να ασκηθούν εναντίον του, αποδεσμεύεται είτε άνευ όρων ή υπό εύλογους όρους, περιλαμβανομένων ιδίως των προϋποθέσεων που είναι ευλόγως αναγκαίες για να εξασφαλιστεί ότι θα εμφανιστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία για δίκη ή για προκαταρκτική διαδικασία και, με την επιφύλαξη του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν εγγύηση.
  2. Κάθε πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται ή κρατείται παράνομα από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δικαιούται, με την επιφύλαξη τυχόν προβλεπόμενων από τον νόμο εξαιρέσεων, να αποζημιωθεί για την παράνομη αυτή σύλληψη ή κράτηση από το άτομο που έκανε τη σύλληψη ή πραγματοποίησε την κράτηση, από κάθε πρόσωπο ή αρχή για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε ή τα πρόσωπα που πραγματοποίησαν τη σύλληψη ή την κράτηση ή και από τους δύο:

Υπό τον όρο ότι ένας δικαστής, ανακριτής ή ειρηνοδίκης ή υπάλληλος δικαστηρίου ή αστυνομικός που ενεργεί κατ' εντολή δικαστή, ανακριτή ή ειρηνοδίκη δεν υπόκειται σε καμία προσωπική ευθύνη πληρωμής η αποζημίωσης δυνάμει του παρόντος εδαφίου ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης που εκτελεί καλόπιστα κατά την άσκηση των καθηκόντων του και η ευθύνη καταβολής οποιασδήποτε τέτοιας αποζημίωσης ως συνέπεια οποιασδήποτε τέτοιας πράξης είναι ευθύνη του Στέμματος.

  1. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (2) αυτού του άρθρου, πρόσωπο κατηγορούμενο για ποινικό αδίκημα για το οποίο έχει επιστραφεί ειδική ετυμηγορία ότι ήταν ένοχος της πράξης ή της παράλειψης που κατηγορήθηκε, αλλά ήταν παράλογο όταν έκανε την πράξη ή την παράλειψη θεωρείται ως πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα και η κράτηση του εν λόγω προσώπου ως συνέπεια μιας τέτοιας ετυμηγορίας θεωρείται ως κράτηση κατ' εκτέλεση της εντολής του δικαστηρίου.

6. Προστασία από δουλεία και καταναγκαστική εργασία

  1. Κανένας δεν πρέπει να κρατείται σε δουλεία ή καταναγκαστική εργασία.
  2. Κανένα πρόσωπο δεν υποχρεούται να εκτελεί καταναγκαστική εργασία.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έκφραση «καταναγκαστική εργασία» δεν περιλαμβάνει:
    1. κάθε εργασία που απαιτείται λόγω ποινής ή δικαστικής απόφασης,
    2. κάθε εργασία που απαιτείται από οποιονδήποτε κατά τη νόμιμη κράτηση του, η οποία όμως δεν απαιτείται λόγω της ποινής ή της δικαστικής απόφασης, και είναι ευλόγως αναγκαία για λόγους υγιεινής ή για τη διατήρηση του τόπου στον οποίο κρατείται,
    3. κάθε εργασία που απαιτείται από ένα μέλος ένοπλης δύναμης για την άσκηση των καθηκόντων του ως τέτοιο ή, στην περίπτωση προσώπου που έχει αντιρρήσεις συνείδησης να υπηρετήσει ως μέλος ναυτικής, στρατιωτικής ή αεροπορικής δύναμης, κάθε εργασία που απαιτείται για το πρόσωπο αυτό σύμφωνα με τον νόμο, ώστε να αντικαταστήσει την υπηρεσία αυτή,
    4. κάθε εργασία που απαιτείται κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου δημόσιας έκτακτης ανάγκης ή, σε περίπτωση οιασδήποτε άλλης έκτακτης ανάγκης ή καταστροφής που απειλεί τη ζωή και την ευημερία της κοινότητας, στον βαθμό που η απαίτηση αυτής της εργασίας δικαιολογείται εύλογα υπό τις περιστάσεις οποιασδήποτε κατάστασης που προκύπτουν ή υπάρχουν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ή ως αποτέλεσμα αυτής της άλλης έκτακτης ανάγκης ή καταστροφής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.

7. Προστασία από απάνθρωπη μεταχείριση

  1. Κανένα πρόσωπο δεν υπόκειται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή σε άλλη τέτοια μεταχείριση.
  2. Τίποτε που δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την εξουσία οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με αυτό το άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιτρέπει την επιβολή οποιασδήποτε περιγραφής της τιμωρίας που ήταν νόμιμη στην Αντίγκουα στις 31 Οκτωβρίου 1981.

8. Προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας

  1. Οποιοδήποτε άτομο δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης σε όλη την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα διαμονής σε οποιοδήποτε μέρος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα εισόδου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και η ασυλία απέλασης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  2. Οποιοσδήποτε περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία ενός ατόμου που εμπλέκεται στη νόμιμη κράτηση του δεν θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστος ή παραβιάζει το παρόν άρθρο.
  3. Οτιδήποτε που δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. για την επιβολή περιορισμών στις μετακινήσεις ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε προσώπου ή στο δικαίωμα κάποιου προσώπου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα που είναι εύλογα αναγκαία προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης,
    2. για την επιβολή περιορισμών στις μετακινήσεις ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε άτομα γενικά ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας ή, όσον αφορά το δικαίωμα αποχώρησης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, για την εξασφάλιση της τήρησης οποιασδήποτε διεθνούς υποχρέωσης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, τα στοιχεία της οποίας έχουν υποβληθεί ενώπιον του Σώματος και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ενδεχομένως, υπό την αιγίδα του, αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία,
    3. για την επιβολή περιορισμών, με εντολή δικαστηρίου, για τη μετακίνηση ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε προσώπου ή για το δικαίωμα κάποιου ατόμου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα είτε λόγω του ότι έχει κριθεί ένοχο ποινικού αδικήματος σύμφωνα με νόμο ή με σκοπό να εξασφαλίσει ότι θα εμφανιστεί ενώπιον δικαστηρίου σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να δικαστεί ένα τέτοιο ποινικό αδίκημα ή για διαδικασία σχετικά με την έκδοσή του ή τη νόμιμη απομάκρυνσή του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα,
    4. για την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων που δεν είναι υπήκοοι της χώρας,
    5. για την επιβολή περιορισμών στην απόκτηση ή χρήση από οποιοδήποτε πρόσωπο γης ή άλλου ακινήτου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ·
    6. για την επιβολή περιορισμών στη μετακίνηση ή τη διαμονή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για το δικαίωμα απομάκρυνσης από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού που είναι ευλόγως αναγκαία για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του,
    7. για την απομάκρυνση ενός προσώπου από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ώστε να δικαστεί ή να τιμωρηθεί σε κάποια άλλη χώρα για ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το δίκαιο αυτής της χώρας ή να υποβληθεί σε φυλάκιση σε κάποια άλλη χώρα για την εκτέλεση της ποινής ενός δικαστηρίου για ποινικό αδίκημα βάσει νόμου του οποίου έχει καταδικαστεί, ή
    8. για την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να εγκαταλείψει την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, τα οποία είναι ευλόγως αναγκαία για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης οποιωνδήποτε υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο πρόσωπο αυτό από τον νόμο και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το συμβάν που έλαβε χώρα υπό τη δικαιοδοσία του αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία.
  4. Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η ελευθερία κυκλοφορίας έχει περιοριστεί δυνάμει μιας τέτοιας διάταξης όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) (1) του παρόντος άρθρου, μπορεί να ζητηθεί ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του περιορισμού αυτού, το νωρίτερο δύο μήνες αφότου επιβλήθηκε ο περιορισμός ή δύο μήνες μετά την τελευταία υποβολή τέτοιας αίτησης, και η περίπτωσή του θα επανεξεταστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο αποτελούμενο από έναν πρόεδρο ο οποίος είναι νομικός επαγγελματίας τουλάχιστον επτά ετών από το Ανώτατο Δικαστήριο και από δύο άλλα μέλη που ορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη και ενεργούν κατά την κρίση του.
  5. Σε περίπτωση ελέγχου από δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου της υπόθεσης κάθε προσώπου του οποίου η ελευθερία κυκλοφορίας έχει περιοριστεί, το δικαστήριο μπορεί να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με την αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα της συνέχισης του περιορισμού αυτού την αρχή από την οποία διατάχθηκε και, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η εν λόγω αρχή είναι υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές.

9. Προστασία από στέρηση ιδιοκτησίας

  1. Κανένα περιουσιακό στοιχείο οποιασδήποτε μορφής δεν πρέπει να αποκτάται υποχρεωτικά και δεν αποκτάται υποχρεωτικά κανένα περιουσιακό συμφέρον ή δικαίωμα επί περιουσίας ή περιουσίας οποιασδήποτε μορφήςεκτός από τη δημόσια χρήση και εκτός από τις διατάξεις ενός νόμου που εφαρμόζεται σε αυτό της κατοχής ή της απόκτησης και για την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  2. Κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον ή δικαίωμα επί ή πάνω σε ακίνητα τα οποία βρίσκονται υποχρεωτικά στην κατοχή τους ή των οποίων το συμφέρον ή το δικαίωμα σε ή για οποιοδήποτε αγαθό έχει αποκτηθεί υποχρεωτικά αποκτά το δικαίωμα πρόσβασης στο Ανώτατο Δικαστήριο για:
    1. τον προσδιορισμό του συμφέροντος ή του δικαιώματός του, τη νομιμότητα της κατοχής ή της απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου, του τόκου ή του δικαιώματος και το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται, και
    2. τον σκοπό της απόκτησης αυτής της αποζημίωσης:

Υπό την προϋπόθεση ότι, εφόσον το Κοινοβούλιο το προβλέπει σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου, το δικαίωμα πρόσβασης είναι υπό μορφή ένδικο μέσο (που μπορεί να ασκηθεί κατά δικαία περίπτωση σε πρόσωπο του ενδιαφερομένου ή του δικαιώματος ή επί του περιουσιακού στοιχείου) από δικαστήριο ή αρχή διαφορετική από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας για να προσδιορίσει το ζήτημα αυτό.

  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με την πρακτική και τη διαδικασία του Ανώτατου Δικαστηρίου ή άλλου δικαστηρίου ή αρχής σε σχέση με τη δικαιοδοσία που απονέμεται στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου ή ασκείται από το άλλο δικαστήριο ή (περιλαμβανομένων κανόνων σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ή να ασκηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο ή αιτήσεις προς τα άλλα δικαστήρια ή αρχές).
  2. Οτιδήποτε δεν περιέχεται σε ή δε γίνεται σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου πρέπει να θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου:
    1. στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την κατοχή ή την απόκτηση οποιασδήποτε περιουσίας, συμφέροντος ή δικαιώματος:
      1. ικανοποιώντας οποιονδήποτε φόρο, επιτόκιο ή οφειλόμενο ποσό,
      2. ως κυρώσεις για παραβίαση του νόμου ή καταπίεση λόγω παραβίασης του νόμου,
      3. ως περιστατικό εκμίσθωσης, μίσθωσης, υποθήκης, χρέωσης, πώλησης, δέσμευσης ή σύμβασης,
      4. στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή κρίσεων σε διαδικασίες για τον καθορισμό πολιτικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων,
      5. σε περιπτώσεις όπου είναι ευλόγως απαραίτητο να διαπραχθεί, επειδή η ιδιοκτησία βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση ή ενδέχεται να είναι επιβλαβής για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών,
      6. ως συνέπεια οποιουδήποτε νόμου σχετικά με τον περιορισμό των ενεργειών,
      7. για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο για τους σκοπούς οποιασδήποτε εξέτασης, έρευνας, δίκης ή μελέτης ή, στην περίπτωση γης, για την εκτέλεση εργασιών προστασίας του εδάφους ή διατήρησης άλλων φυσικών πόρων ή εργασιών που σχετίζονται με την ανάπτυξη ή τη βελτίωση της γεωργίας (που είναι εργασία που σχετίζεται με την ανάπτυξη ή τη βελτίωση που έχει απαιτήσει ο ιδιοκτήτης ή ο καταθέτης της γης και έχει προβεί σε αποτυχία ή απέτυχε να διεξαχθεί)
και εκτός εάν η διάταξη ή, ενδεχομένως, η πράξη που έλαβε χώρα βάσει της αρχής αυτής αποδεικνύεται ότι δε δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία,
    1. στο μέτρο που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την ανάληψη ή απόκτηση οποιουδήποτε από τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία (περιλαμβανομένου και του συμφέροντος ή του δικαιώματος επί ακινήτων), δηλαδή:
      1. ξένη ιδιοκτησία,
      2. περιουσία ενός αποθανόντος, ενός ατόμου που έχει διαταραγμένη νοημοσύνη ή ενός προσώπου που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των δεκαοκτώ ετών, με σκοπό τη διευθέτησή του προς όφελος των δικαιούχων του επωφελούμενου συμφέροντος,
      3. ιδιοκτησία ενός προσώπου που κηρύσσεται σε πτώχευση ή ενός νομικού προσώπου υπό εκκαθάριση, με σκοπό τη διευθέτησή του προς όφελος των πιστωτών του πτωχεύσαντος ή του εταιρικού σώματος και, με την επιφύλαξη αυτών, προς όφελος άλλων προσώπων που δικαιούνται ιδιοκτησία, ή
      4. περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε τραστ, με σκοπό την κατοχύρωση του περιουσιακού στοιχείου σε πρόσωπα τα οποία ορίζονται ως διαχειριστές βάσει της πράξης δημιουργίας του καταστατικού ή από δικαστήριο ή με εντολή δικαστηρίου για την εκτέλεση του τραστ.
  1. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιασδήποτε νομοθεσίας που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει την υποχρεωτική κατοχή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή την υποχρεωτική απόκτηση οποιουδήποτε συμφέροντος ή δικαιώματος επί ακινήτου ή επί περιουσίας, όταν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, τόκος ή δικαίωμα κατέχονται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο δεν έχουν επενδυθεί ποσά εκτός από τα χρήματα που έχει παράσχει το Κοινοβούλιο ή οποιοσδήποτε θεσμοθετημένος νομοθέτης για την πρώην αποικία ή συνδεδεμένη πολιτεία της Αντίγκουα.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η «χρήση» είναι «δημόσια» εάν πρόκειται να οδηγήσει ή έχει αποτέλεσμα σε όφελος ή όφελος για το κοινό και, με την επιφύλαξη της γενικότητάς του, περιλαμβάνει κάθε χρήση που επηρεάζει τη φυσική, ή αισθητική ευημερία του κοινού.

10. Προστασία προσώπου ή περιουσίας από αυθαίρετη έρευνα ή είσοδο

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν υπόκειται σε έρευνα του ατόμου του ή της περιουσίας του ή σε είσοδο άλλων στην οικία του.
  2. Οποιοδήποτε στοιχείο που δεν περιέχεται ή δεν έχει πραγματοποιηθεί υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, η δημόσια ηθική, τη δημόσια υγεία, τα δημόσια έσοδα, τον χωροταξικό σχεδιασμό ή την ανάπτυξη και αξιοποίηση των αγαθών κατά τρόπο που να προωθεί το δημόσιο συμφέρον,
    2. την εξουσιοδότηση μιας υπηρεσίας ή ενός υπαλλήλου της Κυβέρνησης, έναν οργανισμό τοπική αυτοδιοίκησης ή μια νομική οντότητα που έχει συσταθεί από τον νόμο για δημόσιους σκοπούς να εισέλθει στις εγκαταστάσεις οποιουδήποτε προσώπου για να επιθεωρήσει τους χώρους αυτούς ή οτιδήποτε άλλο σχετικά με τους φόρους, οφείλεται για να εκτελέσει εργασίες που σχετίζονται με οποιαδήποτε ιδιοκτησία που βρίσκεται νόμιμα στις εγκαταστάσεις αυτές και ανήκει στην κυβέρνηση ή στην εν λόγω αρχή ή οργανισμό, ανάλογα με την περίπτωση,
    3. ότι είναι ευλόγως αναγκαίο για την πρόληψη ή τον εντοπισμό εγκλημάτων,
    4. ότι είναι ευλόγως αναγκαίο για την προστασία των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών άλλων προσώπων, ή
    5. ότι εξουσιοδοτεί , για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ή της διαταγής δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία, την αναζήτηση οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας με δικαστική απόφαση ή είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο με τέτοια εντολή,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ενδεχομένως, οτιδήποτε γίνεται βάσει της αρχής αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

11. Προστασία της ελευθερίας συνείδησης

  1. Εκτός από την περίπτωση που υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν θα παρεμποδίζεται στην απόλαυση της ελευθερίας του συνείδησης και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η εν λόγω ελευθερία περιλαμβάνει την ελευθερία της σκέψης και της θρησκείας, την ελευθερία αλλαγής της θρησκείας ή των πεποιθήσεών της και την ελευθερία, είτε μόνος είτε σε κοινότητα με άλλους, και τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, να εκδηλώσει και να διαδώσει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του στη λατρεία, τη διδασκαλία, την πρακτική και την ιεροτελεστία.
  2. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του (ή εάν είναι κάτω από την ηλικία των δεκαοκτώ ετών, με τη συγκατάθεση του γονέα ή του κηδεμόνα του), κανένα άτομο που δεν παρευρίσκεται σε κανέναν τόπο εκπαίδευσης υποχρεούται να λαμβάνει θρησκευτική διδασκαλία ή να συμμετέχει ή να λαμβάνει μέρος σε κάθε θρησκευτική τελετή ή ιεροτελελετία, εάν αυτή η διδαχή, τελετή ή ιεροτελεστία αφορά θρησκεία διαφορετική από τη δική του.
  3. Κανένας δεν υποχρεούται να ορκισθεί αντίθετα προς τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του ή να ορκιστεί κατά τρόπο αντίθετο προς τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του.
  4. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο νόμος αυτός προβλέπει ότι είναι ευλόγως υποχρεωτικό:
    1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
    2. με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να παρακολουθούν και να ασκούν οποιαδήποτε θρησκεία χωρίς την ανεπιθύμητη παρέμβαση μελών οποιασδήποτε άλλης θρησκείας,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

  1. Η μνεία σε οποιαδήποτε θρησκεία σε αυτή την ενότητα πρέπει να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει αναφορές σε θρησκευτική ονομασία και οι συγγενείς εκφράσεις ερμηνεύονται αναλόγως.

12. Προστασία της ελευθερίας έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του τύπου

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεσή του, κανένα πρόσωπο δεν θα παρεμποδίζεται στην απόλαυση της ελευθερίας της έκφρασης του.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η εν λόγω ελευθερία περιλαμβάνει την ελευθερία να διατηρούνται οι απόψεις χωρίς παρέμβαση, η ελευθερία λήψης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρεμβολή, η ελευθερία διάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρεμβάσεις (είτε η διάδοση γίνεται στο κοινό γενικά είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή κατηγορία ατόμων) και η ελευθερία από την παρέμβαση στην αλληλογραφία του ή σε άλλα μέσα επικοινωνίας.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έκφραση μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή ή με κωδικούς, σήματα, σημάδια ή σύμβολα και περιλαμβάνει εγγραφές, εκπομπές (είτε ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές), έντυπες δημοσιεύσεις, φωτογραφίες (ακίνητες ή κινούμενες), σχέδια, ανάγλυφα και γλυπτά ή οποιοδήποτε άλλο μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.
  4. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στο βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. ότι είναι ευλόγως απαραίτητο:
      1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
      2. με σκοπό την προστασία της φήμης, των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων ή της ιδιωτικής ζωής των προσώπων που εμπλέκονται σε δικαστικές διαδικασίες και διαδικασίες ενώπιον των καταστατικών δικαστηρίων, αποτρέποντας την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, τη διατήρηση της εξουσίας και της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου και των δικαστηρίων, ή τη ρύθμιση της τηλεφωνίας, των ταχυδρομείων, των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ή άλλων μέσων επικοινωνίας, των δημόσιων διασκεδάσεων, των δημόσιων εκδηλώσεων, ή
    2. ότι επιβάλλει περιορισμούς στους δημόσιους υπαλλήλους που είναι ευλόγως διατεταγμένοι για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

13. Προστασία της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι

  1. Εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεση του, κανείς δεν μπορεί να παρεμποδιστεί στην απόλαυση της ελευθερίας του για ειρηνικό συνέρχεσθαι και συνεταιρισμό, δηλαδή το δικαίωμά του να συγκεντρώνεται ελεύθερα και ειρηνικά και να συνδέεται με άλλα πρόσωπα και ιδίως να σχηματίζει ή να ανήκει σε εμπορικά συνδικάτα ή άλλες ενώσεις για την προαγωγή και προστασία των συμφερόντων του.
  2. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει πραγματοποιηθεί υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το παρόν άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει:
    1. ότι είναι ευλόγως απαραίτητο:
      1. προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας υγείας, ή
      2. με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών άλλων προσώπων, ή
    2. που επιβάλλει περιορισμούς στους δημόσιους υπαλλήλους που είναι ευλόγως διατεταγμένοι για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους,

και εκτός εάν η διάταξη αυτή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός που έγινε βάσει της ισχύος αυτής αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογείται εύλογα σε μια δημοκρατική κοινωνία.

14. Προστασία από διακρίσεις λόγω φυλής, φύλου κλπ.

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (4), (5) και (7) του παρόντος άρθρου, κανένας νόμος δεν θεσπίζει καμία διάταξη που εισάγει διακρίσεις ούτε από μόνη της ούτε από την ισχύ της.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (6), (7) και (8) του παρόντος άρθρου, κανένα πρόσωπο δεν τυγχάνει διακριτικής μεταχείρισης από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κατά την εκτέλεση καθηκόντων οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή οποιασδήποτε δημόσιας αρχής.
  3. Σε αυτό το άρθρο, η έννοια «διακριτική μεταχείριση» σημαίνει διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών προσώπων που αποδίδονται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στις αντίστοιχες περιγραφές τους ανά φυλή, τόπο καταγωγής, πολιτικές απόψεις ή πεποιθήσεις, χρώμα, πίστη ή φύλο, υπόκεινται σε αναπηρίες ή περιορισμούς στους οποίους δεν υπόκεινται πρόσωπα άλλης τέτοιας περιγραφής ή χορηγούνται προνόμια ή πλεονεκτήματα που δεν παρέχονται σε πρόσωπα άλλης τέτοιας περιγραφής.
  4. Το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε κανέναν νόμο, εφόσον ο νόμος προβλέπει:
    1. τη διάθεση δημόσιων εσόδων ή άλλων δημόσιων κεφαλαίων,
    2. διατάξεις για πρόσωπα που δεν είναι υπήκοοι της χώρας, ή
    3. διατάξεις στις οποίες πρόσωπα οποιασδήποτε περιγραφής όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) αυτού του άρθρου μπορούν να υποστούν οποιαδήποτε αναπηρία ή περιορισμό ή να τους χορηγηθεί οποιοδήποτε προνόμιο ή πλεονέκτημα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης τους και των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν τα πρόσωπα αυτά ή πρόσωπα οποιασδήποτε άλλης τέτοιας περιγραφής, για οτιδήποτε δικαιολογείται ευλόγως σε μια δημοκρατική κοινωνία.
  5. Οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται σε κανένα νόμο πρέπει να θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή κατά παράβαση του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου στον βαθμό που προβλέπει διατάξεις σχετικά με τα προσόντα (δεν είναι προσόντα που αφορούν ειδικά τη φυλή, τον τόπο καταγωγής, την πολιτική γνώση ή αλληλεγγύη, χρώμα, πίστη ή φύλο) για υπηρεσία ως δημόσιος υπάλληλος ή ως μέλος ένοπλης δύναμης ή σε υπηρεσία τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμού που έχει συσταθεί με νόμο για δημόσιους σκοπούς.
  6. Το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε οτιδήποτε ρητώς ή με την απαραίτητη προϋπόθεση επιτρέπεται να γίνει με οποιαδήποτε τέτοια διάταξη του νόμου όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) ή (5) αυτού του άρθρου.
  7. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με αυτό το άρθρο στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος προβλέπει ότι πρόσωπα οποιασδήποτε περιγραφής όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου μπορεί να υπόκεινται σε οποιοδήποτε περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8, 10, 11, 12 και 13 του παρόντος Συντάγματος, υπό τον όρο ότι επιτρέπεται από τις παραγράφους (1) ή (2) του εδαφίου (3) του άρθρου 8, εδάφιο (2) του άρθρου 10, εδάφιο (4) του άρθρου 11, εδάφιο (4) του άρθρου 12 ή του εδαφίου (2) του άρθρου 13, ανάλογα με την περίπτωση.
  8. Οτιδήποτε δεν αναφέρεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια που σχετίζεται με το θεσμικό όργανο, τη διεξαγωγή ή τη διακοπή της αστικής ή ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε δικαστήριο που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο από το παρόν Σύνταγμα ή από οποιοδήποτε άλλο νόμο.

15. Διάταξη για τη διασφάλιση της προστασίας από τον νόμο

  1. Σε περίπτωση που κάποιος κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, εκτός αν ανακληθεί η κατηγορία, του παρέχεται δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο.
  2. Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα:
    1. Θεωρείται αθώο μέχρι να αποδειχθεί ή να παραδεχθεί την ενοχή του.
    2. ενημερώνεται προφορικά και εγγράφως, το συντομότερο δυνατό, σε γλώσσα που κατανοεί, για τη φύση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται,
    3. του δίδεται επαρκής χρόνος και προϋποθέσεις για την προετοιμασία της υπεράσπισής του,
    4. του επιτρέπεται να υπερασπίσει τον εαυτό του ενώπιον του δικαστηρίου αυτοπροσώπως ή από δικηγόρο της επιλογής του,
    5. έχει τη δυνατότητα να εξετάσει αυτοπροσώπως ή από τον νόμιμο εκπρόσωπό του τους μάρτυρες που καλούνται από τη δίωξη ενώπιον του δικαστηρίου και να καταγράψει την παρουσία τους και να προβεί σε εξέταση μαρτύρων για να καταθέσουν εξ ονόματός του ενώπιον του δικαστηρίου υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που εφαρμόζονται σε μάρτυρες που καλούνται από τη δίωξη, και
    6. του επιτρέπεται να έχει χωρίς πληρωμή τη συνδρομή ενός διερμηνέα εάν δεν κατανοεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στη δίκη της κατηγορίας,

και μόνο με τη δική του συγκατάθεση, η δίκη δε διεξάγεται κατά την απουσία του:

    1. εκτός εάν, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου που το προβλέπει, έχει ενημερωθεί επαρκώς για την κατηγορία, την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της δίκης ή τη συνέχιση της δίκης και διαθέτει εύλογη δυνατότητα να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου:
Υπό την προϋπόθεση ότι όταν πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις και το δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί λόγω περιστάσεων πέραν του ελέγχου του, η δίκη δε διεξάγεται ούτε συνεχίζεται εν απουσία του, ή
    1. όσο ο ίδιος πραγματοποιεί ενέργειες για να καταστήσει ανέφικτη τη συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του και το δικαστήριο του έχει διατάξει να απομακρυνθεί και η δίκη να προχωρήσει κατά την απουσία του.
  1. Όταν ένα πρόσωπο έχει δικαστεί για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος ή οποιοσδήποτε εξουσιοδοτηθεί από αυτόν για λογαριασμό του, πρέπει, εφόσον το απαιτεί και υπόκειται στην καταβολή τέτοιων εύλογων αμοιβών όπως ορίζεται από τον νόμο, να δίδεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά από την έκδοση απόφασης, αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου της διαδικασίας που διεξάγεται από το δικαστήριο ή για λογαριασμό του.
  2. Κανένα πρόσωπο δεν κρίνεται ως ένοχο ποινικού αδικήματος λόγω οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης η οποία δε συνιστούσε, κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής της, τέτοιου είδους παράβαση και δεν επιβάλλεται ποινή για οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα που είναι περισσότερο σοβαρό σε βαθμό ή περιγραφή από τη μέγιστη ποινή που θα μπορούσε να έχει επιβληθεί για το εν λόγω αδίκημα τη στιγμή που διαπράχθηκε.
  3. Κανένας που αποδεικνύει ότι έχει δικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και είτε καταδικασθεί είτε αθωώθηκε κρίνεται εκ νέου για το αδίκημα αυτό ή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα του οποίου θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά τη δίκη για το αδίκημα, εκτός από τη διάταξη ανώτερου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία προσφυγής ή επανεξέτασης σχετικά με την καταδίκη ή την απαλλαγή.
  4. Κανείς δεν μπορεί να δικαστεί για ποινικό αδίκημα, εάν αποδείξει ότι του έχει δοθεί χάρη για το αδίκημα αυτό.
  5. Κανένας που έχει δικαστεί για ποινικό αδίκημα δεν υποχρεούται να προσκομίσει αποδείξεις κατά τη δίκη.
  6. Κάθε δικαστήριο ή άλλη αρχή που ορίζεται από τον νόμο για τον καθορισμό της ύπαρξης ή της έκτασης κάθε αστικού δικαιώματος ή υποχρέωσης πρέπει να είναι νόμιμη και να είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Σε περίπτωση που μια τέτοια απόφαση έχει κινηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ή άλλης αρχής, η δίκη διεξάγεται σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  7. Με εξαίρεση συμβιβαστικής συμφωνίας όλων των μερών, όλες οι διαδικασίες κάθε δικαστηρίου και διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ύπαρξης ή έκτασης κάθε αστικού δικαιώματος ή υποχρέωσης ενώπιον οποιασδήποτε άλλης αρχής, συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης της απόφασης του δικαστηρίου ή άλλης αρχής, διεξάγονται δημόσια.
  8. Οτιδήποτε υπάρχει στο εδάφιο (9) του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει το δικαστήριο ή άλλη αρχή να αποκλείσει από τη διαδικασία άλλα πρόσωπα εκτός των συμβαλλομένων και τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν, σε βαθμό τέτοιο ώστε το δικαστήριο ή άλλη αρχή:
    1. να επιτρέπεται από τον νόμο να πράττει και να θεωρεί αναγκαίο ή σκόπιμο σε περιπτώσεις όπου η δημοσιότητα θα έθιγε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ή σε διαδικασίες προσωρινών μέτρων ή προς το συμφέρον της δημόσιας ηθικής, της ευημερίας των ατόμων κάτω των δεκαοκτώ ετών ή της προστασίας της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων κατά τη διαδικασία, ή
    2. να επιτρέπεται από τον νόμο να είναι εξουσιοδοτημένο ή υποχρεωμένο να το κάνει για λόγους άμυνας, δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης ή δημόσιας ηθικής.
  9. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν γίνεται υπό την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση:
    1. του υποτμήματος 1 του εδαφίου 2 αυτού του άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα το βάρος της απόδειξης συγκεκριμένων γεγονότων,
    2. του υποτμήματος 5 του εδαφίου 2 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιβάλλει εύλογους όρους που πρέπει να πληρούνται εάν οι μάρτυρες που καλούνται να καταθέσουν για λογαριασμό ενός κατηγορουμένου καταβάλλουν τα έξοδά τους από δημόσιους πόρους, ή
    3. το εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που ο εν λόγω νόμος επιτρέπει σε δικαστήριο να δικάσει ένα μέλος ένοπλης δύναμης για ποινικό αδίκημα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δίκη και καταδίκη ή αθώωση του εν λόγω μέλους σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο αυτής της δύναμης οπότε κάθε δικαστήριο που προσπαθεί να βρει ένα τέτοιο μέλος και τον καταδικάζει πρέπει να του καταδικάσει οποιαδήποτε τιμωρία, λαμβάνοντας υπόψη κάθε ποινή που του έχει επιβληθεί βάσει του πειθαρχικού αυτού νόμου.
  10. Σε περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου που κρατείται νόμιμα, οι διατάξεις του εδαφίου (1) παράγραφοι 4 και 5, του εδαφίου (2) και του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στη δίκη του για ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο που ρυθμίζει την πειθαρχία των ατόμων που βρίσκονται υπό τέτοια κράτηση.
  11. Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ οποιουδήποτε νόμου θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου στον βαθμό που επιτρέπει τη δίκη ενός κατηγορουμένου από δικαστή για συνοπτικό αδίκημα η οποία μπορεί να λάβει χώρα κατά την απουσία του εναγομένου.
  12. Στο άρθρο αυτό, ως «ποινικό αδίκημα» νοείται ποινικό αδίκημα βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας.

16. Παρεκκλίσεις από θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες σε καταστάσεις ανάγκης Οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με την ισχύ νόμου που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση του άρθρου 5 ή του άρθρου 14 του παρόντος Συντάγματος, στον βαθμό που ο νόμος επιτρέπει τη λήψη μέτρων κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου δημόσιας έκτακτης ανάγκης που δικαιολογούνται ευλόγως, για την αντιμετώπιση της κατάστασης που επικρατεί στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

17. Προστασία των προσώπων που κρατούνται υπό νόμους έκτακτης ανάγκης

  1. Όταν ένα πρόσωπο κρατείται δυνάμει ενός τέτοιου νόμου όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 του παρόντος Συντάγματος, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις, δηλαδή:
    1. με εύλογη προθεσμία και οπωσδήποτε όχι περισσότερο από επτά ημέρες από την έναρξη της κράτησής του, ενημερώνεται σε γλώσσα την οποία κατανοεί και λεπτομερώς για τους λόγους για τους οποίους κρατείται και λαμβάνειγραπτή δήλωση στα αγγλικά η οποία διευκρινίζει τους λόγους αυτούς λεπτομερώς,
    2. όχι περισσότερο από δεκατέσσερις ημέρες από την έναρξη της κράτησής του, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η γνωστοποίηση ότι έχει κρατηθεί και παρουσιάζονται τα στοιχεία της νομοθετικής διάταξης βάσει της οποίας επιτρέπεται η κράτησή του,
    3. όχι περισσότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη της κράτησής του και εν συνεχεία κατά τη διάρκεια της κράτησης σε διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες, η περίπτωσή του επανεξετάζεται από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο έχει συσταθεί με νόμο και θα προεδρεύεται από ειδικευμένο νομικό σύμβουλο τουλάχιστον επτά ετών που ορίζεται από τον Επικεφαλής της Δικαιοσύνης,
    4. πρέπει να διαθέτει εύλογες διευκολύνσεις για να συμβουλεύεται έναν νόμιμο εκπρόσωπο της επιλογής του, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις στο δικαστήριο που διορίστηκε για την επανεξέταση της υπόθεσης του κρατουμένου, και
    5. Κατά την ακρόαση της υπόθεσής του από το δικαστήριο που διορίστηκε για την επανεξέταση της υπόθεσής του, του επιτρέπεται να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή από δικηγόρο της επιλογής του.
  2. Σε περίπτωση δικαστικού επανελέγχου της υπόθεσης ενός κρατούμενου βάσει του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο μπορεί να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με την αναγκαιότητα ή τη σκοπιμότητα συνέχισης της κράτησής του στην αρχή με την οποία διατάχθηκε, αλλά, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο, η αρχή αυτή δεν είναι υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές.
    1. Οτιδήποτε δεν περιέχεται στα υποτμήματα 4 και 5 του εδάφιο (1) αυτού του άρθρου δε νοείται ως το δικαίωμα του ατόμου σε νομική εκπροσώπηση με δημόσια δαπάνη.

18. Εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων

  1. Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι κάποια από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 (συμπεριλαμβανομένου) αυτού του Συντάγματος υπήρξε, υφίσταται ή είναι πιθανό να παραβιαστεί σε σχέση με αυτόν (ή, στην περίπτωση ενός κρατουμένου, αν κάποιο άλλο πρόσωπο επικαλεστεί μια τέτοια παράβαση σε σχέση με τον κρατούμενο), τότε, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης προσφυγής σε σχέση με το ίδιο θέμα που είναι νόμιμα διαθέσιμο, το εν λόγω πρόσωπο (ή το άλλο πρόσωπο) μπορεί να υποβάλει αίτηση επανόρθωσης στο Ανώτατο Δικαστήριο.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία:
    1. να ακροάζεται και να καθορίζει κάθε αίτηση που υποβάλλεται από οποιοδήποτε πρόσωπο σύμφωνα με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου, και
    2. να καθορίσει οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει σε περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου το οποίο του παραπέμπεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) αυτού του άρθρου,

και μπορεί να προβεί σε τέτοια δήλωση και εντολές, να εκδώσει τέτοια έγγραφα και να δώσει τις οδηγίες που κρίνει κατάλληλες για την επιβολή ή την εξασφάλιση της εφαρμογής οποιασδήποτε από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 του παρόντος Συντάγματος:

Υπό την προϋπόθεση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές του βάσει του παρόντος εδαφίου εάν έχει βεβαιωθεί ότι τα κατάλληλα ένδικα μέσα για την εικαζόμενη παράβαση είναι ή ήταν διαθέσιμα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο δυνάμει άλλου νόμου.

  1. Εάν σε οποιαδήποτε διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο (εκτός του Εφετείου, του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Στρατοδικείου) προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την παραβίαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 17 του παρόντος Συντάγματος, το πρόσωπο που προεδρεύει στο δικαστήριο αυτό μπορεί, και εφόσον το ζητήσει κάποιος διάδικος, να υποβάλει το ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκτός εάν, κατά την άποψή του, η ερώτηση είναι απλώς επιπόλαιη ή ενοχλητική.
  2. Σε περίπτωση που υποβληθεί ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ζητήματος και το δικαστήριο στο οποίο προέκυψε το ζήτημα εκδικάζει την υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση αυτή ή εάν η απόφαση αυτή αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στο Εφετείο ή στο Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητας, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Συμβουλίου της Αυτού Μεγαλειότητας.
  3. Υπάρχει η δυνατότητα για διάταξη που μπορεί να γίνει από το Κοινοβούλιο για να ανατεθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο τέτοιες εξουσίες, πέραν εκείνων που παρέχονται από το παρόν άρθρο, όπως φαίνεται να είναι αναγκαίο ή επιθυμητό για να επιτρέψει στο δικαστήριο αυτό να ασκήσει αποτελεσματικότερα τη δικαιοδοσία που του αναθέτει το εν λόγω άρθρο.
  4. Ο Ανώτατος Δικαστής μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με την πρακτική και τη διαδικασία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες που του απονέμονται από το παρόν άρθρο ή με βάση αυτό (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων και των παραπομπών οι οποίες πρέπει να υποβληθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο).

19. Προστασία από παρεκκλίσεις από θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες γενικά Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά ρητώς στο παρόν Σύνταγμα, κανένας νόμος δεν μπορεί να καταργήσει, να περιορίσει ή να παραβιάσει ή να επιτρέψει την κατάργηση, μείωση ή παραβίαση οποιουδήποτε από τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του συγκεκριμένου ατόμου που έχουν αναγνωριστεί και δηλωθεί προηγουμένως.

20. Δήλωση κατάστασης δημόσιας έκτακτης ανάγκης

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, με διακήρυξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να δηλώσει ότι υπάρχει κατάσταση δημόσιας έκτακτης ανάγκης για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου.
  2. Κάθε δήλωση παύει:
    1. σε περίπτωση δήλωσης κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, μετά τη λήξη περιόδου επτά ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της δήλωσης, και
    2. σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, με την πάροδο προθεσμίας εικοσιμίας ημερών, αρχής γενομένης από την ημερομηνία δημοσίευσης της δήλωσης, εκτός εάν έχει εν τω μεταξύ εγκριθεί με ψηφίσματα και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου.
  3. Η κήρυξη δημόσιας έκτακτης ανάγκης μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη με προκήρυξη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
  4. Η κήρυξη δημόσιας έκτακτης ανάγκης που έχει εγκριθεί με αποφάσεις των κοινοβουλευτικών σωμάτων δυνάμει του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου παραμένει σε ισχύ, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, για όσο τα ψηφίσματα αυτών των Σωμάτων παραμένουν σε ισχύ και όχι περισσότερο.
  5. Το ψήφισμα της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου που ψηφίστηκε για τους σκοπούς του άρθρου τμήματος παραμένει σε ισχύ επί τρεις μήνες ή σε μικρότερο χρονικό διάστημα που μπορεί να προσδιοριστεί σε αυτό:

Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε τέτοια απόφαση μπορεί να επεκταθεί από καιρό σε καιρό με μια τέτοια απόφαση κάθε παράταση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία επίλυσης που επιφέρει την επέκταση και οποιαδήποτε τέτοια απόφαση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή με απόφαση του Σώματος.

  1. Κάθε διάταξη του παρόντος άρθρου ότι η κήρυξη έκτακτης ανάγκης παύει ή παύει να ισχύει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν θίγει την υποβολή περαιτέρω δήλωσης, είτε πριν είτε μετά από αυτή τη στιγμή.
  2. Το ψήφισμα της Ολομέλειας των Κοινοβουλίων για τους σκοπούς του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου και ένα ψήφισμα που παρατείνει οποιοδήποτε τέτοιο ψήφισμα δεν εγκρίνεται εάν δεν υποστηρίζεται από την ψήφο της πλειοψηφίας όλων των μελών του Σώματος.
  3. Ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να καλέσει τα Σώματα του Κοινοβουλίου να συνεδριάσουν για τους σκοπούς του εδαφίου (2) του παρόντος τμήματος παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης και τα πρόσωπα που ήταν μέλη της Γερουσίας και του Σώματος αμέσως πριν τη διάλυση, για τους σκοπούς αυτούς, εξακολουθούν να είναι μέλη αυτών των Σωμάτων, αλλά, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 33 και 42 του παρόντος Συντάγματος (που αφορούν την εκλογή του Προέδρου, του Αντιπροέδρου, του Προέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου) μία Ολομέλεια του Κοινοβουλίου, όταν καλείται δυνάμει του παρόντος εδαφίου, δεν πραγματοποιεί συζητήσεις για θέματα εκτός από τη συζήτηση και την ψηφοφορία επί ψηφίσματος για τους σκοπούς του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου.

21. Ερμηνεία και κατοχυρώσεις

  1. Στο παρόν άρθρο, εκτός εάν το κείμενο αναφέρει κάτι διαφορετικό:
  • «παράβαση», σε σχέση με οποιαδήποτε απαίτηση, περιλαμβάνει παράλειψη συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή και οι αντίστοιχες εκφράσεις θα ερμηνεύονται ανάλογα.
  • «δικαστήριο», κάθε δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, εκτός από το δικαστήριο που έχει θεσπιστεί με πειθαρχικό νόμο, και περιλαμβάνει το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος και στο άρθρο 4 αυτού του Συντάγματος δικαστήριο που έχει θεσπιστεί με πειθαρχικό νόμο.
  • «πειθαρχικός νόμος», νόμος που ρυθμίζει την πειθαρχία οποιασδήποτε ένοπλης δύναμης.
  • «ένοπλη δύναμη» σημαίνει:
    1. Το ναυτικό, τον στρατό στρατιωτική και την αεροπορία,
    2. την αστυνομία, ή
    3. την υπηρεσία φυλακών.
  • «μέλος», σε σχέση με μια ένοπλη δύναμη, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τον νόμο που ρυθμίζει την πειθαρχία αυτής της δύναμης, υπόκειται σε αυτήν την πειθαρχία.
  • ως «δικηγόρος» νοείται το πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή, εκτός από τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα ακροαματικότητας, δικαιούται να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  1. Σε σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος ένοπλης δύναμης που έχει συσταθεί βάσει οποιουδήποτε νόμου, οτιδήποτε δεν περιέχεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο της εν λόγω δύναμης θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο ή αντίθετο με οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εκτός των άρθρων 4, 6 και 7 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Σε σχέση με οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος ένοπλης δύναμης που έχει συσταθεί διαφορετικά από τα προαναφερθέντα και είναι νόμιμα παρούσα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται ή δεν έχει γίνει σύμφωνα με το πειθαρχικό δίκαιο αυτής της δύναμης θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστο με ή κατά παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
  3. Στο παρόν κεφάλαιο, ως «δημόσια έκτακτη ανάγκη» νοείται κάθε περίοδος κατά την οποία:
    1. η Μεγαλειότητα της βρίσκεται σε πόλεμο, ή
    2. υφίσταται δήλωση έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος Συντάγματος ή ισχύουν ψηφίσματα και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου υποστηριζόμενα από ψήφο τουλάχιστον δύο τρίτων όλων των μελών του κάθε Σώματος που δηλώνουν ότι τα δημοκρατικά θεσμικά όργανα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα απειλούνται με ανατροπή.
  4. Η διακήρυξη του Γενικού Κυβερνήτη δεν είναι σύμφωνη με τους σκοπούς του άρθρου 20 του παρόντος Συντάγματος εκτός εάν περιέχει δήλωση ότι ο Γενικός Κυβερνήτης ικανοποιείται από τα εξής κριτήρια:
    1. ότι έχει προκύψει δημόσια έκτακτη ανάγκη λόγω επικείμενης πολεμικής κατάστασης μεταξύ της Αυτού Μεγαλειότητας και ενός αλλοδαπού κράτους ή ως αποτέλεσμα της εμφάνισης σεισμού, τυφώνα, πλημμύρας, πυρκαγιάς, εξάπλωσης επιδημίας, εκδήλωσης μολυσματικών ασθενειών ή άλλης καταστροφής, είτε παρόμοια με τα προαναφερθέντα είτε όχι, ή
    2. ότι έχει ληφθεί ή απειλείται άμεσα από οποιοδήποτε πρόσωπο ή σώμα προσώπων τέτοιας φύσης και σε τόσο μεγάλη κλίμακα που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια ή να στερήσει την κοινότητα ή οποιοδήποτε σημαντικό μέρος της κοινότητας, των προμηθειών ή των υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη ζωή.

Κεφάλαιο III: Ο Γενικός ΚυβερνήτηςΕπεξεργασία

22. Ορισμός αξιώματος Υπάρχει Γενικός Κυβερνήτης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ο οποίος είναι πολίτης που διορίζεται από την Αυτού Μεγαλειότητα και κατέχει τη θέση του χάρη της Αυτής Μεγαλειότητας και ο οποίος είναι εκπρόσωπος της Αυτής Μεγαλειότητας στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

23. Προσωρινός Γενικός Κυβερνήτης

  1. Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου κατά την οποία το αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη είναι κενό ή ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα του αξιώματός του, τα καθήκοντα αυτά μπορούν να εκτελεστούν από οποιονδήποτε ορίσει η Αυτού Μεγαλειότητα.
  2. Οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο όπως προαναφέρθηκε δε συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη εάν ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη του έχει ενημερώσει ότι πρόκειται να αναλάβει ή να επαναλάβει αυτά τα αξιώματα.
  3. Ο κάτοχος του αξιώματος του Γενικού Κυβερνήτη δε θεωρείται, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως απουσιάζων από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του:
    1. λόγω του μεταβαίνει από ένα μέρος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε άλλο, ή
    2. κάθε φορά που υπάρχει διορισμός ενός αναπληρωτή δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος Συντάγματος.

24. Όρκοι Το πρόσωπο που έχει ορισθεί να κατέχει ή να ενεργεί στο αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη πρέπει, πριν αναλάβει τα καθήκοντα του εν λόγω αξιώματος, να δώσει και να προσυπογράψει τον όρκο της πίστης και τον όρκο του αξιώματος.

25. Αναπληρωτής του Γενικού Κυβερνήτη

  1. Όταν ο Γενικός Κυβερνήτης:
    1. υποχρεούται να απουσιάζει από την έδρα της κυβέρνησης, αλλά όχι από την Αντίγκουα και τη Μπαρμπούντα,
    2. υποχρεούται να απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο που θεωρεί, κατά την κρίση του, σύντομης διάρκειας, ή
    3. πάσχει από ασθένεια την οποία θεωρεί, κατά την κρίση του, σύντομης διάρκειας,

μπορεί, σύμφωνα με τη συμβουλή του Πρωθυπουργού, να διορίσει οποιονδήποτε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ως αναπληρωτή του κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας ή ασθένειας και υπό την ιδιότητα αυτή να εκτελεί για λογαριασμό του τα καθήκοντα του Γενικού Κυβερνήτη όπως μπορεί να διευκρινίζεται στο όργανο με το οποίο διορίζεται.

  1. Η εξουσία και η αρχή του Γενικού Κυβερνήτη δεν θα πρέπει να συντομευθεί, τροποποιηθεί ή επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον διορισμό ενός αναπληρωτή σύμφωνα με το άρθρο αυτό και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, ο αναπληρωτής πρέπει να συμμορφώνεται και να τηρεί όλες τις οδηγίες που ο Γενικός Κυβερνήτης, κατά την κρίση του, μπορεί από καιρό σε καιρό να του απευθύνει:

Υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένας αναπληρωτής έχει συμμορφωθεί ή δεν έχει τηρήσει τέτοιες οδηγίες δεν θα πρέπει να διερευνηθεί από οποιοδήποτε δικαστήριο.

  1. Ο διορισμένος ως αναπληρωτής δυνάμει του παρόντος άρθρου ορίζει τον διορισμό αυτό για χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην πράξη με την οποία διορίζεται και ο διορισμός του μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από τον Γενικό Κυβερνήτη, μετά από παρότρυνση του Πρωθυπουργού.

26. Δημόσια Σφραγίδα Ο Γενικός Κυβερνήτης φυλάσσει και χρησιμοποιεί τη Δημόσια Σφραγίδα για τη σφράγιση όλων των αντικειμένων που πρέπει να σφραγιστούν με τη δημόσια σφραγίδα.

Κεφάλαιο IV: ΚοινοβούλιοΕπεξεργασία

Τμήμα 1: Σύσταση και σύνθεση του ΚοινοβουλίουΕπεξεργασία

27. Σύσταση του Κοινοβουλίου Υπάρχει Κοινοβούλιο στην και για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα το οποίο αποτελείται από την Αυτού Μεγαλειότητα, τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

ΓερουσίαΕπεξεργασία

28. Σύνθεση της Γερουσίας

  1. Η Γερουσία απαρτίζεται από δεκαεπτά μέλη τα οποία, αφού είναι κατάλληλα για διορισμό ως Γερουσιαστές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, έχουν διοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και τόσα προσωρινά μέλη (εφόσον υπάρχουν) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Δέκα Γερουσιαστές διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη μετά από συμβουλές του Πρωθυπουργού.
  3. Τέσσερις Γερουσιαστές διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του ηγέτη της αντιπολίτευσης.
  4. Με την επιφύλαξη του εδαφίου (7) του παρόντος άρθρου, ένας Γερουσιαστής διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη κατά την κρίση του από γνωστά πρόσωπα ή πρόσωπα που εκπροσωπούν τέτοια συμφέροντα, όπως θεωρεί ο Γενικός Κυβερνήτης ότι πρέπει να εκπροσωπούνται στη Γερουσία.
  5. Ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει έναν Γερουσιαστή σύμφωνα με τις συμβουλές του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα.
  6. Ένας Γερουσιαστής, κάτοικος της Μπαρμπούντα, διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη με βάση τις συμβουλές του Πρωθυπουργού.
  7. Πριν από τον διορισμό οποιουδήποτε προσώπου που εκπροσωπεί τα συμφέροντα σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης διαβουλεύεται με τα πρόσωπα αυτά κατά την κρίση του τα οποία θεωρεί ότι μπορεί να συζητήσει για τα συμφέροντα που τους ενδιαφέρουν και θα πρέπει να διαβουλευθούν.

29. Προσόντα σχετικά με τον διορισμό ως Γερουσιαστές Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 του παρόντος Συντάγματος, κάθε πρόσωπο που κατά την ημερομηνία διορισμού του:

  1. είναι πολίτης ηλικίας είκοσι ενός ετών ή άνω,
  2. κατοικούσε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία του διορισμού του, και
  3. είναι σε θέση να μιλήσει και, αν δεν είναι ανίκανος από τύφλωση ή άλλο φυσικό λόγο, να διαβάσει την αγγλική γλώσσα με επαρκή γνώση ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά στις εργασίες της Γερουσίας,

έχει τα προσόντα για να διοριστεί ως γερουσιαστής.

30. Απόρριψη από τον διορισμό ως Γερουσιαστής

  1. Δεν μπορεί να διοριστεί ως γερουσιαστής οποιοσδήποτε:
    1. βρίσκεται, δυνάμει της δικής του πράξης, υπό οποιαδήποτε αναγνώριση ή υπαιτιότητα, υπακοή ή προσήλωση σε ξένη εξουσία ή κράτος,
    2. είναι μέλος της Βουλής,
    3. βρίσκεται σε μη εκκαθαρισμένη πτώχευση, έχοντας κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει οποιουδήποτε νόμου,
    4. είναι πρόσωπο που έχει πιστοποιηθεί ότι πάσχει από νοητικές ασθένειες ή άλλως κριθεί ότι είναι ανήμπορος σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο,
    5. είναι καταδικασμένος σε ποινή φυλάκισης (υπό οποιαδήποτε ονομασία) για περίοδο δώδεκα μηνών ή άνω των δώδεκα μηνών και δεν έχει υποστεί ούτε την τιμωρία στην οποία έχει καταδικαστεί, ούτε άλλη τιμωρία όπως μπορεί να αντικατασταθεί από την αρμόδια αρχή ή έχει λάβει χάρη.
    6. αποκλείεται για εκλογή στη Βουλή από ή δυνάμει οποιουδήποτε νόμου λόγω της σύνδεσής του με οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με τις εκλογές,
    7. κατέχει ή ασκεί καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα ή στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Διαμεσολαβητή, είτε είναι μέλος της Επιτροπής Εκλογικών Περιφερειών, της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, της Επιτροπής Δημόσιων Υπηρεσιών ή της Επιτροπής Αστυνομικών Υπηρεσιών,
    8. έχει, κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που προηγούνται της προτεινόμενης ημερομηνίας διορισμού του ως γερουσιαστή, καταδικαστεί για κατηγορία κλοπής, απάτης ή άλλου εγκλήματος που αφορά απιστία και ο οποίος:
      1. δεν άσκησε έφεση κατά της καταδίκης αυτής, ή
      2. επέβαλε ένσταση κατά της καταδίκης αυτής και της οποίας η προσφυγή δεν έγινε δεκτή, και
      3. δεν έχει λάβει χάρη σε σχέση με το αδίκημα, ή
    9. είναι κληρικός.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) (7) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέπει ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να διοριστεί ως Γερουσιαστής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. εάν κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα ορίζεται από το Κοινοβούλιο και του οποίου τα καθήκοντα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ή σε σχέση με τη διεξαγωγή εκλογής ή τη σύνταξη ή την αναθεώρηση οποιουδήποτε μητρώου εκλογέων για τους σκοπούς της εκλογής,
    2. Με την επιφύλαξη τυχόν εξαιρέσεων και περιορισμών που ορίζει το Κοινοβούλιο, εάν:
      1. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα ή διορισμό που ορίζεται από το Κοινοβούλιο είτε ατομικά είτε με αναφορά σε κατηγορία ή διορισμό,
      2. ανήκει σε οποιαδήποτε ένοπλη δύναμη της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων που περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε τέτοια δύναμη, ή
      3. ανήκει στην Αστυνομική Δύναμη ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπου που περιλαμβάνεται στην Αστυνομική Δύναμη.
  3. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (5) του παρόντος άρθρου:
    1. δύο ή περισσότερες ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται διαδοχικά, θεωρούνται ξεχωριστές ποινές αν καμία από τις ποινές αυτές δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, αλλά αν κάποια από τις ποινές αυτές υπερβαίνει το όριο αυτό, θεωρούνται ως μία ποινή, και
    2. δεν λαμβάνεται υπόψη η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε ως εναλλακτική λύση ή σε αθέτηση της καταβολής προστίμου.

31. Θητεία των γερουσιαστών

  1. Κάθε Γερουσιαστής εγκαταλείπει την έδρα του στη Γερουσία:
    1. κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά τον διορισμό του,
    2. εάν με τη συγκατάθεσή του ορίζεται ως υποψήφιος για εκλογή στη Βουλή,
    3. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
    4. εάν απουσιάζει από τις συνεδριάσεις της Γερουσίας για τέτοια περίοδο ή περιόδους και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό διαδικασίας της Γερουσίας,
    5. με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις πως, εάν δεν ήταν γερουσιαστής, θα αναγκαζόταν να αποκλειστεί από τον διορισμό του σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 30 του παρόντος Συντάγματος ή κάθε νόμου που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου.
    6. εάν ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συστάσεις του Πρωθυπουργού στην περίπτωση Γερουσιαστή που διορίζεται σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές, ή σύμφωνα με τις συστάσεις του Προέδρου της Αντιπολίτευσης σε περίπτωση γερουσιαστή διορισμένου σύμφωνα με σύσταση ή σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα σε περίπτωση γερουσιαστή διορισμένου σύμφωνα με αυτή τη σύσταση ή κατά την κρίση του στην περίπτωση γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται από αυτόν κατά την κρίση του, δηλώνει την έδρα του γερουσιαστή αυτού ως κενή. ή
    7. εάν, αφού έχει διοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 (6) του παρόντος Συντάγματος, και παύει να είναι κάτοικος της Μπαρμπούντα.
    1. Εάν σύμφωνα με περιστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) (5) αυτού του άρθρου προκύπτουν επειδή ένας Γερουσιαστής καταδικάζεται για κακούργημα ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που αφορά απιστία, καταδικασμένο σε θάνατο ή φυλάκιση, χρεοκοπεί ή καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με εκλογές υπό συνθήκες που δε του δίνουν το δικαίωμα εκλογής στη Βουλή και εάν ο Γερουσιαστής είναι σε θέση να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης (είτε με άδεια δικαστηρίου ή άλλης αρχής είτε χωρίς άδεια), παύει αμέσως να ασκεί τα καθήκοντά του ως Γερουσιαστής, αλλά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, δεν πρέπει να εγκαταλείψει την έδρα του μέχρι τη λήξη τριάντα ημερών που ακολουθούν:

Με την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Γερουσιαστή, να παρατείνει εκ περιτροπής την προθεσμία αυτή για άλλες τριάντα ημέρες, ώστε να μπορέσει ο Γερουσιαστής να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, οπότε οι παρατάσεις του χρόνου που υπερβαίνουν συνολικά εκατόν πενήντα ημέρες δεν πρέπει να δίνονται χωρίς την έγκριση, η οποία υποδεικνύεται με απόφαση, της Γερουσίας.

    1. Εάν, κατά την εκδίκαση προσφυγής, οι περιστάσεις αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και δεν μπορεί να ασκηθεί περαιτέρω προσφυγή στον Γερουσιαστή ή εάν, λόγω της λήξης οποιασδήποτε προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ή της ειδοποίησής του ή της άρνησης της άσκησης προσφυγής ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, παύει να είναι υπάρχει δικαίωμα στον γερουσιαστή για άσκηση έφεσης, πρέπει αμέσως να εγκαταλείψει την έδρα του.
    2. Εάν οποιαδήποτε στιγμή πριν ο Γερουσιαστής εγκαταλείψει την έδρα του, οι περιστάσεις που προαναφέρθηκαν παύουν να υπάρχουν, η έδρα του δεν θα καταστεί κενή κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου και μπορεί να επανέλθει στην εκτέλεση των καθηκόντων του Γερουσιαστή.

32. Διορισμός προσωρινών Γερουσιαστών

  1. Όταν ο Γερουσιαστής δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του ως Γερουσιαστής λόγω της απουσίας του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή λόγω της αναστολής του δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος ή λόγω ασθενείας, ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα να διοριστεί ως Γερουσιαστής για να είναι προσωρινά μέλος της Γερουσίας κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας, αναστολής ή ασθένειας.
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος Συντάγματος ισχύουν για ένα μέλος της Γερουσίας που διορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όπως ισχύουν για έναν Γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος Συντάγματος και ο ορισμός που γίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο παύει εν πάση περιπτώσει να ισχύει αν ο διορισθείς υπάλληλος ενημερωθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στο διορισμό του έχουν πάψει να υφίστανται.
  3. Κατά την άσκηση των εξουσιών που του ανατίθενται από το παρόν τμήμα, ο Γενικός Κυβερνήτης ενεργεί:
    1. σύμφωνα με τις συστάσεις του Πρωθυπουργού σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28 (2) ή 28 (6) του παρόντος Συντάγματος,
    2. σύμφωνα με τις συστάσεις του ηγέτη της αντιπολίτευσης σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 (3) του παρόντος Συντάγματος,
    3. κατά τη διακριτική του ευχέρεια σε σχέση με έναν Γερουσιαστή ο οποίος διορίζεται από αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 28 (4) του παρόντος Συντάγματος, και
    4. σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα σε σχέση με έναν Γερουσιαστή που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 (5) του παρόντος Συντάγματος.

33. Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος

  1. Όταν η Γερουσία συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και πριν προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας της, εκλέγει έναν Γερουσιαστή ως Πρόεδρο και εάν η θέση του Προέδρου καταστεί κενή οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Γερουσία, το συντομότερο δυνατό, εκλέγει άλλον Γερουσιαστή ως Πρόεδρο.
  2. Όταν η Γερουσία συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εκτός από την εκλογή του Προέδρου, εκλέγει έναν Γερουσιαστή ως Αντιπρόεδρο, και εάν η θέση του Αντιπροέδρου καταστεί κενή οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Γερουσία, το συντομότερο δυνατό, εκλέγει έναν άλλο Γερουσιαστή ως Αντιπρόεδρο.
  3. Η Γερουσία δεν εκλέγει Γερουσιαστή που είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο.
  4. Καμία λειτουργία (εκτός από την εκλογή Προέδρου) δεν διεκπεραιώνεται στη Γερουσία οποιαδήποτε στιγμή, όταν η θέση του Προέδρου είναι κενή.
  5. Ένα πρόσωπο απαλλάσσεται από το αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου,
    1. αν παύσει να είναι Γερουσιαστής, εκτός από την περίπτωση που ο Πρόεδρος εγκαταλείψει το αξίωμά μετά από διάλυση του Κοινοβουλίου μέχρι τη συνεδρίαση της Γερουσίας για πρώτη φορά μετά τη διάλυση αυτή, ή
    2. εάν διοριστεί ως Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας ή
    3. στην περίπτωση του Αντιπροέδρου, εάν εκλεγεί ως Πρόεδρος.
    1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 31 (2) του παρόντος Συντάγματος, το πρόσωπο που είναι Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος έχει παυθεί από την άσκηση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής, παύει επίσης να ασκεί τα καθήκοντα του ως Προέδρου ή Αντιπροέδρου, τα καθήκοντα που είχε, έως ότου εγκαταλείψει την έδρα του στη Γερουσία ή επαναλάβει την εκτέλεση των καθηκόντων του ως γερουσιαστής, ασκούνται
      1. στην περίπτωση του Προέδρου, από τον Αντιπρόεδρο ή εάν η θέση του Αντιπροέδρου είναι κενή ή το πρόσωπο που είναι Αντιπρόεδρος παύεται από την άσκηση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, από Γερουσιαστή (όχι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), που μπορεί να εκλέξει η Γερουσία για τον σκοπό αυτό, και
      2. στην περίπτωση του Αντιπροέδρου, από τον Γερουσιαστή (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), που μπορεί να εκλέξει η Γερουσία για τον σκοπό αυτό.
    2. Εάν ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος συνεχίσει την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Γερουσιαστής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, θα επαναλάβει επίσης την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Προέδρου ή Αντιπροέδρου.

34. Συμμετοχή του Γενικού Εισαγγελέα στις εργασίες της Γερουσίας Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία μπορεί να ζητήσει από τον Γενικό Εισαγγελέα να παρίσταται σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας, εάν θεωρεί ότι η δραστηριότητα ενώπιον της Γερουσίας σε αυτή τη διαδικασία καθιστά επιθυμητή την παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα, και εφόσον το ζητήσει ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες της Γερουσίας αποκλειστικά για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τα θέματα ενώπιον της Γερουσίας σε αυτές τις διαδικασίες ενώ δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Γερουσία.

35. Συμμετοχή στις εργασίες της Γερουσίας των Υπουργών που είναι μέλη της Βουλής

  1. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία μπορεί να ζητήσει από έναν Υπουργό που είναι μέλος της Βουλής να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας, αν θεωρεί ότι η υπόθεση ενώπιον της Γερουσίας στις διαδικασίες αυτές εμπίπτει στο χαρτοφυλάκιο του εν λόγω υπουργού και εάν θεωρεί επιθυμητή την παρουσία αυτού του Υπουργού.
  2. Ο Υπουργός ο οποίος καλείται να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Γερουσίας μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία αποκλειστικά και μόνο για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στο χαρτοφυλάκιό του και δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Γερουσία.

Βουλή των ΑντιπροσώπωνΕπεξεργασία

36. Σύνθεση της Βουλής

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το Σώμα αποτελείται από αριθμό εκλεγέντων μελών ίσο με τον αριθμό των περιφερειών που εκάστοτε καθορίζεται με Διάταξη δυνάμει του Τμήματος 4 του παρόντος Κεφαλαίου, οι οποίοι εκλέγονται με τρόπο που, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, μπορεί να επιβάλλεται από οποιαδήποτε απόφαση του Κοινοβουλίου.
  2. Αν το πρόσωπο που ασκεί το αξίωμα του Προέδρου δεν είναι άλλως μέλος της Βουλής, είναι μέλος της Βουλής εξ αιτίας της κατοχής του εν λόγω αξιώματος.
  3. Αν το πρόσωπο που κατέχει ή ενεργεί στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα δεν είναι άλλως μέλος της Βουλής, είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του κατόχου ή του ενεργούντος στο εν λόγω αξίωμα αλλά δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Βουλή.

37. Συμμετοχή Πληρεξούσιων Γερουσιαστών σε διαδικασίες της Βουλής

  1. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή μπορεί να ζητήσει από έναν Γερουσιαστή να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Βουλής εάν θεωρεί ότι η υπόθεση ενώπιον της Βουλής στη συγκεκριμένη διαδικασία εμπίπτει στο χαρτοφυλάκιο του αρμόδιου Υπουργού και αν θεωρεί επιθυμητή την παρουσία τέτοιου ατόμου.
  2. Ο πληρεξούσιος ο οποίος καλείται να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία της Βουλής μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία αποκλειστικά για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στο χαρτοφυλάκιό του και δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Βουλή.

38. Προσόντα για εκλογή ως μέλος της Βουλής Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39 του παρόντος Συντάγματος, κάθε πρόσωπο που κατά την ημερομηνία της εκλογής του,

  1. είναι πολίτης ηλικίας είκοσι ενός ετών ή άνω,
  2. κατοικούσε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο δώδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία της εκλογής του, και
  3. είναι σε θέση να μιλήσει και, αν δεν είναι ανίκανος από τύφλωση ή άλλο φυσικό λόγο, να διαβάσει την αγγλική γλώσσα με επάρκεια ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά στις εργασίες της Βουλής,

έχει τα προσόντα για να εκλεγεί ως μέλος της Βουλής.

39. Αποκλεισμοί από την εκλογή ως μέλος της Βουλής

  1. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να έχει τα προσόντα για να εκλεγεί ως μέλος της Βουλής εαν,
    1. είναι, λόγω δικής του πράξης, υπό οποιαδήποτε πίστη, υπακοή ή προσχώρηση σε ξένη εξουσία ή κράτος.
    2. είναι Γερουσιαστής ή προσωρινό μέλος της Γερουσίας.
    3. βρίσκεται σε μη εκκαθαρισμένη πτώχευση, έχοντας κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει οποιουδήποτε νόμου.
    4. είναι άτομο που έχει πιστοποιηθεί ότι είναι παράφρων ή έχει άλλως κριθεί ότι είναι ακατάλληλο σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο.
    5. υπόκειται σε ποινή θανάτου που του έχει επιβληθεί από δικαστήριο ή έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση (με οποιαδήποτε ονομασία) για περίοδο που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και δεν έχει υποστεί ούτε την τιμωρία στην οποία καταδικάστηκε ούτε άλλη τιμωρία, ούτε κάποια αρμόδια αρχή έχει αντικαταστήσει την ποινή ή έχει λάβει δωρεάν χάρη.
    6. αποκλείεται για τον διορισμό του στη Βουλή από ή με οποιονδήποτε νόμο λόγω της σύνδεσής του με οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με τις εκλογές.
    7. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα ή στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Διαμεσολαβητή ή είναι μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, της Επιτροπής Δημόσιων Υπηρεσιών ή της Επιτροπής Αστυνομικής Υπηρεσίας.
    8. χει καταδικαστεί, εντός προθεσμίας δέκα ετών αμέσως πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία της εκλογής του ως μέλους της Βουλής, για κατηγορία κλοπής, απάτης ή άλλου τέτοιου εγκλήματος που αφορά απιστία και που:
      1. δεν ασκήθηκε έφεση κατά της καταδίκης αυτής, ή
      2. ασκήθηκε έφεση κατά της εν λόγω καταδίκης και της οποίας η προσφυγή δεν έγινε δεκτή, και
      3. δεν έχει λάβει δωρεάν χάρη σε σχέση με το αδίκημα, ή
    9. είναι κληρικός θρησκείας.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) (5) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέπει ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να εκλεγει ως μέλος της Βουλής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. εάν κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα που καθορίζεται από το Κοινοβούλιο και το καθήκον του οποίου είναι η ευθύνη για ή σε σχέση με τη διεξαγωγή εκλογών ή τη σύνταξη ή την αναθεώρηση οποιουδήποτε μητρώου εκλογέων για σκοπούς εκλογής,
    2. με την επιφύλαξη τυχόν εξαιρέσεων και περιορισμών που προβλέπονται από το Κοινοβούλιο, εάν:
      1. κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε αξίωμα ή διορισμό, όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο είτε μεμονωμένα είτε με αναφορά σε κατηγορία ή διορισμό, ή
      2. ανήκει σε οποιαδήποτε ένοπλη δύναμη της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπου που περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε τέτοια δύναμη.
  3. Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) (5) αυτού του άρθρου,
    1. δύο ή περισσότερες ποινές φυλάκισης που πρέπει να επιδίδονται διαδοχικά θεωρούνται ως ξεχωριστές ποινές αν καμία από τις ποινές αυτές δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, αλλά εάν μια τέτοια ποινή υπερβαίνει τον όρο αυτό, θεωρούνται ως μία ποινή, και
    2. δε λαμβάνεται υπόψη η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε ως εναλλακτική λύση ή σε αθέτηση της καταβολής προστίμου.

40. Εκλογή μελών της Βουλής

  1. Κάθε εκλογική περιφέρεια που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του παρόντος Συντάγματος εκλέγει ένα μέλος στη Βουλή, το οποίο εκλέγεται άμεσα με τον τρόπο που δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, οι οποίες περιγράφονται από ή υπό οποιονδήποτε νόμο.
  2. Κάθε πολίτης της Κοινοπολιτείας ηλικίας δεκαοκτώ ετών ή και άνω που κατέχει τέτοια προσόντα σχετικά με την κατοικία ή τον τόπο διαμονής στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ως Κοινοβούλιο μπορεί να εγγραφεί, εκτός εάν αποκλείεται από οποιοδήποτε νόμο από την εγγραφή ως ψηφοφόρος με σκοπό την εκλογή μέλος της Βουλής, δικαιούται να εγγραφεί ως εκλογέας σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου για λογαριασμό του χωρίς να έχει το δικαίωμα εγγραφής κανενός άλλου προσώπου.
  3. Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ως ψηφοφόρος δυνάμει του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια δεν δικαιούται, εκτός εάν αποκλείεται από οποιοδήποτε νόμο να ψηφίσει στην εκλογική αυτή περιφέρεια κατά την εκλογή μελών της Βουλής, να ψηφίζει σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου για άλλο άτομο.
  4. Σε κάθε εκλογή μελών της Βουλής, οι ψήφοι ασκούνται ελεύθερα μέσω μυστικής ψηφοφορίας κατά τέτοιον τρόπο, όπως περιγράφεται από πράξη του Κοινοβουλίου.

41. Θητεία των μελών της Βουλής

  1. Κάθε μέλος της Βουλής εγκαταλείπει την έδρα του στη Βουλή:
    1. κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά την εκλογή του,
    2. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
    3. εάν απουσιάζει από τις συνεδριάσεις της Βουλής για τέτοια περίοδο ή περιόδους και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό του Κοινοβουλίου,
    4. με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις όπου, αν δεν ήταν μέλος του Σώματος, θα τον αναγκάζε να αποκλειστεί από την εκλογή ως τέτοιου δυνάμει του άρθρου 39 (1) του παρόντος Συντάγματος, ή
    5. εάν μετά την εκλογή του στη Βουλή ως μέλος πολιτικού κόμματος, παραιτείται από το κόμμα του και αποσύρεται από το κόμμα αυτό:

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την έδρα του, εφόσον παραμένει ανεξάρτητο μέλος της Βουλής.

    1. Εάν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) (4) αυτού του άρθρου προκύπτουν επειδή ένα μέλος της Βουλής καταδικάζεται για κακούργημα ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που αφορά απιστία, καταδίκη σε θάνατο ή φυλάκιση, απόφαση για παράφρον άτομο, ή κήρυξη σε πτώχευση ή καταδίκη για οποιοδήποτε αδίκημα που σχετίζεται με εκλογές σε περιστάσεις όπου αποκλείουν την εκλογή του στη Βουλή και εάν υπάρχει δυνατότητα στο μέλος να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης (είτε με άδεια δικαστηρίου ή άλλης αρχής ή χωρίς αυτή την άδεια), παύει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος της Βουλής, αλλά, με την επιφύλαξη της διάταξης του παρόντος άρθρου, δεν εγκαταλείπει την έδρα του μέχρι την εκπνοή τριάντα ημερών:

Με την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος μπορεί, κατά καιρούς, να παρατείνει την προθεσμία αυτή για άλλες τριάντα ημέρες, ώστε να μπορέσει το μέλος να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης, οπότε οι παρατάσεις του χρόνου που υπερβαίνουν συνολικά εκατόν πενήντα ημέρες δεν πρέπει να δίδονται χωρίς την έγκριση, με απόφαση, της Βουλής.

    1. Εάν, κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε προσφυγής, οι περιστάσεις αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και δεν μπορεί να ασκηθεί περαιτέρω προσφυγή από το μέλος ή αν, λόγω της λήξης οποιασδήποτε προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ή ανακοίνωσης ή της άρνησης για οποιονδήποτε άλλο λόγο, παύει να υπάρχει δυνατότητα στο μέλος να ασκήσει έφεση, πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως την έδρα του.
    2. Εάν οποιαδήποτε στιγμή πριν ο βουλευτής εγκαταλείψει την έδρα του, οι περιστάσεις που προαναφέρθηκαν παύουν να υφίστανται, η έδρα του δεν καθίσταται κενή κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος εδαφίου και μπορεί να επανέλθει στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως μέλους της Βουλής.
  1. Σε περίπτωση που ένα εκλεγμένο μέλος της Βουλής εγκαταλείπει την έδρα του στη Βουλή σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (2) έως (5) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου ή όταν η έδρα ενός εκλεγμένου μέλους της Βουλής μείνει κενή για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, θα υπάρξει μια εκ των προτέρων εκλογή για την πλήρωση της έδρας της Βουλής που εκκενώθηκε από αυτό το μέλος και η επιλεκτική εκλογή θα πραγματοποιηθεί το αργότερο εκατόν είκοσι ημέρες μετά την ημέρα κατά την οποία έμεινε κενή η έδρα του μέλους της Βουλής, εκτός εάν το Κοινοβούλιο διαλυθεί νωρίτερα.

42. Πρόεδρος και Αναπληρωτής Πρόεδρος

  1. Όταν η Βουλή συνεδριάσει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και προτού προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκλέγει πρόσωπο ο οποίος είναι ο Πρόεδρος, και εάν το αξίωμα του Προέδρου κενωθεί οποιαδήποτε στιγμή πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Βουλή θα πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να εκλέξει άλλο πρόσωπο στο εν λόγω αξίωμα.
  2. Ο Πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί είτε από τα μέλη της Βουλής είτε από άτομα που δεν είναι μέλη της Βουλής, αλλά είναι κατάλληλα για να εκλεγούν ως τέτοια.
  3. Όταν η Βουλή συνεδριάσει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές και προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εκτός από την εκλογή του Προέδρου, εκλέγει μέλος του Σώματος ως Αναπληρωτή Πρόεδρο και εάν το αξίωμα του Αντιπροέδρου κενωθεί πριν από την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου, η Βουλή εκλέγει, το συντομότερο δυνατόν, ένα άλλο μέλος για αυτό το αξίωμα.
  4. Η Βουλή δεν εκλέγει μέλος που είναι υπουργός ή κοινοβουλευτικός γραμματέας στη θέση του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής.
  5. Καμία λειτουργία (εκτός από την εκλογή Προέδρου) δεν πραγματοποιείται στη Βουλή οποιαδήποτε στιγμή, όταν το αξίωμα του Προέδρου είναι κενό.
  6. Ένα πρόσωπο εγκαταλείπει το αξίωμα του Προέδρου:
    1. στην περίπτωση ενός Προέδρου που εκλέγεται μεταξύ ατόμων που δεν είναι μέλη της Βουλής:
      1. όταν η Βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από οποιαδήποτε διάλυση του Κοινοβουλίου, ή
      2. εάν χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα,
      3. εάν προκύψουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που θα τον καθιστούσαν αποκλεισμένο για εκλογή ως μέλος της Βουλής δυνάμει οποιασδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 39 του παρόντος Συντάγματος, ή
    2. στην περίπτωση ενός Προέδρου που εκλέγεται μεταξύ των μελών της Βουλής:
      1. εάν παύσει να είναι μέλος της Βουλής, εκτός από την περίπτωση που ο Πρόεδρος δεν εγκαταλείψει το αξίωμά του μόνο λόγω του ότι έχει παύσει να είναι μέλος της Βουλής κατά τη διάλυση του Κοινοβουλίου έως ότου η Βουλή συναντηθεί για πρώτη φορά μετά τη διάλυση, ή
      2. αν διοριστεί ως Υπουργός ή κοινοβουλευτικός Γραμματέας.
  7. Ένα άτομο απομακρύνεται από το αξίωμα του Αναπληρωτή Προέδρου:
    1. εάν παύσει να είναι μέλος της Βουλής,
    2. εάν διοριστεί ως Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας, ή
    3. αν εκλεγεί ως Πρόεδρος.
    1. Εάν, δυνάμει του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος υποχρεωθεί να παύσει να ασκεί τα καθήκοντα του ως μέλος του Σώματος, παύει επίσης να εκτελεί τα καθήκοντα του ως Πρόεδρος ή Αναπληρωτής, και τα καθήκοντα αυτά, έως ότου εγκαταλείψει την έδρα του στη Βουλή ή συνεχίσει την εκτέλεση των καθηκόντων του αξιώματός του, εκτελούνται:
      1. στην περίπτωση του Προέδρου, από τον Αναπληρωτή Πρόεδρο ή, εάν το γραφείο του Αναπληρωτή Προέδρου είναι κενό ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος υποχρεούται να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, από ένα μέλος της Βουλής (ο οποίος δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), μετά από εκλογή της Βουλής για τον σκοπό αυτό, ή
      2. στην περίπτωση του Αναπληρωτή Προέδρου, από μέλος της Βουλής (ο οποίος δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας), μετά από εκλογή της Βουλής για τον σκοπό αυτό.
  8. Αν ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος επαναλάβουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μέλη της Βουλής, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος, μπορούν να συνεχίσουν την εξάσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την περίσταση.

43. Ταμίες των Κοινοβουλίων και το προσωπικό τους

  1. Πρέπει να υπάρχει Ταμίας στη Γερουσία και στη Βουλή, αλλά τα δύο αξιώματα μπορούν να βρίσκονται στην κατοχή του ίδιου προσώπου.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου εκδίδεται από το Κοινοβούλιο, το αξίωμα του Ταμία κάθε κοινοβουλευτικού σώματος και τα αξιώματα των μελών του προσωπικού τους είναι δημόσια αξιώματα.

44. Προσδιορισμός των ζητημάτων ιδιότητας μέλους

  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει και να εξετάζει κάθε ζήτημα, εάν:
    1. κάθε πρόσωπο έχει εκλεγεί εγκύρως ως μέλος της Βουλής,
    2. κάθε πρόσωπο έχει διοριστεί εγκύρως ως Γερουσιαστής ή ως έκτακτο μέλος της Γερουσίας,
    3. κάθε πρόσωπο που έχει εκλεγεί ως Πρόεδρος μεταξύ ατόμων που δεν ήταν μέλη της Βουλής είχε το δικαίωμα να εκλεχθεί ή να κενώσει το αξίωμα του Προέδρου, ή
    4. κάθε μέλος της Βουλής έχει κενώσει την έδρα του ή απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 (2) του παρόντος Συντάγματος να παύσει να ασκεί οποιαδήποτε από τις λειτουργίες του ως μέλος της Βουλής.
  2. Κάθε αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (1) αυτού του άρθρου μπορεί να υποβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται να ψηφίσει στην εκλογή στην οποία αναφέρεται η αίτηση ή από οποιοδήποτε υποψήφιο πρόσωπο στις εκλογές αυτές ή από τον Γενικό Εισαγγελέα.
  3. Κάθε μέλος της Βουλής ή ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (2) ή του εδαφίου (1) (3) αυτού του άρθρου.
  4. Μπορεί να υποβληθεί αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος δυνάμει του εδαφίου (1) (4) αυτού του άρθρου:
    1. από οποιοδήποτε μέλος της Βουλής ή από τον Γενικό Εισαγγελέα, ή
    2. στην περίπτωση της έδρας ενός μέλους της Βουλής, από οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο σε κάποια εκλογική περιφέρεια ως ψηφοφόρος με σκοπό την εκλογή μελών της Βουλής.

@Εάν κάποιος άλλος πλην του Γενικού Εισαγγελέα υποβάλλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος βάσει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να παρέμβει και να εμφανιστεί ή να εκπροσωπηθεί στη δίκη.

  1. Κάθε ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου από οποιαδήποτε τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που καθορίζει ένα τέτοιο ερώτημα όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
  2. Οι περιστάσεις, ο τρόπος και η επιβολή όρων για την υποβολή οποιασδήποτε αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ζητήματος στο πλαίσιο αυτού του άρθρου και των εξουσιών, πρακτικών και διαδικασιών του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Εφετείου σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια εφαρμογή ρυθμίζεται από διάταξη που μπορεί να θεσπίσει το Κοινοβούλιο.
  3. Δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση από οποιαδήποτε απόφαση του Εφετείου κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχεται από το εδάφιο (6) του παρόντος άρθρου και δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση από οποιαδήποτε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σε διαδικασία δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτός από την τελική απόφαση προσδιορίζοντας ένα τέτοιο ερώτημα όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) αυτού του άρθρου.
  4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπόκειται στη διεύθυνση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

45. Πρόσωπα που δε διαθέτουν τα προσόντα με δικαίωμα παρακολούθησης ή ψήφου

  1. Κάθε πρόσωπο που παρακολουθεί ή ψηφίζει σε οποιαδήποτε Βουλή του Κοινοβουλίου γνωρίζει ή έχει βάσιμους λόγους να γνωρίζει ότι δεν δικαιούται να το πράξει, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια δολάρια, ή άλλο ποσό όπως μπορεί να αποφασιστεί από το Κοινοβούλιο, για κάθε ημέρα κατά την οποία αυτός ή αυτή συμμετέχει ή ψηφίζει σε αυτό το Σώμα.
  2. Κάθε δίωξη για αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκείται στο Ανώτατο Δικαστήριο και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Τμήμα 2. Εξουσίες και διαδικασίες του ΚοινοβουλίουΕπεξεργασία

46. Εξουσία θέσπισης νόμων Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, το Κοινοβούλιο μπορεί να θεσπίζει νόμους για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.

47. Τροποποίηση αυτού του Συντάγματος και του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου

  1. Το Κοινοβούλιο μπορεί να τροποποιήσει οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  2. Το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δε θεωρείται ότι ψηφίζεται από τη Βουλήη, εκτός εάν στην τελική του ανάγνωση στη Βουλή το νομοσχέδιο υποστηρίζεται από την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  3. Μια τροπολογία της Γερουσίας για ένα τέτοιο νομοσχέδιο όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου που εγκρίνεται από τη Βουλή δε θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί από τη Βουλή για τους σκοπούς του άρθρου 55 του παρόντος Συντάγματος εκτός εάν η συμφωνία αυτή εγκρίνεται με ψήφισμα που υποστηρίζεται από την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  4. Για τους σκοπούς του άρθρου 55 (4) του παρόντος Συντάγματος, η τροπολογία του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν προτείνεται στη Γερουσία από τη Βουλή, εκτός εάν έχει υπερψηφιστεί ψήφισμα που να εγκρίνει την τροποποίηση με την ψήφο τουλάχιστον των δύο τρίτων όλων των μελών της Βουλής.
  5. Δεν υποβάλλεται προς τον Γενικό Κυβερνήτη με σκοπό την έγκρισή του, νομοσχέδιο για την τροποποίηση αυτού του άρθρου, του παραρτήματος 1 του παρόντος Συντάγματος ή οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Συντάγματος που καθορίζονται στο Μέρος Ι του εν λόγω παραρτήματος ή σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος, εκτός αν:
    1. υπήρξε διάστημα όχι μικρότερο των ενενήντα ημερών μεταξύ της εισαγωγής του νομοσχεδίου στη Βουλή και της έναρξης της διαδικασίας στη Βουλή κατά τη δεύτερη ανάγνωση του νομοσχεδίου αυτού του Κοινοβουλίου ·
    2. αφότου έχει ψηφιστεί από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου ή, στην περίπτωση νομοσχεδίου στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 55 του παρόντος Συντάγματος, μετά την απόρριψη του από τη Γερουσία για δεύτερη φορά, και
    3. το νομοσχέδιο έχει εγκριθεί σε δημοψήφισμα, το οποίο διεξήχθη σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον λόγο αυτό από το Κοινοβούλιο, με όχι λιγότερο από τα δύο τρίτα όλων των ψήφων να θεωρούνται ως έγκυρα στο δημοψήφισμα.
  6. Κάθε πρόσωπο το οποίο, κατά το χρόνο διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, έχει δικαίωμα ψήφου στις εκλογές των μελών της Βουλής, δικαιούται να ψηφίσει σε δημοψήφισμα που διεξάγεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν μετά από απόφαση του Κοινοβουλίου χωρίς να υπάρχει δυνατότητα για ψήφο με εξουσιοδότηση.
  7. Η διεξαγωγή οποιουδήποτε δημοψηφίσματος για τους σκοπούς του εδαφίου (5) αυτού του άρθρου υπόκειται στη γενική εποπτεία του εποπτικού οργάνου των εκλογών και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις που μπορεί να αποφασίσει για τον σκοπό αυτό το Κοινοβούλιο.
    1. Νομοσχέδιο για την τροποποίηση του παρόντος Συντάγματος ή του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υποβάλλεταί στον Γενικό Κυβερνήτη με σκοπό την έγκρισή τοου, εκτός εάν συνοδεύεται από πιστοποιητικό από τον Πρόεδρο (ή εάν ο Πρόεδρος δεν είναι σε θέση να ασκήσει για οποιοδήποτε λόγο τα καθήκοντα του αξιώματός του, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος) ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των εδαφίων (2), (3) ή (4) του παρόντος άρθρου και, σε περίπτωση διεξαγωγής δημοψηφίσματος, βεβαίωση του Επιβλέποντος των Εκλογών με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος.
    2. Το πιστοποιητικό του Προεδρου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Αναπληρωτή Προέδρου στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου έχει οριστική ισχύ για την τήρηση των διατάξεων του εδαφίου (2), (3) ή (4) αυτού του άρθρου και δε δύναται να επιδικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

48. Όρκος πίστης από βουλευτές

  1. Κανένα μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου δε συμμετέχει στις εργασίες του Σώματος (εκτός των διαδικασιών που απαιτούνται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου) μέχρις ότου καταθέσει ενώπιον αυτού του Σώματος τον όρκο πίστης:

Υπό την προϋπόθεση ότι η εκλογή Προέδρου ή Αντιπροέδρου και η εκλογή Προέδρου και Αναπληρωτή Προέδρου μπορεί να λάβει χώρα πριν τα μέλη της Γερουσίας ή της Βουλής, ανάλογα με την περίπτωση, έχουν ορκιστεί και έχουν υπογράψει αυτόν.

  1. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο σε ένα μέλος της Βουλής περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του Προέδρου ή λόγω άσκησης ή ενεργείας στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.

49. Προεδρία στη Γερουσία και στη Βουλή

  1. Ο Πρόεδρος ή, ελλείψει αυτού, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή, αν απουσιάζουν και οι δύο, ένας Γερουσιαστής (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας) που εκλέγεται από τη Γερουσία για τη συνεδρίαση αυτή προεδρεύει σε κάθε συνεδρίαση της Γερουσίας:

Υπό τον όρο ότι ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, ανάλογα με την περίπτωση, δεν θα προεδρεύει όταν μια πρόταση για την απομάκρυνσή του από το αξίωμα εξετάζεται ενώπιον της Γερουσίας.

  1. Ο Πρόεδρος ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, ή αν απουσιάζουν και οι δύο, ένα μέλος της Βουλής (που δεν είναι Υπουργός ή Κοινοβουλευτικός Γραμματέας) που εκλέγεται από τη Βουλή για τη συνεδρίαση αυτή προεδρεύει σε κάθε συνεδρίαση του Σώματος:

Υπό την προϋπόθεση ότι ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, κατά περίπτωση, δεν προεδρεύει όταν υποβάλλεται αίτηση για την απομάκρυνσή του ενώπιον της Βουλής.

50. Απαρτία

  1. Εάν σε οποιαδήποτε συνεδρίαση οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου οποιοδήποτε μέλος του εκάστοτε Σώματος που είναι παρών ενημερώνει το πρόσωπο που προεδρεύει στη συνεδρίαση για την έλλειψη απαρτίας και μετά από το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό του Σώματος, ο προεδρεύοντας της συνεδρίασης, διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει ακόμη απαρτία του Σώματος, οι λειτουργίες του Σώματος θα διακόπτονται.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η απαρτία της Γερουσίας αποτελείται από έξι μέλη και η απαρτία της Βουλής αποτελείται από έξι μέλη ή μεγαλύτερο αριθμό σε κάθε περίπτωση όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο και σε καμία περίπτωση ο προεδρεύοντας της συνεδρίασης, δε συμπεριλαμβάνεται στην καταμέτρηση της απαρτίας.

51. Ψηφοφορία

  1. Εκτός αν υπάρχουν διατάξεις που αντιβαίνουν στο παρόν Σύνταγμα, κάθε προτεινόμενο ζήτημα σε οποιοδήποτε Σώμα του Κοινοβουλίου εγκρίνεται με την πλειοψηφία των ψήφων των παρόντων και των ψηφοφόρων μελών.
  2. Ο Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Γερουσία και ο Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή δεν έχει δικαίωμα ψήφου, εκτός αν σε οποιοδήποτε ζήτημα υπάρχει ισοψηφία, οπότε, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο, έχει δικαίωμα ψήφου στην ψηφοφορία:

Υπό την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση του ζητήματος της τελικής ανάγνωσης ενός νομοσχεδίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 (2) του παρόντος Συντάγματος, ένας Πρόεδρος ή άλλο μέλος που προεδρεύει στη Βουλή και είναι εκλεγμένο μέλος της Βουλής θα έχει δικαίωμα ψήφου αλλά όχι αποφασιστική ψήφο.

  1. Ο Πρόεδρος ο οποίος δεν είναι εκλεγμένο μέλος της Βουλής δεν έχει ούτε πρωτότυπη ούτε αποφασιστική ψήφο και αν, σε οποιαδήποτε ζήτημα ενώπιον της Βουλής, όταν προεδρεύει ένας τέτοιος Πρόεδρος, και υπάρχει ισοψηφία, η πρόταση ακυρώνεται.

52. Τρόπος άσκησης νομοθετικής εξουσίας

  1. Η εξουσία του Κοινοβουλίου να εκδίδει νόμους ασκείται από νομοσχέδια που εκδίδονται από τη Γερουσία και τη Βουλή (ή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 54 και 55 του παρόντος Συντάγματος για τη Βουλή) και τα οποία έχει εγκρίνει ο Γενικός Κυβερνήτης για λογαριασμό Της Αυτού Μεγαλειότητος.
  2. Όταν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, σημαίνει ότι συναινεί σε αυτό.
  3. Όταν ο Γενικός Κυβερνήτης εγκρίνει ένα νομοσχέδιο που του έχει υποβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, το νομοσχέδιο καθίσταται νόμος και ο Ταμίας της Σώματος υποχρεώνει τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως νόμου.
  4. Κανένας νόμος του Κοινοβουλίου δεν τίθεται σε εφαρμογή μέχρι να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, αλλά το Κοινοβούλιο μπορεί να αναβάλει την έναρξη ισχύος οποιουδήποτε νόμου.

53. Περιορισμοί όσον αφορά ορισμένα οικονομικά μέτρα

  1. Οποιοδήποτε νομοσχέδιο εκτός από δημοσιονομικό νομοσχέδιο μπορεί να εισαχθεί σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου. Τα δημοσιονομικά νομοσχέδια δεν μπορούν να εισαχθούν στη Γερουσία.
  2. Εκτός αν υπάρχει πρόταση Υπουργού που εξουσιοδοτείται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κανένα Σώμα του Κοινοβουλίου δεν μπορεί:
    1. να προχωρήσει σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε τροποποίησης νομοσχεδίου) που, κατά τη γνώμη του προεδρεύοντος, προβλέπει έναν από τους ακόλουθους σκοπούς:
      1. την επιβολή φορολογίας ή την τροποποίηση της φορολογίας σε οτιδήποτε πέρα από μείωση,
      2. την επιβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης στο Ενοποιημένο Ταμείο ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή την τροποποίηση οποιουδήποτε τέτοιου τέλους σε οτιδήποτε πέρα από μείωση,
      3. για την πληρωμή, έκδοση ή απόσυρση από το Ενοποιημένο Ταμείο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών που δεν χρεώθηκαν ή οποιαδήποτε αύξηση του ποσού αυτής της πληρωμής, έκδοσης ή απόσυρσης, ή
      4. για τη σύσταση ή τη διαγραφή οποιουδήποτε χρέους που οφείλεται στο Στέμμα, ή
    2. να προβεί σε κάθε πρόταση (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε τροποποίησης μιας πρότασης), η οποία, κατά τη γνώμη του προεδρεύοντος, θα είχε ως αποτέλεσμα να προβλεφθεί οποιοσδήποτε από τους σκοπούς αυτούς.

54. Περιορισμοί στις εξουσίες της Γερουσίας ως προς τα δημοσιονομικά νομοσχέδια

  1. Εάν ένα νομοσχέδιο, αφού εγκριθεί από τη Βουλή και αποσταλεί στη Γερουσία τουλάχιστον ένα μήνα πριν από το τέλος της νομοθετικής περιόδου, δεν ψηφιστεί από τη Γερουσία χωρίς τροποποιήσεις εντός ενός μηνός από την αποστολή του στη Γερουσία, το νομοσχέδιο εκτός εάν η Βουλή αποφασίσει διαφορετικά, υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση, παρά το γεγονός ότι η Γερουσία δεν έχει συναινέσει στο νομοσχέδιο.
  2. Σε κάθε δημοσιονομικό νομοσχέδιο πρέπει, όταν αποστέλλεται στη Γερουσία, να προσυπογράφεται το πιστοποιητικό του Προέδρου το οποίο υπογράφεται από αυτόν ότι πρόκειται για δημοσιονομικό νομοσχέδιο. Και θα προσυπογράφεται σε οποιοδήποτε δημοσιονομικό νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση σύμφωνα με το εδάφιο (1) αυτού του άρθρου, το πιστοποιητικό του Προέδρου που υπογράφεται από αυτόν ότι πρόκειται για δημοσιονομικό νομοσχέδιο και ότι οι διατάξεις του είναι νόμιμες.

55. Περιορισμοί στις εξουσίες της Γερουσίας ως προς νομοσχέδια πέρα από δημοσιονομικά νομοσχέδια

  1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε κάθε άλλο νομοσχέδιο εκτός από νομοσχέδιο το οποίο εγκρίνεται από τη Βουλή σε δύο διαδοχικές συνόδους (ανεξάρτητα από το εάν το Κοινοβούλιο διαλυθεί ή όχι μεταξύ αυτών των συνόδου) και αφού έχει αποσταλεί στη Γερουσία σε κάθε σύνοδο τουλάχιστον έναν μήνα πριν από το τέλος της συνόδου, απορρίπτεται από τη Γερουσία σε κάθε σύνοδο.
  2. Ένα νομοσχέδιο στο οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο θα πρέπει να υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη για έγκριση μετά την απόρριψή του για δεύτερη φορά από τη Γερουσία, εκτός εάν άλλως αποφασίσει η Βουλή, παρά το γεγονός ότι η Γερουσία δεν έχει συναινέσει στο νομοσχέδιο:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. οι προηγούμενες διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν ισχύουν εκτός εάν έχουν παρέλθει τουλάχιστον τρεις μήνες μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τη Βουλή κατά την πρώτη σύνοδο και της ημερομηνίας κατά την οποία εγκρίθηκε από τη Βουλή κατά τη δεύτερη σύνοδο, και
    2. ένα νομοσχέδιο όπως αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 47 του παρόντος Συντάγματος δεν πρέπει να υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση, εκτός εάν τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου και η εξουσία που παρέχεται στη Βουλή από το παρόν εδάφιο για να αποφασίσει ότι ένα νομοσχέδιο δεν θα υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση δεν θα ασκείται σε σχέση με ένα τέτοιο νομοσχέδιο.
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα νομοσχέδιο που αποστέλλεται στη Γερουσία από τη Βουλή σε οποιαδήποτε σύνοδο θεωρείται ότι είναι το ίδιο νομοσχέδιο με ένα προηγούμενο νομοσχέδιο που αποστέλλεται στη Γερουσία κατά την προηγούμενη σύνοδο εάν, όταν αποσταλεί στη Γερουσία, είναι πανομοιότυπο με το προηγούμενο νομοσχέδιο ή περιέχει μόνο τις τροποποιήσεις που πιστοποιούνται από τον Πρόεδρο ως αναγκαίες λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει από την ημερομηνία του προηγούμενου νομοσχεδίου ή για την παρουσίαση οποιωνδήποτε τροποποιήσεων έχουν γίνει από τη Γερουσία στο προηγούμενο νομοσχέδιο στην προηγούμενη σύνοδο.
  2. Εάν η Βουλή το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να εγκρίνει νομοσχέδιο που θεωρείται ότι είναι το ίδιο νομοσχέδιο με προηγούμενο νομοσχέδιο που διαβιβάστηκε στη Γερουσία κατά την προηγούμενη σύνοδο, να προτείνει ενδεχόμενες τροποποιήσεις χωρίς να συμπεριλάβει τις τροποποιήσεις στο νομοσχέδιο με αυτές τις τροποποιήσεις να εξετάζονται από τη Γερουσία και, εφόσον συμφωνηθεί από τη Γερουσία, να θεωρούνται ως τροποποιήσεις της Γερουσίας για τις οποίες υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της Βουλής. Αλλά η άσκηση αυτής της εξουσίας από τη Βουλή δε θα επηρεάσει τη λειτουργία αυτού του άρθρου σε περίπτωση απόρριψης του νομοσχεδίου στη Γερουσία.
  3. Σε κάθε νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, προστίθεται οποιαδήποτε τροποποίηση που πιστοποιείται από τον Πρόεδρο ότι έχει γίνει στο νομοσχέδιο από τη Γερουσία κατά τη δεύτερη σύνοδο και έχει συμφωνηθεί από τη Βουλή.
  4. Σε οποιοδήποτε νομοσχέδιο που υποβάλλεται στον Γενικό Κυβερνήτη προς έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο θα πρέπει να προσυπογράφεται το πιστοποιητικό του Προέδρου σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.

56. Διατάξεις σχετικά με τα άρθρα 53, 54 και 55

  1. Στα άρθρα 53, 54 και 55 του παρόντος Συντάγματος, ως «δημοσιονομικό νομοσχέδιο» νοείται δημόσιο νομοσχέδιο το οποίο, κατά την άποψη του Προέδρου, περιέχει μόνο διατάξεις που αφορούν όλα ή οποιαδήποτε από τα ακόλουθα θέματα, δηλαδή την επιβολή, την κατάργηση, διαγραφή, τροποποίηση ή ρύθμιση της φορολογίας, την επιβολή χρεωλυσίων ή άλλων οικονομικών σκοπών, επιβαρύνσεων δημοσίου χρήματος ή την τροποποίηση ή την κατάργηση τέτοιων επιβαρύνσεων, τη χορήγηση χρημάτων στο Στέμμα ή σε οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο ή τη μεταβολή ή την ανάκληση οποιασδήποτε τέτοιας επιχορήγησης, την απόκτηση, παραλαβή, επιμέλεια, επένδυση, έκδοση ή έλεγχο λογαριασμών δημόσιου χρήματος, την είσπραξη ή την εγγύηση δανείου ή την εξόφλησή του ή τη σύσταση, τροποποίηση, διαχείριση ή κατάργηση οποιουδήποτε βυθιζόμενου κεφαλαίου που παρέχεται σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο δάνειο, ή δευτερεύοντα θέματα που σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα θέματα. Και στο παρόν εδάφιο οι όροι «φορολογία», «χρέος», «δημόσιο χρήμα» και «δάνειο» δεν περιλαμβάνουν επιβαλλόμενη φορολογία, οφειλόμενο χρέος ή χρήματα ή δάνειο που προέρχεται από τοπική αρχή ή οργανισμό για τοπικούς σκοπούς.
  2. Για τους σκοπούς του άρθρου 52 του παρόντος Συντάγματος, ένα νομοσχέδιο θεωρείται ότι απορρίφθηκε από τη Γερουσία, όταν!
    1. δεν ψηφίζεται από τη Γερουσία χωρίς τροποποιήσεις, ή
    2. εγκρίνεται από τη Γερουσία με οποιαδήποτε τροπολογία που δεν συμφωνήθηκε από τη Βουλή.
  3. Όταν η θέση του Προέδρου είναι κενή ή ο Πρόεδρος δεν είναι σε θέση να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον του που του απονέμει το άρθρο 54 ή 55 του παρόντος Συντάγματος ή του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου, τα καθήκοντα αυτά μπορούν να εκτελούνται από τον Αναπληρωτή Πρόεδρο.
  4. Οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου που παρέχεται βάσει των άρθρων 54 ή 55 του παρόντος Συντάγματος είναι καθοριστικό για όλους τους σκοπούς και δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

57. Κανονισμός διαδικασίας των κοινοβουλίων

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου μπορεί να ρυθμίζει τον δικό του εσωτερικό κανονισμό και μπορεί ιδίως να θεσπίζει κανόνες για την εύρυθμη διεξαγωγή των δικών της υποθέσεων.
  2. Κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου μπορεί να ενεργεί παρά την ύπαρξη κενής θέσης σε οποιοδήποτε μέλος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε κενής θέσης, όταν το Σώμα συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από εθνικές εκλογές) και την παρουσία ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου που δεν δικαιούται να παρίσταται ή να συμμετέχει στη διαδικασία του Σώματος χωρίς να ακυρώνει την εν λόγω διαδικασία.

58. Ελευθερία λόγου στις εργασίες του Κοινοβουλίου

  1. Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διάταξης του Κοινοβουλίου σχετικά με τις εξουσίες, τα προνόμια και τις ασυλίες του Κοινοβουλίου και των επιτροπών του ή τα προνόμια και τις ασυλίες των μελών και των αξιωματούχων οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου και άλλων εμπλεκομένων στις εργασίες του Κοινοβουλίου ή στις επιτροπές του, δεν μπορεί να ασκηθεί καμία πολιτική ή ποινική διαδικασία εναντίον οποιουδήποτε μέλους κάθε Σώματος του Κοινοβουλίου για λόγους που εκφωνήθηκαν προηγουμένως ή γραπτά σε έκθεση προς το Σώμα του Κοινοβουλίου στο οποίο είναι μέλος ή επιτροπή ή οποιαδήποτε μεικτή επιτροπή της Γερουσίας και της Βουλής ή λόγω οποιουδήποτε θέματος ή αντικειμένου που ασκείται από αυτόν με αναφορά, νομοσχέδιο, ψήφισμα, κίνηση ή άλλως.
  2. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο προς μέλος της Βουλής περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε πρόσωπο είναι μέλος της Βουλής με την ιδιότητα του Προέδρου ή λόγω άσκησης ή ενεργείας στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.
  3. Όταν ο Γενικός Εισαγγελέας ή ένας Υπουργός συμμετέχει στις εργασίες της Γερουσίας σύμφωνα με αίτηση που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34 ή, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του άρθρου 35 του παρόντος Συντάγματος και παρέχει εξηγήσεις στη Γερουσία σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, οι διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε σχέση με τον Γενικό Εισαγγελέα ή, ανάλογα με την περίπτωση, με τον Υπουργό αυτό, όπως εφαρμόζονται σε σχέση με μέλη της Γερουσίας.
  4. Όταν ένας Υπουργός συμμετέχει στις εργασίες της Βουλής σύμφωνα με αίτημα του άρθρου 37 του παρόντος Συντάγματος και παρέχει εξηγήσεις στο Σώμα σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι διατάξεις του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου εφαρμόζονται σε σχέση με αυτόν τον Υπουργό, όπως εφαρμόζονται σε μέλη της Βουλής.

Τμήμα 3. Σύγκληση, αναστολή και διάλυση του ΚοινοβουλίουΕπεξεργασία

59. Σύνοδοι του Κοινοβουλίου

  1. Κάθε σύνοδος του Κοινοβουλίου διεξάγεται σε συγκεκριμένη τοποθεσία εντός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και αρχίζει την ίδια χρονική περίοδο (το αργότερο εντός έξι μηνών από το τέλος της προηγούμενης συνόδου, εάν έχει το Κοινοβούλιο έχει ανασταλεί ή τέσσερις μήνες μετά το πέρας της εν λόγω συνόδου εάν το Κοινοβούλιο έχει διαλυθεί), όπως ορίζει ο Γενικός Κυβερνήτης με Διακήρυξη.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, το διάστημα μεταξύ των συνόδων του Κοινοβουλίου δεν διαρκεί περισσότερο από τρεις μήνες κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συνόδου του Κοινοβουλίου και, υπό την επιφύλαξη αυτών, οι σύνοδοι του Κοινοβουλίου διεξάγονται σε χρόνο και τόπο όπως το Κοινοβούλιο μπορεί, με τον εσωτερικό της κανονισμό ή με άλλο τρόπο, να καθορίσει.

60. Αναστολή και διάλυση του Κοινοβουλίου

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με την παρότρυνση του Πρωθυπουργού, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναστείλει ή να διαλύσει το Κοινοβούλιο.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο, εκτός εάν διαλυθεί σε σύντομο διάστημα, συνεχίζει για πέντε έτη από την ημερομηνία της πρώτης συνόδου του μετά από οποιαδήποτε διάλυση και στη συνέχεια διαλύεται.
  3. Σε οποιαδήποτε στιγμή που η Αυτού Μεγαλειότης βρίσκεται σε πόλεμο, το Κοινοβούλιο μπορεί να παρατείνει την πενταετή περίοδο που ορίζεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου για δώδεκα μήνες κατ' ανώτατο όριο, με την προϋπόθεση ότι η διάρκεια του Κοινοβουλίου δεν θα παραταθεί βάσει του παρόντος εδαφίου για περισσότερο από πέντε έτη.
  4. Όταν μεταξύ της διάλυσης του Κοινοβουλίου και των επόμενων εθνικών εκλογών των μελών του Σώματος προκύπτει έκτακτη ανάγκη τέτοιας φύσης ώστε, κατά τη γνώμη του πρωθυπουργού, είναι απαραίτητο να κληθούν τα δύο Σώματα πριν από τις εθνικές εκλογές, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με βάση τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί να συγκαλέσει τα δύο Σώματα του προηγούμενου Κοινοβουλίου, αλλά η εκλογή των μελών της Βουλής θα προχωρήσει και το Κοινοβούλιο που έχει κληθεί, αν δε διαλυθεί μεταγενέστερα, διαλύεται την ημέρα κατά την οποία διεξάγονται οι εθνικές εκλογές.
  5. Ο Γενικός Κυβερνήτης κατά τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να διαλύσει το Κοινοβούλιο εάν η πλειοψηφία όλων των μελών της Βουλής εγκρίνει ψήφισμα που δεν αίρει την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν παραιτείται εντός επτά ημερών από τη λήψη αυτού του ψηφίσματος είτε παραιτείται από το αξίωμα του ή προτείνει τη διάλυση του Κοινοβουλίου.

61. Εθνικές εκλογές και διορισμός Γερουσιαστών

  1. Οι εθνικές εκλογές των μελών της Βουλής διεξάγονται σε χρονικό διάστημα εντός τριών μηνών μετά από κάθε διάλυση του Κοινοβουλίου, όπως ορίζει ο Γενικός Κυβερνήτη, σύμφωνα με την πρόταση του Πρωθυπουργού.
  2. Το συντομότερο δυνατόν μετά από τη διενέργεια εθνικών εκλογών, ο Γενικός Κυβερνήτης προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος Συντάγματος, στον διορισμό Γερουσιαστών.

Τμήμα 4. Οριοθετήσεις των εκλογικών περιφερειώνΕπεξεργασία

62. Εκλογικές περιφέρειες

  1. Για τους σκοπούς της εκλογής των μελών της Βουλής, η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα χωρίζονται σε αριθμό εκλογικών περιφερειών, εκ των οποίων τουλάχιστον η μία βρίσκεται στη Μπαρμπούντα, με όρια που προβλέπονται από διάταγμα του Γενικού Κυβερνήτη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Κάθε εκλογική περιφέρεια εκλέγει ένα μέλος στη Βουλή.

63. Επιτροπή περί των ορίων των εκλογικών περιφερειών

  1. Συστήνεται Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, η οποία διορίζεται από καιρού εις καιρόν για να αναθεωρεί τον αριθμό και τα όρια των εκλογικών περιφερειών και να υποβάλλει σχετική έκθεση στον Πρόεδρο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος και η οποία αποτελείται από:
    1. έναν πρόεδρο ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με πρόταση του πρωθυπουργού, μετά από διαβούλευση του πρωθυπουργού με τον ηγέτη της αντιπολίτευσης,
    2. δύο μέλη που ορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με πρόταση του πρωθυπουργού, και
    3. ένα μέλος που ορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη και ενεργεί σύμφωνα με πρόταση του ηγέτη της αντιπολίτευσης.
  2. Το πρόσωπο δε δύναται να διοριστεί ως μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, εάν είναι Γερουσιαστής, μέλος της Βουλής ή δημόσιος αξιωματούχος.
  3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών θα παύεται από το αξίωμά του αν προκύψουν τυχόν περιστάσεις όπου, εάν δεν ήταν μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών, θα οδηγούσε στον αποκλεισμό από τον διορισμό του.
  4. Όλα τα μέλη της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών παύονται από το αξίωμα και η Επιτροπή παύει να υφίσταται:
    1. δώδεκα μήνες μετά την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής στον Πρόεδρο δυνάμει του άρθρου 64 του παρόντος Συντάγματος,
    2. κατά την ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 65 του παρόντος Συντάγματος, οι προτάσεις που απορρέουν από την έκθεση της Επιτροπής εγκρίνονται σε διάταγμα από τον Γενικό Κυβερνήτη, ή
    3. κατά τη διάλυση του Κοινοβουλίου μετά τον διορισμό της Επιτροπής, όποιο από τα δύο λαμβάνει χώρα νωρίτερα.
  5. Ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί να παυθεί από το αξίωμα αλλά μόνο λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του (είτε αυτή προέρχεται νοητική ή σωματική αναπηρία είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία) ή από κακή συμπεριφορά και δεν πρέπει να παυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Ένα μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών παύεται από τον Γενικό Κυβερνήτη αν το ζήτημα της απομάκρυνσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το αξίωμα λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς.
  7. Εάν ο Πρωθυπουργός ή ο ηγέτης της αντιπολίτευσης αναφέρει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα της απομάκρυνσης ενός μέλους της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών από το αξίωμα λόγω αδυναμίας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς,
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης συστήνει δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη που επιλέγονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Προέδρου, από πρόσωπα που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή σε δικαστήριο που έχει απεριόριστη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο τμήμα της Κοινοπολιτείας ή δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε προσφυγές από οποιοδήποτε τέτοιο δικαστήριο, και
    2. το δικαστήριο διερευνά το θέμα και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και συνιστά στο Γενικό Κυβερνήτη να αποφασίσει εάν το μέλος της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το αξίωμα λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή λόγω κακής συμπεριφοράς.
  8. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί να ορίζει τον δικό της κανονισμό.
  9. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών μπορεί, με τη συγκατάθεση του Πρωθυπουργού, να αναθέτει αρμοδιότητες και να επιβάλλει καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο αξιωματούχο ή σε οποιαδήποτε αρχή της Κυβέρνησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.
  10. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών δύναται να ενεργεί, με την επιφύλαξη του εσωτερικού της κανονισμού, ανεξάρτητα από τυχόν κενή θέση στα μέλη της και η διαδικασία της δεν ακυρώνεται από την παρουσία ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου που δεν δικαιούται να παρίσταται ή να συμμετέχει στις διαδικασίες αυτές:

Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας όλων των μελών της.

  1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών δεν υπόκειται στον έλεγχο ή την κατεύθυνση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

64. Έκθεση της Επιτροπής

  1. Η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών ασχολείται μετά τον διορισμό της με την αναθεώρηση του αριθμού των εκλογικών περιφερειών στις οποίες χωρίζεται η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και των ορίων τους και υποβάλει έκθεση στον Πρόεδρο, στην οποία αναφέρει εάν και αν ναι, ποιες αλλαγές προτείνει η Επιτροπή να γίνουν στον αριθμό ή στα όρια αυτών των περιφερειών.
  2. Η έκθεση της Επιτροπής Ορίων Εκλογικών Περιφερειών υποβάλλεται στον Πρόεδρο σύμφωνα με το παρόν άρθρο τουλάχιστον δύο ή περισσότερα από πέντε έτη μετά την ημερομηνία υποβολής της τελευταίας αυτής έκθεσης.
  3. Κατά την επανεξέταση του αριθμού και των ορίων των εκλογικών περιφερειών και την υποβολή της σχετικής έκθεσής της, η Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών καθοδηγείται από τις γενικές αρχές που ορίζει το Κοινοβούλιο.

65. Διαδικασία μετά την έκθεση

  1. Το συντομότερο δυνατόν μετά την υποβολή της έκθεσης από την Επιτροπή Ορίων Εκλογικών Περιφερειών σύμφωνα με το άρθρο 64 του παρόντος Συντάγματος, ο Πρωθυπουργός υποβάλλει στη Βουλή προς έγκριση το σχέδιο διατάγματος του Γενικού Κυβερνήτη για την εκτέλεση, είτε με ή χωρίς τροποποιήσεις, στις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση και αυτό το σχέδιο διατάγματος μπορεί να προβλέπει οποιαδήποτε θέματα που φαίνονται στον πρωθυπουργό ως παρεπόμενα ή επακόλουθα των άλλων διατάξεων του σχεδίου.
  2. Όταν ένα σχέδιο διατάγματος που υποβλήθηκε στη Βουλή βάσει του παρόντος άρθρου θέτει σε ισχύ τέτοιες συστάσεις με τροποποιήσεις, ο Πρωθυπουργός υποβάλλει ενώπιον της Βουλής μαζί με το σχέδιο διατάγματος μια έκθεση λόγων για τις τροποποιήσεις.
  3. Εάν η πρόταση για την έγκριση οποιουδήποτε σχεδίου διατάγματος που έχει υποβληθεί ενώπιον της Βουλής βάσει του παρόντος άρθρου απορριφθεί από τη Βουλή ή αποσύρεται από τη Βουλή, ο Πρωθυπουργός τροποποιεί το σχέδιο διατάγματος και θέτει το τροποποιημένο σχέδιο στη Βουλή.
  4. Εάν ένα σχέδιο διατάγματος που υποβλήθηκε ενώπιον της Βουλής βάσει του παρόντος άρθρου εγκριθεί με απόφαση της Βουλής, ο Πρωθυπουργός το υποβάλλει στον Γενικό Κυβερνήτη ο οποίος θα εκδώσει Διάταγμα ως προς το σχέδιο. Το διάταγμα τίθεται σε ισχύ κατά την επόμενη διάλυση του Κοινοβουλίου.
  5. Το ζήτημα της εγκυρότητας οποιουδήποτε διατάγματος από τον Γενικό Κυβερνήτη που υποτίθεται ότι γίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και αναφέρει ότι ένα σχέδιο αυτού έχει εγκριθεί με απόφαση της Βουλής δε θα πρέπει εκδικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

Τμήμα 5. Ο ΔιαμεσολαβητήςΕπεξεργασία

66. Σύσταση, διορισμός, καθήκοντα κλπ. του Διαμεσολαβητή

  1. Υπάρχει αξιωματούχος του Κοινοβουλίου ο οποίος είναι γνωστός ως Διαμεσολαβητής, ο οποίος δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία αποζημίωσης ούτε στη δημόσια διοίκηση ούτε με άλλο τρόπο, ούτε να ασκεί οποιαδήποτε επαγγέλματα για ανταμοιβή εκτός από τα καθήκοντα του αξιώματός του.
  2. Ο Διαμεσολαβητής διορίζεται με ψηφίσματα κάθε Σώματος του Κοινοβουλίου υπό τους όρους που προβλέπονται σε αυτό.
  3. Ο Διαμεσολαβητής δεν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του αξιώματός του μέχρις ότου δώσει και προσυπογράψει ενώπιον του Προέδρου τον όρκο της πίστης και τον όρκο του αξιώματος.
  4. Το Κοινοβούλιο μπορεί να προβλέψει τις λειτουργίες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα του Διαμεσολαβητή.
  5. Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να παυθεί από το αξίωμά του μόνο για ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων του (είτε προέρχεται από σωματική ή πνευματική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) είτε από κακή συμπεριφορά και δεν μπορεί να παυθεί παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας ενότητας.
  6. Ο Διαμεσολαβητής παύει να ασκεί τα καθήκοντά του με αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου αν το ζήτημα της απομάκρυνσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στο Κοινοβούλιο ότι θα έπρεπε να παυθεί από το αξίωμα για ανικανότητα όπως προαναφέρθηκε ή για κακή συμπεριφορά.
  7. Εάν και από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου επιλυθεί το ζήτημα της παύσης του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου με αποτέλεσμα την πραγματοποίηση έρευνας,
    1. ο Πρόεδρος θα συστήσει δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη που επιλέγονται από τον ανώτατο δικαστή μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή ενώπιον δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε οποιοδήποτε μέρος της Κοινοπολιτείας ή δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε προσφυγές από ένα τέτοιο δικαστήριο, και
    2. το δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα και θα υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Πρόεδρο και θα εισηγηθεί στο Κοινοβούλιο μέσω του Προέδρου εάν πρέπει να παυθεί ο Διαμεσολαβητής στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
  8. Αν το ζήτημα της παύσης του Διαμεσολαβητή έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, και οι δύο Βουλές μπορούν με ψήφισμα να παύσουν τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντα του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί με αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου και σε κάθε περίπτωση παύει να ισχύει εάν το δικαστήριο συστήσει στο Κοινοβούλιο μέσω του Προέδρου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν πρέπει να παυθεί.
  9. Αν ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του για οποιονδήποτε λόγο, και τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου μπορούν με αποφάσεις να ορίσουν ένα πρόσωπο το οποίο θα ενεργεί ως Διαμεσολαβητής και κάθε πρόσωπο που διορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8) του παρόντος άρθρου, συνεχίζει να ενεργεί έως ότου ο Διαμεσολαβητής επανέλθει στα καθήκοντά του ή μέχρις ότου ανακληθεί ο διορισμός του μετά από αποφάσεις των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου.
  10. Ο Διαμεσολαβητής, κατά την άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

Τμήμα 6. Ο Επόπτης των ΕκλογώνΕπεξεργασία

67. Διορισμός, καθήκοντα και παύση του Επόπτη των Εκλογών

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, με σημείωση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζει Επόπτη των Εκλογών μετά από αποφάσεις και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου, διευκρινίζοντας το πρόσωπο που έχει οριστεί για διορισμό.
  2. Ο Επόπτης των Εκλογών έχει και ασκεί τις λειτουργίες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπει ο νόμος.
  3. Το αξίωμα του Επόπτη των Εκλογών είναι δημόσιο αξίωμα.
  4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (6) αυτού του άρθρου, ο Επόπτης των Εκλογών παύεται από το αξίωμά του όταν φθάσει σε συγκεκριμένη ηλικία αυτή ή μετά την εκπνοή της θητείας του, όπως ορίζεται από το Κοινοβούλιο.
  5. Το πρόσωπο που ασκεί το αξίωμα του Επόπτη των Εκλογών μπορεί να παυθεί από το αξίωμά του μόνο για ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων του (είτε προέρχεται από σωματική ή πνευματική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) ή από κακή συμπεριφορά και δεν μπορεί να παυθεί παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Ο Γενικός Κυβερνήτης παύει τον Επόπτη των Εκλογών αν το ζήτημα της παύσης του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (7) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτηη ότι θα έπρεπε να παυθεί λόγω ανικανότητας όπως προαναφέρθηκε ή για κακή συμπεριφορά.
  7. Εάν υπάρχει έγκριση ψηφισμάτων και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου για τη διερεύνηση του ζητήματος της παύσης του Επόπτη των Εκλογών στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου,
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης συστήνει δικαστήριο που αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη, που επιλέγονται μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή δικαστηρίου που έχει πλήρη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο μέρος της Κοινοπολιτείας ή ενός δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία στις προσφυγές ενός τέτοιου δικαστηρίου, και
    2. το δικαστήριο εξετάζει το θέμα και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και του συστήνει εάν ο Επόπτης των Εκλογών θα πρέπει να παυθεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
  8. Αν το ζήτημα της απομάκρυνσης του Επόπτη των Εκλογών έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο βάσει του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, μπορεί να παύσει τον Επόπτη των Εκλογών από την άσκηση των καθηκόντων του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές που προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση παύει να έχει επιπτώσεις αν το δικαστήριο συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι ο Επόπτης των Εκλογών δεν πρέπει να παυθεί.
  9. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, ο Επόπτης των Εκλογών δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Γενικός Κυβερνήτης, με σημείωση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, διορίζει πρόσωπο που ενεργεί στη θέση του Επόπτη των εκλογών μετά από ψηφίσματα σχετικά με τον σκοπό αυτό όπου τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου προσδιορίζουν το πρόσωπο που πρέπει οριστεί για διορισμό, και κάθε πρόσωπο που διορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8) του παρόντος άρθρου, συνεχίζει να ενεργεί έως ότου ο Επόπτης των Εκλογών επανέλθει στα καθήκοντά του η ο διορισμός του ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη επί σχετικών ψηφισμάτων και από τις δύο Βουλές.

Κεφάλαιο V. Εκτελεστικές εξουσίεςΕπεξεργασία

Τμήμα 1. ΓενικάΕπεξεργασία

68. Εκτελεστική αρχή

  1. Η εκτελεστική εξουσία της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ανήκει στην Αυτού Μεγαλειότητα.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, η εκτελεστική εξουσία της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα μπορεί να ασκηθεί εξ ονόματος της Αυτού Μεγαλειότητας από τον Γενικό Κυβερνήτη, είτε άμεσα είτε μέσω αξιωματούχων που ορίζονται από αυτόν.
  3. Τίποτα στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Κοινοβούλιο να αναθέτει καθήκοντα σε πρόσωπα ή αρχές διαφορετικές από τον Γενικό Κυβερνήτη.

69. Υπουργοί της Κυβέρνησης

  1. Πρέπει να υπάρχει Πρωθυπουργός της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Οσάκις υπάρχει η ευκαιρία να διοριστεί Πρωθυπουργός, ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει ως Πρωθυπουργό:
    1. ένα μέλος της Βουλής ο οποίος είναι ο ηγέτης στην Βουλή του πολιτικού κόμματος που έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής, ή
    2. όταν σύμφωνα με την κρίση του δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητος ηγέτης στη Βουλή ή ότι κανένας υποψήφιος δεν έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας, ο βουλευτής που κατά την κρίση του είναι πολύ πιθανό να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής,

και είναι πρόθυμος να αποδεχθεί το αξίωμα του Πρωθυπουργού.

  1. Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 82 του παρόντος Συντάγματος και του εδαφίου (4) αυτού του άρθρου, εκτός από το αξίωμα του Πρωθυπουργού, υπάρχουν και άλλα αξιώματα Υπουργών (συμπεριλαμβανομένου του Υπουργού Επικρατείας) της Κυβέρνησης που έχουν συσταθεί από το Κοινοβούλιο ή, με την επιφύλαξη των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο, από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις κρίσεις του Πρωθυπουργού.
  2. Οι Υπουργοί, εκτός από τον Πρωθυπουργό, είναι πρόσωπα όπως ο Γενικός Κυβερνήτης, τα οποία ενεργούν σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, και διορίζονται μεταξύ των μελών της Βουλής και της Γερουσίας.
  3. Αν προκύψει περίπτωση διορισμού στο αξίωμα του Πρωθυπουργού ή άλλου Υπουργού ενώ διαλύεται το Κοινοβούλιο, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη αυτού του άρθρου, ένα πρόσωπο που ήταν μέλος της Βουλής αμέσως πριν τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως Πρωθυπουργός ή οποιοσδήποτε άλλος Υπουργός και πρόσωπο που ήταν Γερουσιαστής αμέσως πριν από τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως οποιοσδήποτε Υπουργός εκτός από Πρωθυπουργός.
  4. Οι διορισμοί βάσει του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται με όργανο υπό τη Δημόσια Σφραγίδα.

70. Το Υπουργικό ΣυμβούλιοΥΥ

  1. Υπάρχει Υπουργικό Συμβούλιο στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, το οποίο έχει τη γενική διεύθυνση και τον έλεγχο της Κυβέρνησης και είναι συλλογικά υπεύθυνο για το Κοινοβούλιο.
  2. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρωθυπουργό και αριθμό άλλων Υπουργών (από τους οποίους ένας θα είναι ο Γενικός Εισαγγελέας), οι οποίοι διορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του παρόντος Συντάγματος, όπως θεωρεί ενδεδειγμένο ο Πρωθυπουργός.

71. Κατανομή χαρτοφυλακίων

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί, με οδηγίες γραπτώς, να αναθέσει στον Πρωθυπουργό ή σε οποιονδήποτε άλλον Υπουργό την ευθύνη για οποιαδήποτε δραστηριότητα της Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της διοίκησης οποιουδήποτε τμήματος της Κυβέρνησης.
  2. Όταν ένας Υπουργός δεν έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του εξαιτίας της απουσίας του από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή λόγω ασθένειας, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού, μπορεί να ορίσει μέλος της Βουλής ή Γερουσιαστή να ενεργεί στο αξίωμα αυτού του Υπουργού κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας ή ασθένειας.

72. Σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου Το Υπουργικό Συμβούλιο καλείται μόνο από τον Πρωθυπουργό ή, ελλείψει αυτού, από τον Υπουργό που διορίζει ο Πρωθυπουργός ώστε να ενεργεί για λογαριασμό του.

73. Διάρκεια θητείας των υπουργών

  1. Όταν η Βουλή εγκρίνει ψήφισμα που υποστηρίζεται από τις ψήφους της πλειοψηφίας όλων των μελών της Βουλής και που δηλώνει ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στον Πρωθυπουργό και ο Πρωθυπουργός δεν παραιτείται εντός επτά ημερών από τη λήψη αυτού του ψηφίσματος το αξίωμά του ή δεν προτείνει στον Γενικό Κυβερνήτη να διαλύσει το Κοινοβούλιο, ο Γενικός Κυβερνήτης ανακαλεί τον διορισμό του Πρωθυπουργού.
  2. Ο Πρωθυπουργός εγκαταλείπει επίσης το αξίωμα του:
    1. όταν μετά από οποιαδήποτε διάλυση του Κοινοβουλίου πληροφορείται από τον Γενικό Κυβερνήτη ότι ο Γενικός Κυβερνήτης πρόκειται να τον επαναδιορίσει ως Πρωθυπουργό ή να διορίσει άλλο πρόσωπο ως Πρωθυπουργό, ή
    2. όπου για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου παύει να είναι μέλος της Βουλής.
  3. Ένας Υπουργός πέρα από τον Πρωθυπουργό εγκαταλείπει το αξίωμά του:
    1. όταν ένα πρόσωπο διορίζεται ή διορίζεται εκ νέου ως Πρωθυπουργός,
    2. όταν, για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, παύει να είναι μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου μεταξύ των μελών του οποίου διορίστηκε, ή
    3. όταν ο διορισμός του ανακαλείται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού.
  4. Όταν ο Πρωθυπουργός υποχρεούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος, να παυθεί από μέλος της Βουλής, σταματά κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος να ασκεί οποιαδήποτε από τα καθήκοντά του ως Πρωθυπουργού.
  5. Όταν, ανά πάσα στιγμή, οποιοσδήποτε Υπουργός πέρα από τον Πρωθυπουργό απαιτείται δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 2 ή του άρθρου 41 του παρόντος Συντάγματος να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλους του Σώματος στο οποίο ανήκει, παύει κατά τον χρόνο αυτό να ασκεί οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητές του ως Υπουργού.

74. Εκτέλεση καθηκόντων του πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια απουσίας, ασθένειας ή αναστολής

  1. Όταν ο πρωθυπουργός απουσιάζει από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή αδυνατεί λόγω ασθενείας ή των διατάξεων του άρθρου 73 παράγραφος 4 του παρόντος Συντάγματος να ασκήσει τα καθήκοντα που του απονέμει το παρόν Σύνταγμα, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να εξουσιοδοτήσει κάποιο άλλο μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά (εκτός των καθηκόντων που περιγράφονται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου) και το εν λόγω μέλος μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα αυτά μέχρις ότου ανακληθεί ο ορισμός του από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκούνται από αυτόν σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, εκτός εάν ο Γενικός Κυβερνήτης θεωρεί ότι είναι ανέφικτο να ζητηθεί η γνώμη του Πρωθυπουργού λόγω απουσίας ή ασθένειας ή όταν ο Πρωθυπουργός δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη γνώμη του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 73 (4) του παρόντος Συντάγματος, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ασκεί τις εξουσίες αυτές κατά την κρίση του.

75. Κοινοβουλευτικοί Γραμματείς

  1. Ο Γενικός Κυβυερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, μπορεί να διορίζει Κοινοβουλευτικούς Γραμματείς μεταξύ των μελών της Βουλής και της Γερουσίας για να επικουρούν τους Υπουργούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
  2. Σε περίπτωση που ανακύψει περίσταση για την πραγματοποίηση ορισμού στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου ενώ διαλύεται το Κοινοβούλιο, πρόσωπο που ήταν Γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής αμέσως πριν τη διάλυση μπορεί να διοριστεί ως Κοινοβουλευτικός Γραμματέας.
  3. Το αξίωμα του Κοινοβουλευτικού Γραμματέα καθίσταται κενό:
    1. όταν, για οποιονδήποτε λόγο εκτός από τη διάλυση του Κοινοβουλίου, παύει να είναι μέλος του Σώματος του Κοινοβουλίου στο οποίο διορίστηκε, ή
    2. κατά τον διορισμό ή τον εκ νέου διορισμό οποιουδήποτε προσώπου ως Πρωθυπουργού, ή
    3. όταν ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, το αποφασίζει.

76. Όρκοι που πρέπει να δοθούν από τους Υπουργούς και τους Κοινοβουλευτικούς Γραμματείς Ο Πρωθυπουργός, κάθε άλλος Υπουργός και κάθε Κοινοβουλευτικός Γραμματέας, προτού αναλάβει τα καθήκοντα του αξιώματός του, δίδει και υπογράφει τον όρκο πίστης, αξιώματος και μυστικότητας.

77. Γραμματέας Υπουργικού Συμβουλίου

  1. Υπάρχει Γραμματέας στο Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με το αξίωμα του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι υπεύθυνος σύμφωνα με τις οδηγίες που του δίνει ο πρωθυπουργός για την οργάνωση των λειτουργιών και την τήρηση των πρακτικών του Υπουργικού Συμβουλίου και για τη μεταβίβαση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου στο αρμόδιο πρόσωπο ή αρχή και έχει άλλα καθήκοντα που μπορεί να κατευθύνει ο Πρωθυπουργός.
  3. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, προτού αναλάβει τα καθήκοντα του αξιώματός του, δίδει και υπογράφει τον όρκο της μυστικότητας.

78. Μόνιμοι Γραμματείς

  1. Όταν ένας Υπουργός έχει αναλάβει την αρμοδιότητα οποιασδήποτε υπηρεσίας διακυβέρνησης, ασκεί την καθοδήγηση και τον έλεγχο της υπηρεσίας αυτής. Υπό την επιφύλαξη αυτής της διευθύνσεως και ελέγχου, η υπηρεσία αυτή τελεί υπό την επίβλεψη Μόνιμου Γραμματέως του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:
    1. δύο ή περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες μπορούν να τεθούν υπό την εποπτεία ενός Μόνιμου Γραμματέα, και
    2. δύο ή περισσότεροι Μόνιμοι Γραμματείς μπορούν να επιβλέπουν οποιοδήποτε τμήμα διοίκησης που έχει ανατεθεί σε Υπουργό.

79. Ηγέτης της Αντιπολίτευσης

  1. Εκτός από τις περιόδους κατά τις οποίες δεν υπάρχουν μέλη της Βουλής που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, πρέπει να υπάρχει ηγέτης της Αντιπολίτευσης, ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Κάθε φορά που υπάρχει χρόνος για τον διορισμό ηγέτη της αντιπολίτευσης, ο Γενικός Κυβερνήτης διορίζει το μέλος της Βουλής που θεωρεί ότι είναι πιθανό να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζουν Κυβέρνηση, ή αν κανένα μέλος της Βουλής δε φαίνεται να λαμβάνει τέτοια στήριξη, το μέλος της Βουλής που σύμφωνα με την άποψη του φαίνεται να λαμβάνει την υποστήριξη της μεγαλύτερης ομάδας μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζει την κυβέρνηση:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερα μέλη της Βουλής που δεν υποστηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά κανένας από αυτούς δεν έχει την εντολή της άλλης ή άλλων, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί, ενεργώντας κατά την κρίση του, να ορίσει έναν από αυτούς ως ηγέτη της Αντιπολίτευσης, και
    2. κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο Γενικός Κυβερνήτης καθοδηγείται από την αρχαιότητα του καθενός με βάση το χρόνο υπηρεσίας του ως μέλος της Βουλής, με τον αριθμό των ψήφων που εκλέγονται υπέρ του καθενός κατά την τελευταία εκλογή μελών της Βουλής είτε με τόσο αρχαιότητα όσο και με αυτόν τον αριθμό ψήφων.
  1. Εάν προκύψει η ευκαιρία διορισμού ηγέτη της Αντιπολίτευσης κατά την περίοδο μεταξύ της διάλυσης του Κοινοβουλίου και της ημέρας κατά την οποία διεξάγεται εκλογή μελών της Βουλή, μπορεί να γίνει διορισμός σαν να μην είχε διαλυθεί το Κοινοβούλιο.
  2. Το αξίωμα του ηγέτη της Αντιπολίτευσης καθίσταται κενό:
    1. εάν αυτός παύσει να είναι μέλος της Βουλής εξαιτίας της διάλυσης του Κοινοβουλίου,
    2. εάν, όταν η Βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από διάλυση του Κοινοβουλίου, δεν είναι τότε μέλος της Βουλής.
    3. εάν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφος 2 του παρόντος Συντάγματος απαιτείται να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλους της Βουλής, ή
    4. εάν αποσυρθεί από το αξίωμα του από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) αυτού του άρθρου.
  3. Αν ο Γενικός Κυβερνήτης διαπιστώσει ότι ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης δεν είναι πλέον σε θέση να λάβει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζουν την κυβέρνηση ή την υποστήριξη της μεγαλύτερης μόνο ομάδας μελών της Βουλής που δεν υποστηρίζει την κυβέρνηση, θα απομακρύνει τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης από το αξίωμα.
  4. Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη δυνάμει του παρόντος άρθρου ασκούνται από αυτόν κατά την κρίση του.
  5. Όταν το αξίωμα του ηγέτη της Αντιπολίτευσης είναι κενό, είτε επειδή δεν υπάρχει μέλος της Βουλής που είναι τόσο κατάλληλος για διορισμό είτε επειδή δεν είναι πρόθυμος να διοριστεί κανένας από αυτούς, ή επειδή ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης παραιτήθηκε από το αξίωμά του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Συντάγματος που απαιτεί τη διαβούλευση ή τις προτάσεις του ηγέτη της Αντιπολίτευσης δεν έχει κανένα αποτέλεσμα καθόσον απαιτεί τέτοια διαβούλευση ή πρόταση.

80. Άσκηση των καθηκόντων του Γενικού Κυβερνήτη

  1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Γενικός Κυβερνήτης ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή Υπουργού που ενεργεί υπό τη γενική εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, εκτός από τις περιπτώσεις όπου προβλέπεται διαφορετικά από το παρόν Σύνταγμα ή άλλο νόμο, και, με την επιφύλαξη της γενικότητας αυτής της εξαίρεσης, σε περιπτώσεις όπου από το παρόν Σύνταγμα ή από οποιονδήποτε άλλο νόμο οφείλει να ενεργήσει:
    1. κατά την κρίση του.
    2. μετά από διαβούλευση με οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή εκτός του Υπουργικού Συμβουλίου, ή
    3. σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού ή οποιουδήποτε προσώπου ή αρχής εκτός του Υπουργικού Συμβουλίου.
  2. Καμία διάταξη του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στα καθήκοντα που ανατίθενται στον Γενικό Κυβερνήτη από τις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος Συντάγματος, δηλαδή τα άρθρα 63, παράγραφος 6, 67, παράγραφος 6, 73, παράγραφος 1, 87 παράγραφος 8 και 99 παράγραφος 5 (οι οποίες απαιτούν από τον Γενικό Κυβερνήτη να παύει, υπό ορισμένες συνθήκες, τους κατόχους ορισμένων αξιωμάτων).
  3. Όταν, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Γενικός Κυβερνήτης υποχρεούται να ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή ενός Υπουργού που ενεργεί υπό τη γενική εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου και έχει καταστεί ανέφικτο ο Γενικός Κυβερνήτης να λάβει την πρόταση, τότε μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα αυτά κατά την κρίση του.
  4. Όταν, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Γενικός Κυβερνήτης υποχρεούται να ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις ή μετά από διαβούλευση με τον ηγέτη της αντιπολίτευσης και υπάρχει κενή θέση στο αξίωμα ή ο Γενικός Κυβερνήτης θεωρεί ότι είναι ανέφικτη η παροχή συμβουλών από τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα αυτά κατά την κρίση του.
  5. Όταν, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο Γενικός Κυβερνήτης υποχρεούται να ενεργεί μετά από διαβούλευση με οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, δεν υποχρεούται να ασκεί το καθήκον αυτό σύμφωνα με τις προτάσεις του εν λόγω προσώπου ή αρχής.
  6. Κάθε αναφορά στο παρόν Σύνταγμα στα καθήκοντα του Γενικού Κυβερνήτη θα ερμηνεύεται ως αναφορά στις εξουσίες και τα καθήκοντά του στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και σε κάθε άλλη εξουσία και καθήκοντα που του απονέμονται ή του επιβάλλονται ως Γενικού Κυβερνήτη από το παρόν Σύνταγμα ή από οποιοδήποτε άλλο νόμο.

81. Ενημέρωση του Γενικού Κυβερνήτη σχετικά με θέματα διακυβέρνησης Ο Πρωθυπουργός ενημερώνει τακτικά τον Γενικό Κυβερνήτη σχετικά με τη γενική συμπεριφορά της Κυβέρνησης και παρέχει στον Γενικό Κυβερνήτη όσο το δυνατόν συντομότερα τις πληροφορίες αυτές καθώς ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας κατά τη διακριτική του ευχέρεια, μπορεί να ζητήσει πληροφορίες ανά διαστήματα σχετικά με οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα που σχετίζεται με την κυβέρνηση.

82. Γενικός Εισαγγελέας

  1. Υπάρχει Γενικός Εισαγγελέας της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, ο οποίος είναι ο κύριος νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης και ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  2. Δεν μπορεί να είναι κάτοχος ή να ενεργεί στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα οποιοσδήποτε δεν είναι πολίτης που έχει το δικαίωμα να ασκεί δικηγορία στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  3. Εάν ο Γενικός Εισαγγελέας είναι εκλεγμένο μέλος της Βουλής τη στιγμή του διορισμού του ή γίνεται μέλος της μεταγενέστερα, είναι Υπουργός με την ιδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα και οι διατάξεις των εδαφίων (3) έως (6) του άρθρου 69 του παρόντος Συντάγματος εφαρμόζονται στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.
  4. Όταν το πρόσωπο που κατέχει το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα είναι μέλος της Βουλής μέσω εξουσιοδότησης, μπορεί να διοριστεί από τον Γενικό Κυβερνήτη ως Υπουργός.
  5. Εάν ένας Γενικός Εισαγγελέας που ορίζεται ως Υπουργός σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο αποχωρεί από τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, αποχωρεί επίσης από το αξίωμα του Υπουργού.
  6. Εάν ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι Υπουργός, εγκαταλείπει το αξίωμά του εάν παύει να κατέχει πολιτικά δικαιώματα ή αν ο διορισμός του ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη.
  7. Εάν το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα είναι κενό ή ο κάτοχος του αξιώματος είναι για οποιονδήποτε λόγο αδύνατον να εκτελέσει τις λειτουργίες του, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο με τα κατάλληλα προσόντα για να ενεργήσει στο αξίωμα, αλλά οι διατάξεις των εδαφίων (3) και (4) του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για ένα πρόσωπο που έχει διοριστεί με τον τρόπο αυτό.
  8. Ο διορισμός σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο παύει να ισχύει όταν ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη.

83. Άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του Γενικού Κυβερνήτη Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη στο προηγούμενο άρθρου ασκούνται από αυτόν σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού.

84. Ισχύς χάριτος

  1. Ο Γενικός Κυβερνήτης δύναται, στο όνομα της Αυτού Μεγαλειότητας και για λογαριασμό της Αυτού Μεγαλειότητας,
    1. να χορηγεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα κατά οποιονδήποτε νόμο χάρη, δωρεάν ή υπό νόμιμες προϋποθέσεις,
    2. να χορηγεί σε κάθε άτομο αναβολή, είτε αόριστης διάρκειας είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, από την εκτέλεση οποιασδήποτε ποινής που επιβάλλεται στο πρόσωπο αυτό για ένα τέτοιο αδίκημα,
    3. να αντικαταστήσει μια λιγότερο αυστηρή μορφή ποινής για εκείνη που επιβάλλεται από οποιαδήποτε ποινή για ένα τέτοιο αδίκημα, ή
    4. να αποδώσει το σύνολο ή οποιοδήποτε μέρος οποιασδήποτε ποινής που έχει εκδοθεί για τέτοιου είδους αδίκημα ή οποιαδήποτε ποινή ή απώλεια κατά τα λοιπά με τη θέληση της Αυτού Μεγαλειότητας λόγω τέτοιου αδικήματος.
  2. Οι εξουσίες του Γενικού Κυβερνήτη δυνάμει του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου ασκούνται από αυτόν σύμφωνα με τις προτάσεις ενός Υπουργού που ορίζει ο ίδιος σύμφωνα με τις συμβουλές του Πρωθυπουργού.

85. Συμβουλευτική επιτροπή για τη χορήγηση χάριτος Υπάρχει συμβουλευτική επιτροπή για τη χορήγηση χάριτος, η οποία αποτελείται από:

  1. τον Υπουργό που αναφέρεται στο άρθρο 84 του παρόντος Συντάγματος, ο οποίος είναι Πρόεδρος
  2. τον Γενικό Εισαγγελέας (αν δεν είναι ο Πρόεδρος),
  3. τον επικεφαλής ιατρικό διευθυντή της κυβέρνησης,
  4. όχι περισσότερο από τέσσερα άλλα μέλη που διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, μετά από διαβούλευση με τον Πρωθυπουργό και τον ηγέτη της αντιπολίτευσης.

86. Καθήκοντα της συμβουλευτικής επιτροπής

  1. Σε περίπτωση που ένας δράστης έχει καταδικαστεί σε θάνατο από οποιοδήποτε δικαστήριο για παράβαση οποιουδήποτε νόμου, ο Υπουργός προβαίνει σε γραπτή αναφορά της υπόθεσης από τον δικαστή της δίκης (ή τον Επικεφαλής Δικαστικό, εάν δεν μπορεί να ληφθεί αναφορά από τον δικαστή της δίκης) μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που προκύπτουν από το ιστορικό της υπόθεσης ή αλλού, όπως μπορεί να απαιτεί ο Υπουργός, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε συνεδρίαση της συμβουλευτικής επιτροπής.
  2. Ο Υπουργός μπορεί να διαβουλεύεται με τη Συμβουλευτική Επιτροπή προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε πρόταση προς τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με το άρθρο 84 (2) του παρόντος Συντάγματος και σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτει στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
  3. Ο Υπουργός δεν υποχρεούται σε καμία περίπτωση να ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις της συμβουλευτικής επιτροπής.
  4. Η συμβουλευτική επιτροπή μπορεί να αποφασίζει για τον δικό της κανονισμό διαδικασιών.
  5. Στο άρθρο αυτό ως «Υπουργός» νοείται ο Υπουργός που αναφέρεται στο άρθρο 84 (2) του παρόντος Συντάγματος.

Τμήμα 2. Διοικητής Δημόσιων ΔιώξεωνΕπεξεργασία

87. Διορισμός και παύση του Διοικητή Δημόσιων Διώξεων

  1. Πρέπει να υπάρχει Διοικητής Δημοσίων Διώξεων, του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών.
  3. Εάν το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα είναι κενό ή εάν ο κάτοχος του αξιώματος είναι για οποιονδήποτε λόγο αδύνατον να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο που θα ενεργεί ως Διοικητής Δημοσίων Διώξεων.
  4. Ένα πρόσωπο έχει τα προσόντα για να διοριστεί και να κατέχει ή να ενεργεί στο αξίωμα του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων, εάν:
    1. είναι ικανός να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου σε δικαστήριο που έχει απεριόριστη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο μέρος της Κοινοπολιτείας, και
    2. έχει ασκήσει τουλάχιστον επτά χρόνια ως δικηγόρος στο δικαστήριο αυτό.
  5. Το πρόσωπο που έχει οριστεί να ασκεί καθήκοντα Διοικητή Δημοσίων Διώξεων παύεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (6) (8) (9) και (10) του παρόντος άρθρου,
    1. όταν ένα πρόσωπο διορίζεται για την άσκηση του εν λόγω καθήκοντος και έχει αναλάβει τα καθήκοντα αυτού ή, ανάλογα με την περίπτωση, όταν το πρόσωπο στο οποίο ενεργεί αναλαμβάνει τα καθήκοντα του εν λόγω αξιώματος, ή
    2. σε προγενέστερη προθεσμία που προβλέπεται από τους όρους του διορισμού του.
  6. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (8) του παρόντος άρθρου, ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων αποχωρεί από το αξίωμά του όταν φθάσει την καθορισμένη ηλικία.
  7. Οποιοσδήποτε κατέχει το αξίωμα του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων μπορεί να απομακρυνθεί από το αξίωμα μόνο για ανικανότητα να ασκεί τα καθήκοντά του (είτε προέρχεται από σωματική ή πνευματική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) ή από προβληματική συμπεριφορά και δεν πρέπει να παύεται παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  8. Ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων απαλλάσσεται από τον Γενικό Εισαγγελέα εάν το ζήτημα της ανανέωσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (9) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στο Γενικό Κυβερνήτη ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί για ανικανότητα όπως προαναφέρθηκε ή για προβληματική συμπεριφορά.
  9. Εάν ο πρόεδρος της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών αναφέρει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα της παύσης του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου:
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης συστήνει δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη, που επιλέγονται μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή σε δικαστήριο που έχει πλήρη δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο μέρος του της Κοινοπολιτείας ή ενός δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία στις προσφυγές ενός τέτοιου δικαστηρίου, και
    2. το δικαστήριο διερευνά το θέμα και αναφέρει σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και του συστήνει εάν ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων πρέπει να απομακρυνθεί βάσει του παρόντος άρθρου.
  10. Εάν το ζήτημα της απομάκρυνσης του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών, μπορεί να παύσει τον Διοικητή από την άσκηση των καθηκόντων του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις που προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση παύει να ισχύει αν το δικαστήριο συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι ο Διοικητής δεν πρέπει να παυθεί.
  11. Η προβλεπόμενη ηλικία για τους σκοπούς του εδαφίου (6) αυτού του άρθρου είναι η ηλικία των πενήντα πέντε ετών ή άλλη ηλικία που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο.

88. Εξουσίες και καθήκοντα του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων

  1. Ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων, με την επιφύλαξη του άρθρου 89 του παρόντος Συντάγματος, έχει εξουσία σε κάθε περίπτωση που το θεωρεί σωστό να το πράξει:
    1. να ασκεί και να αναλαμβάνει ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου (εκτός από στρατιωτικό δικαστήριο) για οποιοδήποτε αδίκημα κατά οποιουδήποτε νόμου,
    2. να αναλάβει και να συνεχίσει οποιαδήποτε τέτοια ποινική διαδικασία που ενδεχομένως έχει ασκηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή,
    3. να διακόψει σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης οποιαδήποτε τέτοια ποινική δίωξη έχει ασκηθεί ή αναληφθεί από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή.
  2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 89 του παρόντος Συντάγματος, οι εξουσίες που ανατίθενται στον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων από τα εδάφια (2) και (3) της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου, απονέμονται σε αυτόν, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής:

Υπό την προϋπόθεση ότι όταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή έχει κινήσει ποινική δίωξη, δεν υπάρχει κάτι στην παρούσα παράγραφο που να εμποδίζει την ανάκληση της εν λόγω διαδικασίας από ή σε περίπτωση αυτού του προσώπου ή αρχής και με την άδεια του δικαστηρίου.

  1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παραπομπή σε ποινική διαδικασία περιλαμβάνει προσφυγή από την εκδίκαση οποιουδήποτε δικαστηρίου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή υπόθεσης ή νομικού ζητήματος που επιφυλάσσεται για την εν λόγω διαδικασία.
  2. Τα καθήκοντα του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων δυνάμει του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου μπορούν να ασκούνται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλων προσώπων που ενεργούν βάσει και σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές οδηγίες του.
  3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 89 του παρόντος Συντάγματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων που του ανατίθενται βάσει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 45 του παρόντος Συντάγματος, ο Διοικητής Δημοσίων Διώξεων δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

89. Οδηγίες προς τον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων

  1. Ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί, σε περίπτωση οποιουδήποτε αδικήματος που αφορά το παρόν άρθρο, να δώσει γενικές ή ειδικές οδηγίες στον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων ως προς την άσκηση των εξουσιών που ανατίθενται στον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων από το άρθρο 88 του παρόντος Συντάγματος και ο Διοικητή Δημοσίων Διώξεων ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές.
  2. Το παρόν άρθρο αφορά:
    1. αδικήματα κατά οποιουδήποτε νόμου σχετικά με:
      1. κρατικά μυστικά.
      2. ανταρσία ή υποκίνηση σε ανταρσία, και
    2. κάθε αδίκημα βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα βάσει του διεθνούς δικαίου.

Κεφάλαιο VI. ΟικονομικάΕπεξεργασία

90. Ενοποιημένο Ταμείο Όλα τα έσοδα ή άλλα χρηματικά ποσά που αντλούνται ή εισπράττονται από την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (που δεν αποτελούν έσοδα ή άλλα χρήματα που καταβάλλονται από ή δυνάμει κάποιου νόμου που ισχύει επί του παρόντος στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε κάποιο άλλο ταμείο που έχει συσταθεί για συγκεκριμένο σκοπό) συλλέγονται και σχηματίζουν ένα Ενοποιημένο Ταμείο.

91. Αναλήψεις από το Ενοποιημένο Ταμείο ή άλλα δημόσια κεφάλαια

  1. Κανένα ποσό δεν αποσύρεται από το Ενοποιημένο Ταμείο:
    1. για την κάλυψη των δαπανών που επιβαρύνουν το Ταμείο με το παρόν Σύνταγμα ή με οποιοδήποτε νόμο που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο, ή
    2. όταν η έκδοση των εν λόγω χρημάτων έχει εγκριθεί με νόμο περί πιστώσεων ή με νόμο που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 93 του παρόντος Συντάγματος.
  2. Όταν το παρόν Σύνταγμα ή ο νόμος που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο για το χρηματικό ποσό από το Ενοποιημένο Ταμείο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο, τα κεφάλαια καταβάλλονται από το Δημόσιο στο κεφάλαιο αυτό προς το πρόσωπο ή την αρχή στην οποία οφείλεται η πληρωμή.
  3. Κανένα κονδύλι δεν αποσύρεται από οποιοδήποτε δημόσιο ταμείο εκτός από το Ενοποιημένο Ταμείο, εκτός εάν η έκδοση αυτών των χρημάτων έχει εγκριθεί από ή δυνάμει νόμου που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο.
  4. Υπάρχει η δυνατότητα για διάταξη που μπορεί να γίνει από το Κοινοβούλιο η οποία θα ορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να γίνονται αναλήψεις από το Ενοποιημένο Ταμείο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ταμείο.
  5. Η επένδυση των χρημάτων που αποτελούν μέρος του Ενοποιημένου Ταμείου πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να προβλεφθεί από ή βάσει νόμου που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο.
  6. Με την επιφύλαξη της διάταξης του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, μπορεί να προβλεφθεί ή να θεσπιστεί με νόμο ο οποίος εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο, η δυνατότητα αναλήψεων από το Ενοποιημένο Ταμείο, υπό τέτοιες περιστάσεις και σε τέτοιο βαθμό, με νόμο που θεσπίστηκε από το Κοινοβούλιο, με σκοπό την πραγματοποίηση επιστρεπτέων προκαταβολών.

92. Εξουσιοδότηση δαπανών από το Ενοποιημένο Ταμείο βάσει νόμου για πίστωση

  1. Ο αρμόδιος για τη χρηματοδότηση Υπουργός οφείλει να προετοιμάσει και να υποβάλει στη Βουλή, πριν, ή τουλάχιστον ενενήντα ημέρες μετά την έναρξη κάθε οικονομικού έτους, εκτιμήσεις των εσόδων και των δαπανών της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για αυτό το οικονομικό έτος.
  2. Όταν η Βουλή εγκρίνει τις εκτιμήσεις δαπανών (πλην των δαπανών που επιβαρύνουν το Ενοποιημένο Ταμείο με το παρόν Σύνταγμα ή με οποιοδήποτε νόμο που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο), εισάγεται στη Βουλή νομοσχέδιο που ονομάζεται νομοσχέδιο πίστωσης, προβλέποντας την έκδοση από το Ενοποιημένο Ταμείο των ποσών που είναι αναγκαία για την κάλυψη αυτών των δαπανών και την εξόφληση αυτών των ποσών, με χωριστές ψήφους για τις διάφορες υπηρεσίες που απαιτούνται, για τους σκοπούς που καθορίζονται σε αυτό.
  3. Εάν για κάθε οικονομικό έτος διαπιστωθεί:
    1. ότι το ποσό που απορρέει από το νόμο για τις πιστώσεις για οποιονδήποτε σκοπό είναι ανεπαρκές ή ότι έχει προκύψει ανάγκη για δαπάνες για έναν σκοπό για τον οποίο δεν έχει καταλογιστεί κανένα ποσό από αυτόν τον νόμο, ή
    2. ότι οποιαδήποτε χρηματικά ποσά έχουν δαπανηθεί για οποιοδήποτε σκοπό πέραν του ποσού που έχει διατεθεί για τον σκοπό αυτό από τον νόμο περί πιστώσεων ή για έναν σκοπό στον οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί κανένα ποσό από αυτόν τον νόμο,

μια συμπληρωματική εκτίμηση που δείχνει τα απαιτούμενα ή δαπανηθέντα ποσά τίθεται ενώπιον της Βουλής και, όταν εγκριθεί η συμπληρωματική εκτίμηση από τη Βουλή, εισάγεται στο Κοινοβούλιο συμπληρωματικό νομοσχέδιο που προβλέπει την έκδοση τέτοιων ποσών από το Ενοποιημένο Ταμείο και με την καταχώρησή τους στους σκοπούς που καθορίζονται σε αυτά.

93. Εξουσιοδότηση δαπανών πριν από τη χορήγηση των πιστώσεων Υπάρχει διάταξη που μπορεί να θεσπίσει το Κοινοβούλιο, σύμφωνα με την οποία, εάν ο νόμος περί πιστώσεων για οποιοδήποτε οικονομικό έτος δεν έχει τεθεί σε ισχύ μέχρι την αρχή αυτού του οικονομικού έτους, ο αρμόδιος για τη χρηματοδότηση Υπουργός μπορεί να επιτρέψει την ανάληψη των κονδυλίων του Ενοποιημένου Ταμείου για την κάλυψη των δαπανών που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των λειτουργιών της Κυβέρνησης μέχρι το πέρας τεσσάρων μηνών από την αρχή του οικονομικού έτους ή την έναρξη ισχύος του νόμου, όποιο από τα δύο είναι νωρίτερα.

94. Ταμείο Έκτακτων Αναγκών

  1. Υπάρχει διάταξη που μπορεί να θεσπίσει το Κοινοβούλιο για τη σύσταση Ταμείου Έκτακτων Αναγκών και για την εξουσιοδότηση του Υπουργού υπεύθυνου την περίοδο αυτή για τη χρηματοδότηση, εάν διαπιστώσει ότι έχει προκύψει επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη για δαπάνες για τις οποίες δεν υπάρχει άλλη πρόβλεψη για την ανάληψη προκαταβολών από το εν λόγω Ταμείο για την κάλυψη αυτής της ανάγκης.
  2. Σε περίπτωση οποιασδήποτε προκαταβολής από το Ταμείο Έκτακτων Αναγκών, συμπληρωματική εκτίμηση θα τεθεί το συντομότερο δυνατόν ενώπιον της Βουλής και όταν εγκριθεί από τη Βουλή η συμπληρωματική εκτίμηση, εισάγεται το συντομότερο δυνατόν σε αυτή με σκοπό την αντικατάσταση του ποσού στον βαθμό που έχει φτάσει.

95. Αποδοχές ορισμένων αξιωματούχων

  1. Οι κάτοχοι των αξιωμάτων στα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο καταβάλλουν τους μισθούς και τα επιδόματα που προβλέπονται από ή δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο.
  2. Οι μισθοί και οι αποζημιώσεις που προβλέπονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε σχέση με τους κατόχους των αξιωμάτων στις οποίες εφαρμόζεται το παρόν άρθρο αποτελούν επιβάρυνση του Ενοποιημένου Ταμείου.
  3. Ο μισθός που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου όσον αφορά τον κάτοχο οποιουδήποτε αξιώματος στο οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο και οι άλλοι όροι υπηρεσίας του (εκτός των δικαιωμάτων που δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου για λογαριασμό του, σύνταξη που οφείλεται για την υπηρεσία του στο εν λόγω αξίωμα) δε μεταβάλλεται εις βάρος του μετά το διορισμό του.
  4. Όταν ο μισθός ή οι άλλοι όροι υπηρεσίας εξαρτώνται από την επιλογή του, ο μισθός ή οι όροι για τους οποίους επιλέγει, θεωρούνται, για τους σκοπούς του εδαφίου (3) αυτού του άρθρρυ, ως πλεονεκτικότεροι γι' αυτόν από οποιονδήποτε άλλον θα επέλεγε.
  5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα αξιώματα του Γενικού Κυβερνήτη, του μέλους της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, του μέλους της Επιτροπής Αστυνομικής Υπηρεσίας, του μέλους του Συμβουλίου Προσφυγών Δημόσιας Υπηρεσίας, του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων, του Διευθυντή Ελέγχου, του Διαμεσολαβητή και τον Επόπτη των Εκλογών.
  6. Δεν υπάρχει κάτι στο παρόν άρθρο το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θίγει τις διατάξεις του άρθρου 109 του παρόντος Συντάγματος (το οποίο προστατεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα όσον αφορά την υπηρεσία ως δημόσιος υπάλληλος).

96. Δημόσιο χρέος

  1. Όλα τα χρεόγραφα για τα οποία ευθύνεται η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα είναι επιβάρυνση για το Ενοποιημένο Ταμείο.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα χρεόγραφα περιλαμβάνουν τόκους, χρεώσεις ταμείων, επιστροφή ή απόσβεση του χρέους και όλες τις δαπάνες που σχετίζονται με την άντληση δανείων με τη διασφάλιση του Ενοποιημένου Ταμείου και την εξυπηρέτηση και την εξόφληση της οφειλής που δημιουργήθηκε.

97. Έλεγχος δημόσιων λογαριασμών κ.λπ.

  1. Υπάρχει Διευθυντής Ελέγχου του οποίου το αξίωμα είναι δημόσιο.
  2. Ο Διευθυντής Ελέγχου:
    1. βεβαιώνεται ότι όλα τα κονδύλια που έχουν διατεθεί από το Κοινοβούλιο και έχουν εκταμιευθεί έχουν χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς για τους οποίους έχουν αναληφθεί και ότι οι δαπάνες είναι σύμφωνες με την αρχή που τις διέπει, και
    2. τουλάχιστον μία φορά ετησίως, ελέγχει και πραγματοποιεί αναφορά σχετικά με τους δημόσιους λογαριασμούς της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, τους λογαριασμούς όλων των αξιωματούχων και αρχών της κυβέρνησης, τους λογαριασμούς όλων των δικαστηρίων της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών του Ανώτατου Δικαστηρίου που διατηρούνται στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα), τους λογαριασμούς κάθε Επιτροπής που συστήθηκε με το παρόν Σύνταγμα και τους λογαριασμούς του Γραμματέα της Βουλή και του Γραμματέα της Γερουσίας.
  3. Ο Διευθυντής Ελέγχου έχει την εξουσία να διενεργεί ελέγχους των λογαριασμών, των ισολογισμών και των άλλων οικονομικών καταστάσεων όλων των επιχειρήσεων που ανήκουν ή ελέγχονται από την κυβέρνηση της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή για λογαριασμό της.
  4. Ο Διευθυντής Ελέγχου και οποιοσδήποτε άλλος εξουσιοδοτημένος από αυτόν υπάλληλος έχει πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, αρχεία, αποδόσεις, εκθέσεις και άλλα έγγραφα τα οποία, κατά τη γνώμη του, αφορούν οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3) αυτού του άρθρου.
  5. Ο Διευθυντής Ελέγχου υποβάλλει προς το παρόν κάθε αναφορά που του υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου προς τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος, αφού λάβει την έκθεση αυτή, την υποβάλλει στη Βουλή το αργότερο επτά ημέρες μετά την επόμενη συνεδρίαση της Βουλής.
  6. Εάν ο Υπουργός δεν καταθέσει έκθεση στη Βουλή σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής Ελέγχου διαβιβάζει αντίγραφα αυτής της έκθεσης στον Πρόεδρο, ο οποίος τα παρουσιάζει το συντομότερο δυνατόν στη Βουλή.
  7. Ο Διευθυντής Ελέγχου ασκεί τα άλλα καθήκοντα σχετικά με τους λογαριασμούς της Κυβέρνησης, τους λογαριασμούς άλλων αρχών ή φορέων που έχουν συσταθεί από το νόμο για δημόσιους σκοπούς ή τους λογαριασμούς επιχειρήσεων που ανήκουν ή ελέγχονται από ή για λογαριασμό της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, όπως μπορεί να προβλέπεται από τον νόμο ή από οποιοδήποτε νόμο που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο.
  8. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του δυνάμει του εδαφίου (2), (3), (4), (5) και (6) του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής Ελέγχου δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

98. Επιτροπή Δημόσιων Λογαριασμών Η Βουλή, κατά την έναρξη κάθε συνεδρίασης, διορίζει από τα μέλη της επιτροπή δημοσίων λογαριασμών, εκ των οποίων ένας είναι μέλος της Μπαρμπούντα στη Βουλή, η οποία έχει ως καθήκον να εξετάζει τους λογαριασμούς που αναφέρονται στο άρθρο 97 παράγραφος 2, του παρόντος Συντάγματος σε συνδυασμό με την έκθεση του Διευθυντή Ελέγχου και ειδικότερα και υποβάλει έκθεση στη Βουλή:

  1. σε περίπτωση οποιασδήποτε υπέρβασης ή μη εξουσιοδοτημένης δαπάνης δημόσιων κεφαλαίων με τους λόγους για τις δαπάνες αυτές, και
  2. τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι τα δημόσια κονδύλια χρησιμοποιούνται σωστά,

και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα σχετικά με τους δημόσιους λογαριασμούς, όπως η Βουλή, μπορεί να ορίζει από καιρό σε καιρό.

Κεφάλαιο VII. Δημόσιος ΤομέαςΕπεξεργασία

Τμήμα 1. Επιτροπή Δημόσιου ΤομέαΕπεξεργασία

99. Σύσταση και σύνθεση της Επιτροπής

  1. Υπάρχει Επιτροπή Δημόσιου Τομέα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (εφεξής καλούμενη «Επιτροπή»), η οποία αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο ή περισσότερα από έξι άλλα μέλη, τα οποία διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις του πρωθυπουργού:

Υπό τον όρο ότι ο πρωθυπουργός θα συμβουλευθεί τον ηγέτη της αντιπολίτευσης προτού μεταφέρει οποιαδήποτε πρόταση προς τον Γενικό Κυβερνήτη για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου.

  1. Οποιοδήποτε πρόσωπο δεν μπορεί να διοριστεί ως μέλος της Επιτροπής αν:
    1. είναι δημόσιος υπάλληλος.
    2. είναι μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου.
    3. είναι κάτω από την ηλικία των είκοσι πέντε ετών, ή
    4. δεν είναι κάτοικος της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
    1. Κάθε μέλος της Επιτροπής διορίζεται για θητεία δύο ετών.
    2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το αξίωμα ενός μέλους της Επιτροπής καθίσταται κενό κατά τη λήξη της περιόδου για την οποία διορίστηκε ή εάν προκύψουν τυχόν περιστάσεις όπου, αν δεν ήταν μέλος της Επιτροπής, θα τον απέκλειαν από τον διορισμό υπό την έννοια του εδαφίου (2) αυτού του άρθρου.
  2. Ένα μέλος της Επιτροπής μπορεί να παυθεί από το αξίωμα μόνο λόγω αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του (είτε προέρχεται από σωματική ή ψυχική αναπηρία ή οποιαδήποτε άλλη αιτία) είτε λόγω προβληματικής συμπεριφοράς και δεν μπορεί να παυθεί παρά μόνο σύμφωνα με την διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  3. Το μέλος της Επιτροπής παύεται από το αξίωμα του με απόφαση του Γενικού Κυβερνήτη εάν το ζήτημα της απομάκρυνσής του έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (6) αυτού του άρθρου και το δικαστήριο έχει συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι θα έπρεπε να παυθεί από το αξίωμα για ανικανότητα όπως προαναφέρθηκε ή για προβληματική συμπεριφορά.
  4. Εάν ο Πρωθυπουργός μεταφέρει στον Γενικό Κυβερνήτη το ζήτημα της παύσης ενός μέλους της Επιτροπής στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου αυτός πρέπει να διερευνήσει στη συνέχεια:
    1. ο Γενικός Κυβερνήτης ορίζει ένα δικαστήριο το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο άλλα μέλη, τα οποία επιλέγει ο Επικεφαλής Δικαστής μεταξύ προσώπων που κατέχουν ή έχουν αναλάβει καθήκοντα δικαστή σε δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε κάποιο τμήμα της Κοινοπολιτείας ή σε δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε προσφυγές από ένα τέτοιο δικαστήριο, και
    2. το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα γεγονότα στον Γενικό Κυβερνήτη και του συστήνει εάν το μέλος πρέπει να παυθεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.
  5. Εάν το ζήτημα της απομάκρυνσης ενός μέλους της Επιτροπής έχει παραπεμφθεί σε δικαστήριο στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, μπορεί να αναστείλει το εν λόγω μέλος από τα καθήκοντα του αξιώματός του και οποιαδήποτε αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις όπως προαναφέρθηκε, και σε κάθε περίπτωση παύει να ισχύει εάν το δικαστήριο συστήσει στον Γενικό Κυβερνήτη ότι το μέλος δεν πρέπει να παυθεί.
  6. Εάν η θέση του προέδρου της Επιτροπής είναι κενή ή εάν το πρόσωπο που κατέχει το εν λόγω αξίωμα είναι ανίκανο για οποιοδήποτε λόγο να ασκήσει τα καθήκοντά του, τότε, μέχρις ότου οριστεί και αναλάβει τα καθήκοντα του εν λόγω αξιώματος ή μέχρις ότου το πρόσωπο που κατέχει το εν λόγω αξίωμα επανέλθει στα καθήκοντα αυτά, ανάλογα με την περίπτωση, ασκούνται από ένα από τα άλλα μέλη της Επιτροπής, τα οποία επί του παρόντος ορίζονται για τον σκοπό αυτό από τον Γενικό Κυβερνήτη, σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού.
  7. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, οποιοδήποτε μέλος της Επιτροπής δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, μπορεί να διορίσει πρόσωπο που έχει τα προσόντα του ως μέλος της Επιτροπής να ενεργεί ως μέλος και κάθε πρόσωπο που διορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (6) και (7) του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να ενεργεί μέχρις ότου συμπληρωθεί το αξίωμα στο οποίο ενεργεί ή, ανάλογα με την περίπτωση, έως ότου ο κάτοχός του επανέλθει στα καθήκοντά του ή μέχρις ότου ανακληθεί ο διορισμός του από τον Γενικό Κυβερνήτη, σύμφωνα με τις προτάσεις του πρωθυπουργού:

Υπό τον όρο ότι ο Πρωθυπουργός θα συμβουλευθεί τον αρχηγό της αντιπολίτευσης προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε συμβουλή προς τον Γενικό Κυβερνήτη για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου και του εδαφίου (8) αυτού του άρθρου.

  1. Ένα μέλος της Επιτροπής δεν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του αξιώματός του μέχρις ότου δώσει και υπογράψει τον όρκο της πίστης και τον όρκο του αξιώματος.
  2. Η Επιτροπή, κατά την άσκηση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος Συντάγματος, δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.
  3. Η Επιτροπή μπορεί, με κανονισμό ή με άλλο τρόπο, να ρυθμίσει τις διαδικασίες της.
  4. Η Επιτροπή μπορεί, με τη συγκατάθεση του Πρωθυπουργού, να αναθέσει εξουσίες ή να επιβάλει καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή σε οποιαδήποτε αρχή της Κυβέρνησης για την άσκηση των καθηκόντων της.
  5. Η Επιτροπή μπορεί, με την επιφύλαξη του εσωτερικού της κανονισμού, να ενεργεί ανεξάρτητα από τυχόν κενή θέση ή απουσία μέλους και η διαδικασία της δεν ακυρώνεται από την παρουσία ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε προσώπου που δεν δικαιούται να παρίσταται ή να συμμετέχει στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής:

Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας όλων των μελών της.

  1. Η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές της στον Γενικό Κυβερνήτη, ο οποίος υποβάλλει αντίγραφα της έκθεσης ενώπιον των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου.

100. Διορισμός κλπ. των δημοσίων υπαλλήλων

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, η εξουσία διορισμού προσώπων που κατέχουν ή ασκούν καθήκοντα σε δημόσια υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να προβαίνουν σε διορισμούς για την προαγωγή και τη μετάθεση και να επιβεβαιώνουν διορισμούς), την εξουσία άσκησης πειθαρχικού ελέγχου επί προσώπων που κατέχουν ή ασκούν τα καθήκοντά τους στα εν λόγω αξιώματα και την εξουσία απόσπασης των εν λόγω προσώπων από την εξουσία ασκείται στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.
  2. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας μπορεί, με την έγκριση του Πρωθυπουργού, με γραπτές οδηγίες και υπό τους όρους που κρίνει σκόπιμο, να μεταβιβάσει οποιαδήποτε από τις εξουσίες του δυνάμει του εδαφίου (1) αυτού του άρθρου σε ένα ή περισσότερα μέλη της Επιτροπής ή σε οποιοδήποτε δημόσιο αξιωματούχο.
  3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με τα ακόλουθα αξιώματα:
    1. κάθε αξίωμα στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 101 του παρόντος Συντάγματος,
    2. το αξίωμα του Διοικητή των Δημόσιων Διώξεων,
    3. το αξίωμα του Διευθυντή Ελέγχου,
    4. το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα,
    5. το αξίωμα του Επόπτη των Εκλογών,
    6. κάθε αξίωμα στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 103 του παρόντος Συντάγματος,
    7. οποιοδήποτε αξίωμα στην Αστυνομία.
  4. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να διορισθεί σύμφωνα με το άρθρο αυτό σε οποιοδήποτε αξίωμα του προσωπικού του Γενικού Κυβερνήτη ή να ενεργήσει σε αυτό, εκτός εάν συμφωνεί ο Γενικός Κυβερνήτης ο οποίος ενεργεί κατά την κρίση του.
  5. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας δεν αφαιρεί ή δεν επιβάλλει οποιαδήποτε τιμωρία σε δημόσιο υπάλληλο λόγω οποιωνδήποτε πράξεων που έγιναν ή παραλείφθηκαν από τον εν λόγω αξιωματούχο κατά την άσκηση δικαστικής αποστολής που του είχε ανατεθεί, εκτός εάν η Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών συμφωνήσει σε αυτό.
  6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, αν το επιτρέπει ο κανονισμός λειτουργίας της, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ενεργεί κατά τρόπο σύμφωνο με τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης, όπως διαβιβάζεται γραπτώς στην Επιτροπή από τον Πρωθυπουργό.

101. Διορισμός κλπ. μόνιμων γραμματέων και ορισμένων άλλων αξιωματούχων

  1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα αξιώματα του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, του Μόνιμου Γραμματέα, του προϊσταμένου τμήματος κυβέρνησης, του αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος κυβέρνησης, οποιασδήποτε υπηρεσίας προς το παρόν ορισθείσας από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ως αξίωμα με επικεφαλής επαγγελματία σύμβουλο σε υπηρεσία κυβέρνησης και οποιουδήποτε αξιώματος που ορίζεται προς το παρόν από την Επιτροπή μετά από διαβούλευση με τον Πρωθυπουργό ως αξίωμα του οποίου οι κάτοχοι υποχρεούνται να διαμένουν εκτός Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους ή ένα αξίωμα στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, του οποίου οι αρμοδιότητες αφορούν εξωτερικές υποθέσεις.
  2. Η εξουσία διορισμού ατόμων που κατέχουν ή ενεργούν στα γραφεία στα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο (συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβεβαίωσης διορισμών) και, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 107 του παρόντος Συντάγματος, την εξουσία άσκησης πειθαρχικού ελέγχου επί των προσώπων που κατέχουν ή ενεργούν στα εν λόγω αξιώματα και η εξουσία απομάκρυνσης των εν λόγω προσώπων εξουσιοδοτείται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ενεργώντας σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. η εξουσία διορισμού ενός προσώπου που κατέχει ή ασκεί καθήκοντα μόνιμου γραμματέως κατά τη μετάθεσή από άλλο αξίωμα που φέρει τον ίδιο μισθό, ανήκει στον Γενικό Κυβερνήτη, σύμφωνα με τις προτάσεις του πρωθυπουργού,
    2. προτού η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας συμβουλεύσει τον Γενικό Κυβερνήτη σχετικά με τον διορισμό οποιουδήποτε προσώπου που κατέχει αξίωμα στο οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο (εκτός από τον διορισμό σε μόνιμο γραμματέα με μετάθεση από άλλη υπηρεσία που φέρει τον ίδιο μισθό) διαβουλεύεται με τον Πρωθυπουργό και εάν ο Πρωθυπουργός δηλώσει την αντίρρησή του στον διορισμό οποιουδήποτε προσώπου στο αξίωμα, η Επιτροπή δεν προτείνει στον Γενικό Κυβερνήτη να διορίσει το εν λόγω πρόσωπο,
    3. σχετικά με οποιοδήποτε αξίωμα Πρέσβη, Ύπατου Αρμοστή ή άλλου κύριου αντιπροσώπου της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ή διαπιστευμένου σε οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό, ο Γενικός Κυβερνήτης ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού ο οποίος, προτού προτείνει οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα στο οποίο ο διορισμός γίνεται από τον Γενικό Κυβερνήτη κατόπιν προτάσεων ή μετά από διαβούλευση με κάποιο άλλο πρόσωπο ή αρχή, συμβουλεύεται αυτό το πρόσωπο ή αρχή.
  1. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο σε τμήμα κυβέρνησης δεν περιλαμβάνουν το αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη, το τμήμα του Γενικού Εισαγγελέα, το τμήμα του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων, το τμήμα του Διευθυντή Ελέγχου, το τμήμα του Επόπτη των Εκλογών, το τμήμα του Γραμματέα της Γερουσίας ή της Βουλής ή της Αστυνομίας.

102. Διευθυντής Ελέγχου

  1. Ο Διευθυντής Ελέγχου διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας μετά από διαβούλευση της Επιτροπής με τον Πρωθυπουργό και έχει λάβει τη συμφωνία του Πρωθυπουργού για το διορισμό του προσώπου αυτού.
  2. Εάν το αξίωμα του Διευθυντή Ελέγχου είναι κενό ή εάν ο κάτοχος του γραφείου είναι για οποιονδήποτε λόγο αδύνατον να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Γενικός Κυβερνήτης, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας μετά τη διαβούλευση της Επιτροπής με τον Πρωθυπουργό και τη σύμφωνη γνώμη του Πρωθυπουργού για τον διορισμό, μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο που θα ενεργεί ως Διευθυντής Ελέγχου.
  3. Σε σχέση με τον Διευθυντή Ελέγχου εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (5) έως (11) του άρθρου 87 του παρόντος Συντάγματος (που αφορούν τον διορισμό και την παύση του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων) σε σχέση με τον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων, ωστόσο, οτιδήποτε στις παραγράφους (9) και (10) αναφέρεται στην Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών θεωρείται ως αναφορά στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.

103. Διορισμός κλπ. δικαστών, γραμματέων και νομικών υπαλλήλων

  1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα γραφεία δικαστών και γραμματέων του Ανώτατου Δικαστηρίου και στους βοηθούς γραμματείς του Ανώτατου Δικαστηρίου και σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα στο τμήμα του Γενικού Εισαγγελέα (εκτός από το Δημόσιο Αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα) και στην υπηρεσία του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων (εκτός του Διευθυντικού Αξιώματος) για διορισμό, στον οποίο τα πρόσωπα υποχρεούνται να έχουν τα προσόντα τους ως δικηγόροι ή νομικοί στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και σε άλλα αξιώματα που συνδέονται με το Δικαστήριο, όπως το Κοινοβούλιο μπορεί να ορίσει.
  2. Η εξουσία διορισμού προσώπων που κατέχουν ή ενεργούν στα γραφεία στα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο (συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβεβαίωσης διορισμών) και, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος, η εξουσία άσκησης πειθαρχικού ελέγχου επί των προσώπων που κατέχουν ή ενεργούν στα εν λόγω αξιώματα και η εξουσία απόλυσης αυτών των προσώπων υπόκειται στον Γενικό Κυβερνήτη, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών.

Τμήμα 2. Επιτροπή Αστυνομικής ΥπηρεσίαςΕπεξεργασία

104. Σύσταση και σύνθεση της Επιτροπής

  1. Υπάρχει Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα η οποία αποτελείται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο ή το πολύ από έξι άλλα μέλη τα οποία διορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού:

Υπό τον όρο ότι ο Πρωθυπουργός θα συμβουλευθεί τον Ηγέτη της Αντιπολίτευσης προτού καταθέσει τις προτάσεις του προς τον Γενικό Κυβερνήτη για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου.

  1. Οι διατάξεις των εδαφίων (2) έως (15) του άρθρου 99 του παρόντος Συντάγματος εφαρμόζονται σε σχέση με την Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας, όπως αυτές εφαρμόζονται σε σχέση με την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.

105. Διορισμός κλπ. Αστυνομικών

  1. Με την επιφύλαξη της διάταξης του παρόντος άρθρου, η εξουσία διορισμού ατόμων που κατέχουν ή ασκούν καθήκοντα στην αστυνομική υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένων διορισμών προαγωγής και μετάθεσης και επιβεβαίωσης διορισμών) και την παύση και άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επί των προσώπων που κατέχουν ή ενεργούν σε τέτοια αξιώματα ανήκει στην Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας:

Υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή μπορεί, με την έγκριση του Πρωθυπουργού και υπό τους όρους που κρίνει σκόπιμο, να μεταβιβάσει οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητές της στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή στον Επίτροπο Αστυνομίας.

  1. Πριν η Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή στην οποία έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες δυνάμει αυτού του άρθρου, διορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο σε αξίωμα της Αστυνομίας το οποίο ασκεί ή ενεργεί υπό την εξουσία να προβαίνει σε διορισμούς η οποία έχει ανατεθεί το παρόν Σύνταγμα στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, η Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας ή το συγκεκριμένο πρόσωπο ή αρχή διαβουλεύεται με την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.
  2. Πριν η Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας προβεί σε διορισμό στο αξίωμα του Επιτρόπου ή του Αναπληρωτή Επιτρόπου ή σε μια παρόμοια θέση που έχει ορίσει, διαβουλεύεται με τον Πρωθυπουργό και κανένα πρόσωπο δεν διορίζεται σε ένα τέτοιο αξίωμα εάν ο Πρωθυπουργός δηλώνει στην Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας την ένστασή του για τον διορισμό του εν λόγω προσώπου στο εν λόγω αξίωμα.
  3. Πριν η Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας προβεί σε διορισμό στο αξίωμα του Επιθεωρητή ή σε παρόμοια θέση, όπως ορίζεται, θα συμβουλευθεί τον Πρωθυπουργό.
  4. Η εξουσία διορισμού ατόμων που κατέχουν ή ασκούν καθήκοντα σε αστυνομικά τμήματα κάτω από τον βαθμό του λοχία (συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβεβαίωσης διορισμών) και, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 107 του παρόντος Συντάγματος, η εξουσία άσκησης πειθαρχικού ελέγχου στα πρόσωπα που κατέχουν ή ενεργούν στα εν λόγω αξιώματα και η εξουσία παύσης του εν λόγω προσώπου υπάγεται στον Επίτροπο της Αστυνομίας.
  5. Ο Επίτροπος της Αστυνομίας δύναται, με εντολές που δίδονται κατά τον τρόπο που κρίνει σκόπιμο και υπό τους όρους που κρίνει σκόπιμο, να μεταβιβάσει οποιαδήποτε από τις εξουσίες του δυνάμει του εδαφίου (5) αυτού του άρθρου, εκτός από την εξουσία απόλυσης ή υποβιβασμού σε βαθμό, σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της Αστυνομίας.
  6. Ο αστυνομικός δεν μπορεί να παυθεί από το αξίωμα ή να υποβληθεί σε οποιαδήποτε άλλη ποινή σύμφωνα με το παρόν άρθρο λόγω οποιουδήποτε πράγματος που έχει πράξει ή όχι από αυτόν κατά την άσκηση οποιασδήποτε δικαστικής αποστολής που του έχει ανατεθεί, εκτός εάν συμφωνήσει η Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών.
  7. Σε αυτό το άρθρο, οι αναφορές στον βαθμό του λοχία, αν μεταβληθούν οι βαθμοί στην Αστυνομία (είτε λόγω της αναδιοργάνωσης είτε της αντικατάστασης ενός υπάρχοντος τμήματος της Υπηρεσίας ή της δημιουργίας ενός πρόσθετου τμήμαος), οι οποίες ερμηνεύονται ως αναφορές σε τέτοια βαθμίδα ή βαθμίδες που μπορεί να προσδιοριστεί από την Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι μια τάξη ή τάξεις που, κατά την άποψη του Επιτρόπου, αντιστοιχούν σχεδόν στο βαθμό του λοχία όπως υπήρχε πριν από την μεταβολή.

Τμήμα 3. Συμβούλιο Προσφυγών Δημόσιας ΥπηρεσίαςΕπεξεργασία

106. Σύνθεση του συμβουλίου κ.λπ.

  1. Συστήνεται Συμβούλιο Προσφυγών Δημόσιας Υπηρεσίας για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (στο παρόν άρθρο αναφέρεται ως «το συμβούλιο») το οποίο αποτελείται από:
    1. έναν πρόεδρο ο οποίος διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη κατά την κρίση του,
    2. δύο μέλη που ορίζονται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού ο οποίος, προτού μεταφέρει τις προτάσεις του προς τον Γενικό Κυβερνήτη, διαβουλεύεται με τον Ηγέτη της Αντιπολίτευσης,
    3. ένα μέλος που διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη μετά από διαβούλευση με τους αρμόδιους φορείς που εκπροσωπούν τη δημόσια υπηρεσία, και
    4. ένα μέλος διοριζόμενο από τον Γενικό Κυβερνήτη μετά από διαβούλευση με το αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί τα μέλη της Αστυνομίας.
  2. Οι διατάξεις των εδαφίων (2) έως (8) του άρθρου 99 του παρόντος Συντάγματος εφαρμόζονται σε σχέση με το Συμβούλιο όπως αυτές εφαρμόζονται σε σχέση με την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, με την εξαίρεση ότι, την παράγραφο 8 αυτού του άρθρου, όπου αντί ο Γενικός Κυβερνήτης να ενεργεί σύμφωνα με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού ενεργεί κατά την κρίση του.
  3. Εάν, ανά πάσα στιγμή, οποιοδήποτε μέλος του Συμβουλίου δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα του αξιώματός του, ο Γενικός Κυβερνήτης ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβουλές του προσώπου με το οποίο διορίστηκε αυτό το μέλος ή, ανάλογα με την περίπτωση μετά από διαβούλευση με τον οργανισμό τον οποίο είχε συμβουλευτεί πριν από το διορισμό του, μπορεί να διορίσει πρόσωπο που έχει τα προσόντα να διοριστεί ως μέλος του συμβουλίου για να ενεργεί ως μέλος και κάθε πρόσωπο που έχει διοριστεί κατ' αυτόν τον τρόπο εξακολουθεί να ενεργεί μέχρι η θέση στην οποίαα ενεργεί έχει πληρωθεί ή, ανάλογα με την περίπτωση, έως ότου ο κάτοχός της επανέλθει στα καθήκοντά του ή μέχρις ότου ανακληθεί ο διορισμός του από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με τις προτάσεις αυτές ή, ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να είναι, ύστερα από τις διαβουλεύσεις που αναφέρονται παραπάνω σε αυτό το εδάφιο:

Υπό τον όρο ότι ο Πρωθυπουργός θα συμβουλευθεί τον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε συμβουλή προς τον Γενικό Κυβερνήτη δυνάμει του παρόντος εδαφίου όσον αφορά τον διορισμό οποιουδήποτε προσώπου που θα ενεργεί για οποιοδήποτε μέλος της επιτροπής που ορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου.

  1. Το Συμβούλιο, κατά την άσκηση των καθηκόντων του βάσει του παρόντος Συντάγματος, δεν υπόκειται στη διεύθυνση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.
  2. Σε αυτό το άρθρο:
  • «τα αρμόδια όργανα που εκπροσωπούν τη δημόσια υπηρεσία»: η ένωση δημοσίων υπηρεσιών της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή άλλο όργανο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ορίζει ο Γενικός Κυβερνήτης,
  • «αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί τα μέλη της Αστυνομίας»: η αστυνομική ένωση ή άλλο όργανο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών της αστυνομίας, όπως ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ορίσει.

107. Προσφυγές σε πειθαρχικές υποθέσεις

  1. Το παρόν άρθρο αφορά:
    1. κάθε απόφαση του Γενικού Κυβερνήτη, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ή οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, να παύσει έναν δημόσιο υπάλληλο από το αξίωμα ή να ασκήσει πειθαρχικό έλεγχο σε δημόσιο υπάλληλο (συμπεριλαμβανομένης απόφασης επί προσφυγή ή επιβεβαίωση απόφασης οποιουδήποτε προσώπου στο οποίο μεταβιβάζονται εξουσίες δυνάμει του άρθρου 100 (2) του παρόντος Συντάγματος),
    2. κάθε απόφαση οποιουδήποτε προσώπου στο οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες δυνάμει του άρθρου 100 (2) του παρόντος Συντάγματος για την παύση ενός δημόσιου αξιωματούχου από το αξίωμα ή για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επί δημόσιου λειτουργού (που δεν αποτελεί απόφαση η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ή επιβεβαίωσης από το Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας),
    3. κάθε απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας να δώσει τη συναίνεση που απαιτείται από το άρθρο 110 (1) ή (2) του παρόντος Συντάγματος σε σχέση με την άρνηση, παρακράτηση, μείωση του ποσού ή αναστολή οιασδήποτε συνταξιοδοτικής παροχής σε σχέση με την υπηρεσία αξιωματούχου ως δημοσίου υπαλλήλου,
    4. οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής Αστυνομικής Υπηρεσίας να παύσει ένα μέλος της Αστυνομίας από το αξίωμα ή να ασκήσει πειθαρχικό έλεγχο επί ενός τέτοιου μέλους σύμφωνα με το άρθρο 105 (1) του παρόντος Συντάγματος,
    5. εάν υπάρχει έγκριση του Κοινοβουλίου, οποιαδήποτε απόφαση του Επιτρόπου της Αστυνομίας δυνάμει της παραγράφου (5) του άρθρου 105 του παρόντος Συντάγματος, ή ενός προσώπου στο οποίο μεταβιβάζονται εξουσίες δυνάμει της παραγράφου (6) αυτού του άρθρου, να απομακρύνει έναν αστυνομικό από το αξίωμα ή την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επί αστυνομικού.
    6. αποφάσεις σχετικά με την πειθαρχία κάθε στρατιωτικής, ναυτικής ή αεροπορικής δύναμης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, όπως μπορεί να οριστεί από το Κοινοβούλιο.
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο μπορεί να ασκήσει έφεση σε οποιαδήποτε απόφαση στην οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο σε περίπτωση δημόσιου υπαλλήλου, αστυνομικού ή μέλους του ναυτικού, του στρατού ή της αεροπορίας:

Υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε τέτοιας απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (1) εδάφιο (5) αυτού του άρθρου, η έφεση ασκείται κατ' αρχήν στην Επιτροπή Αστυνομικής Υπηρεσίας, εφόσον αυτό προβλέπεται από το Κοινοβούλιο, οπότε η Επιτροπή έχει τις ανάλογες εξουσίες που απονέμονται στο Συμβούλιο με την παράγραφο (1) του άρθρου 108 του παρόντος Συντάγματος.

108. Εξουσίες και διαδικασίες του Συμβουλίου

  1. Με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 107 του παρόντος Συντάγματος ή οποιασδήποτε νομοθετικής πράξης που εκδίδεται κατ' εφαρμογή αυτού του άρθρου, το Συμβούλιο μπορεί να επιβεβαιώσει ή να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή να λάβει οποιαδήποτε άλλη απόφαση την οποία θα μπορούσε να έχει η αρχή ή το πρόσωπο για το οποίο ασκείται η προσφυγή.
  2. Κάθε απόφαση του Συμβουλίου απαιτεί τη συναινετική πλειοψηφία όλων των μελών του Συμβουλίου που δικαιούνται να συμμετέχουν στις εργασίες του Συμβουλίου για την έκδοση της εν λόγω απόφασης.
  3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (2) του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο μπορεί με κανονισμό να προβλέπει:
    1. τις διαδικασίες του Συμβουλίου,
    2. τη διαδικασία προσφυγών βάσει του παρόντος Τμήματος,
    3. εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 107 (1) του παρόντος Συντάγματος αποφάσεις σε σχέση με δημόσιους υπαλλήλους που κατέχουν αξιώματα των οποίων οι αμοιβές δεν υπερβαίνουν τα ποσά που προβλέπονται από τους κανονισμούς ή τις αποφάσεις άσκησης πειθαρχικού ελέγχου, εκτός των αποφάσεων παύσης, όπως μπορεί να προβλεφθεί.
  4. Οι κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν, με τη συγκατάθεση του Πρωθυπουργού, να αναθέτουν εξουσίες ή να επιβάλλουν καθήκοντα σε οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή σε οποιαδήποτε αρχή της Κυβέρνησης για την άσκηση των καθηκόντων του Συμβουλίου.
  5. Το Συμβούλιο δύναται, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του εσωτερικού του κανονισμού, να ενεργεί ανεξάρτητα από τυχόν κενή θέση ή από την απουσία μέλους.

Τμήμα 4. ΣυντάξειςΕπεξεργασία

109. Νόμοι περί συντάξεων και προστασία των δικαιωμάτων συντάξεων

  1. Το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με οποιεσδήποτε συνταξιοδοτικές παροχές που χορηγήθηκαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981 είναι ο νόμος που ίσχυε κατά την ημερομηνία χορήγησης αυτών των παροχών ή οποιασδήποτε ισχύουσας νομοθεσίας σε μεταγενέστερη ημερομηνία, η οποία δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή γι' αυτό το πρόσωπο.
  2. Το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με οποιεσδήποτε συνταξιοδοτικές παροχές (που δεν αποτελούν παροχές στις οποίες εφαρμόζεται τη παράγραφος (1) του παρόντος άρθρου:
    1. στο μέτρο που οι παροχές αυτές αφορούν αποκλειστικά την περίοδο υπηρεσίας ως δικαστή ή αξιωματούχος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή δημόσιος υπάλληλος που διορίστηκε πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981, είναι ο νόμος που ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή, και
    2. καθόσον οι παροχές αυτές αφορούν, εν όλω ή εν μέρει, την περίοδο υπηρεσίας ως δικαστή ή αξιωματούχου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή δημόσιο αξίωμα που άρχισε μετά τις 31 Οκτωβρίου 1981, είναι ο νόμος που ισχύει κατά την ημερομηνία κατά την οποία η περίοδος αυτή άρχισε να λειτουργεί,

ή οποιαδήποτε ισχύουσα νομοθεσία σε μεταγενέστερη ημερομηνία, η οποία δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή για το συγκεκριμένο πρόσωπο.

  1. Όταν ένα πρόσωπο δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα επιλογής ως προς το ποιος από τους δύο ή περισσότερους νόμους θα ισχύει στην περίπτωσή του, ο νόμος για τον οποίο επιλέγει για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ευνοϊκότερος γι' αυτόν από τον άλλο νόμο ή νόμους.
  2. Όλες οι συνταξιοδοτικές παροχές (πλην του βαθμού που επιβάλλονται από τον νόμο και καταβάλλονται δεόντως από κάποιο άλλο ταμείο) αποτελούν επιβάρυνση του Ενοποιημένου Ταμείου.
  3. Στο παρόν άρθρο, ως "παροχές συντάξεων" νοούνται οι συντάξεις, αποζημιώσεις, επιδόματα ή άλλα ανάλογα επιδόματα για πρόσωπα που υπηρετούν ως δικαστές ή ανώτεροι υπάλληλοι του ανώτατου δικαστηρίου ή δημόσιοι υπάλληλοι ή για χήρες, παιδιά, εξαρτώμενα πρόσωπα ή αντιπροσώπους αυτών των προσώπων όσον αφορά την εν λόγω υπηρεσία.
  4. Οι αναφορές στο παρόν άρθρο του νόμου όσον αφορά τις παροχές συντάξεων περιλαμβάνουν (με την επιφύλαξη της γενικότητάς τους) αναφορές στον νόμο που ρυθμίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να χορηγηθούν αυτές οι παροχές ή στις οποίες η χορήγηση των παροχών αυτών μπορεί να απορριφθεί, ρυθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες οι παροχές που έχουν χορηγηθεί μπορούν να παρακρατηθούν, να μειωθούν σε ποσό ή να ανασταλούν και τον νόμο που ρυθμίζει το ύψος των παροχών αυτών.
  5. Στο παρόν άρθρο οι αναφορές στην επίδοση ως δικαστή αφορούν την επίδοση ή κοινοποίηση ως δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αναφορές σε υπηρεσία ως δημόσιος υπάλληλος περιλαμβάνουν την επίδοση σε υπηρεσία που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 12 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

110. Εξουσία παρακράτησης συντάξεων κ.λπ.

  1. Όταν, σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο, οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή διαθέτει διακριτική ευχέρεια,
    1. να αποφασίσει εάν θα χορηγηθούν οποιεσδήποτε συνταξιοδοτικές παροχές, ή
    2. να παρακρατήσει, να μειώσει ή να αναστείλει οποιαδήποτε τέτοια οφέλη που έχουν χορηγηθεί,

οι παροχές αυτές χορηγούνται και δεν μπορούν να παρακρατηθούν, να μειωθούν ή να ανασταλούν, εκτός αν η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας συμφωνήσει στην άρνηση χορήγησης των παροχών ή, ανάλογα με την περίπτωση, στην απόφασή της να τις παρακρατήσει, να τις μειώσει ή να τις αναστείλει.

  1. Όταν το ύψος των παροχών που μπορεί να χορηγηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν καθορίζεται από τον νόμο, το ποσό των παροχών που του χορηγούνται είναι το μέγιστο ποσό για το οποίο δικαιούται, εκτός εάν η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αποφασίσει τη χορήγηση οφελών μικρότερου ποσού.
  2. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας δεν δίνει τη συγκατάθεσή της δυνάμει των παραγράφων (1) ή (2) του παρόντος άρθρου σε οποιαδήποτε ενέργεια που εκδίδεται με την αιτιολογία ότι κάθε πρόσωπο που κατέχει ή κατείχε το αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των εισαγγελέων ή του Διοικητή Δημοσίων Διώξεων ή του Επόπτη των Εκλογών έχουν κατηγορηθεί για προβληματική συμπεριφορά στο εν λόγω αξίωμα, εκτός εάν έχουν παυθεί από το αξίωμα αυτό λόγω αυτής της συμπεριφοράς.
  3. Πριν η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας δώσει τη συγκατάθεσή της δυνάμει των παραγράφων (1) ή (2) αυτού του άρθρου σε οποιαδήποτε ενέργεια που εκδίδεται με την αιτιολογία ότι οποιοδήποτε πρόσωπο (το οποίο κατέχει ή κατείχε οποιοδήποτε αξίωμα στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 103 του παρόντος Συντάγματος) έχει διαπράξει προβληματική συμπεριφορά στο αξίωμα αυτό, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας διαβουλεύεται με την Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών.
  4. Στο παρόν άρθρο, ως «παροχές συντάξεων» νοούνται οι συντάξεις, αποζημιώσεις, επιδόματα ή άλλα ανάλογα επιδόματα για πρόσωπα που υπηρετούν ως δικαστές ή ανώτεροι υπάλληλοι του ανώτατου δικαστηρίου ή δημόσιοι υπάλληλοι ή για χήρες, παιδιά, εξαρτώμενα πρόσωπα ή αντιπροσώπους αυτών των προσώπων όσον αφορά την εν λόγω υπηρεσία.
  5. Στο άρθρο αυτό οι αναφορές στην υπηρεσία ως δημόσιος υπάλληλος περιλαμβάνουν την επίδοση σε υπηρεσία που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 12 του Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Κεφάλαιο VIII. ΙθαγένειαΕπεξεργασία

111. Υπάρχουσα κατάσταση Από και μετά την 1η Νοεμβρίου 1981, ένα πρόσωπο, για τους σκοπούς οποιουδήποτε νόμου, θεωρείται ότι ανήκει στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα εάν και μόνο εάν είναι πολίτης της.

112. Πρόσωπα που γίνονται αυτομάτως πολίτες κατά την έναρξη ισχύος αυτού του Συντάγματος Τα ακόλουθα πρόσωπα θα γίνουν πολίτες την 1η Νοεμβρίου 1981:

  1. κάθε πρόσωπο το οποίο γεννήθηκε στην Αντίγκουα ήταν στις 31 Οκτωβρίου 1981, πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου και των Αποικιών,
  2. κάθε άτομο που γεννήθηκε εκτός Αντίγκουα εάν ένας από τους γονείς του ή κάποιος από τους παππούδες του γεννήθηκε εκεί ή ήταν εγγεγραμμένος ή πολιτογραφημένος ενώ διέμενε στην Αντίγκουα,
  3. κάθε πρόσωπο που στις 31 Οκτωβρίου 1981 ήταν πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου και των Αποικιών:
    1. έχοντας γίνει τέτοιος πολίτης σύμφωνα με το Νόμο της Βρετανικής Ιθαγένειας του 1948 λόγω του ότι είχε πολιτογραφηθεί ενώ κατοικούσε στην Αντίγκουα ως Βρετανικό θέμα πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου, ή
    2. έχοντας κατά τον χρόνο διαμονής του στην Αντίγκουα γίνει πολίτης λόγω του ότι έχει πολιτογραφηθεί ή έχει καταχωριστεί βάσει του νόμου αυτού.
  4. κάθε πρόσωπο το οποίο γεννήθηκε εκτός Αντίγκουα ήταν, στις 31 Οκτωβρίου 1981, πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου και των Αποικιών και εάν ο πατέρας του ή η μητέρα του έγινε ή θα ήθελε μόνο για το θάνατό του ή την αποκήρυξη από την ιθαγένειά του Ηνωμένου Βασιλείου και των Αποικιών να γίνει, πολίτης δυνάμει της παραγράφου (1), (2) ή (3) αυτού του άρθρου.
  5. κάθε γυναίκα η οποία, παντρεμένη με πρόσωπο που γίνεται ή για το θάνατό του ή για την αποκήρυξη της ιθαγένειάς του από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Αποικίες, πολίτης δυνάμει της παραγράφου (1), (2), (3) ή (4) αυτού του άρθρου, ήταν πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου και των Αποικιών στις 31 Οκτωβρίου 1981,
  6. κάθε πρόσωπο που, στις 31 Οκτωβρίου 1981, ήταν ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών και είναι το τέκνο, το θετό τέκνο ή το παιδί που υιοθετήθηκε κατά τρόπο αναγνωρισμένο από τον νόμο, τέτοιου προσώπου όπως αναφέρεται σε οποιαδήποτε από τις προηγούμενες παραγράφους αυτού του άρθρου.

113. Πρόσωπα που αυτομάτως γίνονται πολίτες μετά την έναρξη του παρόντος Συντάγματος Τα ακόλουθα πρόσωπα θα γίνουν πολίτες κατά την ημερομηνία γέννησής τους στις ή μετά την 1η Νοεμβρίου 1981:

  1. κάθε άτομο που γεννήθηκε στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα:

Υπό την προϋπόθεση ότι ένα πρόσωπο δεν θα γίνει πολίτης δυνάμει της παρούσας παραγράφου εάν κατά τη στιγμή της γεννήσεώς του,

    1. κανένας από τους γονείς του δεν είναι πολίτης και καθένας από αυτούς διαθέτει τέτοια ασυλία από το δικαστήριο και τη νομική διαδικασία που παρέχεται στον απεσταλμένο μιας ξένης κυρίαρχης χώρας που έχει διαπιστευθεί στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, ή
    2. ένας από τους γονείς του είναι πολίτης μιας χώρας με την οποία η Αυτού Υψηλότης βρίσκεται σε πόλεμο και η γέννηση συμβαίνει σε τόπο που βρίσκεται υπό κατάληψη από αυτή τη χώρα.
  1. κάθε πρόσωπο που γεννήθηκε εκτός Αντίγκουα και Μπαρμπούντα εάν, κατά την ημερομηνία γέννησής του, ένας από τους γονείς του είναι ή θα ήταν, εκτός από την περίπτωση θανάτου του εν λόγω γονέα, πολίτης δυνάμει του άρθρου 112 του παρόντος Συντάγματος ή της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου.
  2. κάθε πρόσωπο που γεννήθηκε εκτός Αντίγκουα και Μπαρμπούντα αν, κατά την ημερομηνία γέννησής του, ένας από τους γονείς του είναι ή θα ήταν, εκτός από την περίπτωση θάνατο του γονέα αυτού, υπήκοος που υπηρετεί υπό την κυβέρνηση ή υπό την κυριαρχία της κυβέρνησης που τον απαιτεί να διαμένει εκτός Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του.

114. Πρόσωπα που έχουν δικαίωμα στην ιθαγένεια με κατωχύρωση μετά την έναρξη του παρόντος Συντάγματος

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 112 και του άρθρου 117 του παρόντος Συντάγματος, τα ακόλουθα πρόσωπα δικαιούνται, κατά την υποβολή της αίτησης τους, να πολιτογραφηθούν την 1η Νοεμβρίου 1981:
    1. κάθε πρόσωπο που, στις 31 Οκτωβρίου 1981:
      1. ήταν παντρεμένο με πρόσωπο που γίνεται πολίτης δυνάμει του άρθρου 112 του παρόντος Συντάγματος, ή
      2. ήταν παντρεμένο με πρόσωπο το οποίο, αφού πέθανε πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981, θα μπορούσε να γίνει πολίτης βάσει αυτού του άρθρου:

Υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι ή δεν ήταν κατά τη στιγμή του θανάτου του συζύγου, σε διάσταση από τον σύζυγο με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου ή με πράξη διαζυγίου.

    1. κάθε πρόσωπο που:
      1. ήταν παντρεμένο με πρόσωπο που είναι ή γίνεται πολίτης, ή
      2. ήταν παντρεμένο με ένα πρόσωπο που ήταν ή, αν ζούσε, θα μπορούσε να γίνει πολίτης:

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιτρέπεται η υποβολή αίτησης από το πρόσωπο αυτό πριν από τη λήξη του γάμου για περισσότερο από τρία έτη και ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι ή δεν ήταν κατά τη στιγμή του θανάτου του συζύγου, σε διάσταση από τον σύζυγο, με δικαστική απόφαση ή πράξη διαζυγίου.

      1. κάθε πολίτης της Κοινοπολιτείας που στις 31 Οκτωβρίου 1981 είχε την κατοικία του στην Αντίγκουα και είχε τη συνήθη διαμονή του σε αυτή για περίοδο τουλάχιστον επτά ετών πριν από την ημέρα αυτή,
      2. κάθε πρόσωπο ο οποίος είναι πολίτης της Κοινοπολιτείας έχει την κατοικία του στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και έχει τη νόμιμη συνήθη διαμονή του στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για περίοδο τουλάχιστον επτά ετών πριν από την υποβολή της αίτησης (ανεξάρτητα από το αν η περίοδος αυτή αρχίζει πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981),
    1. κάθε πολίτης ο οποίος δεν αποκήρυξε την ιθαγένειά του από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Αποικίες για να αποκτήσει ή να διατηρήσει την υπηκοότητα άλλης χώρας, θα γίνει πολίτης την 1η Νοεμβρίου 1981 ·
    2. κάθε πρόσωπο το οποίο, έχοντας γίνει πολίτης, έπρεπε να παραιτηθεί από την ιθαγένειά του για να αποκτήσει ή να διατηρήσει την ιθαγένεια άλλης χώρας,
    3. κάθε άτομο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών το οποίο είναι το παιδί, το θετό τέκνο ή το παιδί που έχει υιοθετηθεί κατά τρόπο αναγνωρισμένο από τον νόμο ενός πολίτη ή είναι το παιδί, το θετό τέκνο ή το παιδί που έχει υιοθετηθεί από ένα άτομο που είναι ή θα ήθελε, εκτός από την περίπτωση θανάτου του, να εγγραφεί ως πολίτης δυνάμει του παρόντος εδαφίου.
  1. Η αίτηση δυνάμει του παρόντος άρθρου υποβάλλεται κατά τρόπο που να μπορεί να καθοριστεί ως προς την εφαρμογή από ή δυνάμει νόμου που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο και, στην περίπτωση προσώπου στο οποίο εφαρμόζεται το εδάφιο 1 στοιχείο 6 του παρόντος άρθρου, γίνεται για λογαριασμό του από τον γονέα ή τον κηδεμόνα του:

Υπό την προϋπόθεση ότι εάν το πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται το εδάφιο (1) (6) αυτού του άρθρου είναι ή έχει παντρευτεί, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από το πρόσωπο αυτό.

115. Διπλή υπηκοότητα

  1. Πρόσωπο που, την 1η Νοεμβρίου 1981, είναι πολίτης ή δικαιούται να εγγραφεί ως τέτοιος και είναι επίσης πολίτης κάποιας άλλης χώρας ή δικαιούται να εγγραφεί ως τέτοιος, δεν μπορεί μόνο για τον λόγο ότι είναι ή γίνεται πολίτης της χώρας αυτής:
    1. να στερηθεί της ιθαγένειάς του,
    2. να αρνηθεί την εγγραφή του ως πολίτης, ή
    3. να υποχρεωθεί να παραιτηθεί από την ιθαγένειά της άλλης χώρας, από ή δυνάμει οποιουδήποτε νόμου.
  2. Το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δεν μπορεί:
    1. να του αρνηθεί διαβατήριο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή να αποσυρθεί, να ακυρωθεί ή να καταδικαστεί το εν λόγω διαβατήριο μόνο για τον λόγο ότι κατέχει διαβατήριο που έχει εκδοθεί από κάποια άλλη χώρα της οποίας είναι πολίτης, ή
    2. να υποχρεωθεί να παραιτηθεί ή να απαγορευθεί από την απόκτηση διαβατηρίου που έχει εκδοθεί από κάποια άλλη χώρα της οποίας είναι πολίτης πριν να εκδοθεί διαβατήριο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή ως προϋπόθεση διατήρησης τέτοιου διαβατηρίου.

116. Εξουσίες του Κοινοβουλίου

  1. Με την επιφύλαξη και με την εξάρτηση των διατάξεων των άρθρων 111, 112, 113, 114 και 115 του παρόντος Συντάγματος, το Κοινοβούλιο μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, να προβλέπει την απόκτηση ιθαγένειας με καταχώριση.
  2. Η αίτηση εγγραφής δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορεί να απορριφθεί από τον υπεύθυνο για το θέμα υπουργό σε κάθε περίπτωση κατά την οποία βεβαιώνεται ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την άρνηση της αίτησης προς το συμφέρον της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας ηθικής ή της δημόσιας τάξης.
  3. Πρέπει να προβλεφθεί διάταξη από το Κοινοβούλιο:
    1. για την απόκτηση της ιθαγένειας της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα από πρόσωπα που δεν είναι επιλέξιμα ή δεν είναι πλέον επιλέξιμα να γίνουν πολίτες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου,
    2. για την αποκήρυξη από οποιοδήποτε πρόσωπο της ιθαγένειάς του,
    3. για την πιστοποίηση της ιθαγένειας για πρόσωπα που είχαν αποκτήσει την ιθαγένεια αυτή και επιθυμούν την πιστοποίηση αυτή, και
    4. για την απόκτηση της ιθαγένειάς του οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι πολίτης λόγω εγγραφής, εάν η εγγραφή του ως πολίτη αποκτήθηκε με ψευδή εκπροσώπηση ή απάτη ή εκούσια απόκρυψη σημαντικών γεγονότων ή εάν καταδικαστεί στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα για πράξη προδοσίας ή εκφοβισμού:

Εφόσον ο νόμος που θεσπίζεται για τους σκοπούς της παραγράφου (4) αυτού του άρθρου περιλαμβάνει διατάξεις βάσει των οποίων ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου αρμόδιας δικαιοδοσίας ή άλλης ανεξάρτητης αρχής και του επιτρέπεται να έχει νομική εκπροσώπηση δικής του επιλογής.

117. Όρκος πίστης Οποιοσδήποτε δεν έχει ήδη ορκιστεί πίστη στο Στέμμα και υποβάλλει αίτηση εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 114 του παρόντος Συντάγματος, πριν από αυτή την εγγραφή, ορκίζεται στην πίστη.

118. Ερμηνεία

  1. Κάθε αναφορά στο παρόν κεφάλαιο του εθνικού καθεστώτος του πατέρα ενός προσώπου κατά τη γέννηση του προσώπου αυτού, σε σχέση με πρόσωπο που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του, ερμηνεύεται ως αναφορά στο εθνικό καθεστώς του πατέρα κατά τη στιγμή του θανάτου του πατέρα, και όταν ο θάνατος αυτός συνέβη πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981, το εθνικό καθεστώς που θα είχε ο πατέρας αν είχε πεθάνει την ημέρα αυτή θεωρείται ως εθνικό του καθεστώς κατά τον χρόνο του θανάτου του:

Υπό την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση ενός τέκνου που γεννήθηκε εκτός γάμου οι αναφορές στη μητέρα θα αντικαταστήσουν τις αναφορές αυτές στον πατέρα.

  1. Σε αυτό το κεφάλαιο:
  • στον όρο «παιδί» περιλαμβάνεται και ένα παιδί που γεννήθηκε εκτός γάμου και δεν είναι νόμιμο.
  • στον όρο «πατέρας», σε σχέση με ένα παιδί που γεννήθηκε εκτός γάμου και δεν είναι νόμιμο, περιλαμβάνεται ένα πρόσωπο που αναγνωρίζει και μπορεί να αποδείξει ότι είναι ο πατέρας του παιδιού ή έχει οριστεί από δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας να είναι ο πατέρας του παιδιού.
  • στον όρο «γονέας» περιλαμβάνεται η μητέρα ενός παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου.
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, θεωρείται ότι γεννήθηκε στον τόπο όπου το πλοίο ή το αεροσκάφος ήταν νηολογημένο ή, ανάλογα με την περίπτωση, άτομο που γεννήθηκε σε πλοίο ή αεροσκάφος της κυβερνήσεως οποιασδήποτε χώρας, πρέπει να θεωρείται πως γεννήθηκε στην τοποθεσία όπου είναι νηολογημένο, ή αν κρίνεται απαραίτητο, στη χώρα αυτή.

Κεφάλαιο IX. Δικαστικές διατάξειςΕπεξεργασία

119. Πρωτότυπη δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου στα συνταγματικά ζητήματα

  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 25 (2), 47 (8) (β), 56 (4), 65 (5), 123 (7) (β) και 124 του παρόντος Συντάγματος, η διάταξη του παρόντος Συντάγματος (εκτός από μια διάταξη του Κεφαλαίου ΙΙ) έχει παραβιαστεί ή μπορεί να παραβιαστεί, εφόσον έχει σχετικό συμφέρον, μπορεί να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο τη δήλωση και την απαλλαγή βάσει του παρόντος άρθρου.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα επί αιτήσεως που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσο έχει παραβιαστεί ή παραβιάζεται κάποια διάταξη του παρόντος Συντάγματος (εκτός από διάταξη του Κεφαλαίου ΙΙ) και να προβεί σε αντίστοιχη δήλωση.
  3. Όταν το Ανώτατο Δικαστήριο κάνει δήλωση σύμφωνα με το παρόν άρθρο ότι μια διάταξη του παρόντος Συντάγματος έχει παραβιαστεί ή έχει παραβιαστεί και το πρόσωπο στο οποίο υποβάλλεται η δήλωση έχει επίσης υποβάλει αίτηση για απαλλαγή, το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει σε αυτό το ένδικο βοήθημα όπως κρίνει σκόπιμο, ως μέσον παροχής έννομης προστασίας γενικά βάσει οποιασδήποτε νομοθεσίας στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.
  4. Ο Ανώτατος Δικαστικός δύναται να προβλέπει ή να επιτρέπει την πρόβλεψη σε σχέση με την πρακτική και τη διαδικασία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες που απονέμονται στο δικαστήριο από ή δυνάμει αυτού του άρθρου, εντός της οποίας μπορεί να υποβληθεί αίτηση δυνάμει του παρόντος άρθρου.
  5. Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σχετικό συμφέρον για τους σκοπούς της αίτησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον εάν η παράβαση του παρόντος Συντάγματος που επικαλείται ο ίδιος είναι ικανή να επηρεάσει τα συμφέροντά του.
  6. Τα δικαιώματα που παρέχονται σε ένα πρόσωπο από το παρόν άρθρο για να ζητήσουν τη δήλωση και την απαλλαγή σε σχέση με φερόμενη παραβίαση του παρόντος Συντάγματος θα είναι επιπλέον οποιασδήποτε άλλης ενέργειας σε σχέση με το ίδιο θέμα που μπορεί να είναι διαθέσιμο σε αυτό το πρόσωπο άλλου νόμου ή κανόνα δικαίου.
  7. Δεν υπάρχει στοιχείο το οποίο στο άρθρο αυτό παρέχει αρμοδιότητα στο Ανώτατο Δικαστήριο να εκδικάσει ή να καθορίσει οποιοδήποτε τέτοιο θέμα όπως αναφέρεται στο άρθρο 44 του παρόντος Συντάγματος.

120. Αναφορά συνταγματικών ερωτημάτων στο Ανώτατο Δικαστήριο

  1. Όταν οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας του παρόντος Συντάγματος τίθεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο που έχει συσταθεί για την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (εκτός από το Εφετείο, το Ανώτατο Δικαστήριο ή το στρατοδικείο) και το δικαστήριο είναι της γνώμης ότι το ζήτημα συνεπάγεται ουσιαστικό νομικό ζήτημα, το δικαστήριο μπορεί, και εφόσον το ζητήσει κάποιος διάδικος, να υποβάλει το ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο.
  2. Σε περίπτωση που υποβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο οποιοδήποτε ζήτημα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το Ανώτατο Δικαστήριο θα αποφανθεί επί του ζητήματος και το δικαστήριο στο οποίο προέκυψε το ζήτημα θα εκδικάσει την υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση αυτή ή αν η απόφαση έχει αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στο Εφετείο ή το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητας, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Συμβουλίου της Αυτού Μεγαλειότητας.

121. Προσφυγές στο Εφετείο Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 44 του παρόντος Συντάγματος, μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο προσφυγής για απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου προς το Εφετείο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. τελεσίδικες αποφάσεις σε οποιαδήποτε αστική ή ποινική διαδικασία σχετικά με θέματα ερμηνείας του παρόντος Συντάγματος.
  2. τελεσίδικες αποφάσεις που εκδίδονται κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που απονέμεται στο Ανώτατο Δικαστήριο με το άρθρο 18 του παρόντος Συντάγματος (το οποίο αφορά την επιβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ελευθερίας), και
  3. άλλες περιπτώσεις που μπορεί να προβλεφθούν από το Κοινοβούλιο.

122. Προσφυγές στο Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος

  1. Μπορεί να ασκηθεί προσφυγή στις αποφάσεσις του Εφετείου προς το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος, σύμφωνα με τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. τελεσίδικες αποφάσεις σε οποιαδήποτε αστική δίκη όταν το αντικείμενο της διαφοράς σχετικά με την έφεση προς το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητας είναι της καθορισμένης αξίας ή προς τα άνω ή όταν η έφεση αφορά άμεσα ή έμμεσα αξίωση ή αμφισβήτηση της περιουσίας ή δικαίωμα καθορισμένης αξίας ή προς τα άνω,
    2. τελεσίδικες αποφάσεις σε διαδικασίες διάλυσης ή ακυρότητας του γάμου,
    3. τελεσίδικες αποφάσεις σε οποιαδήποτε αστική ή ποινική διαδικασία που αφορούν ερώτημα ως προς την ερμηνεία του παρόντος Συντάγματος, και
    4. άλλες περιπτώσεις που μπορεί να προβλεφθούν από το Κοινοβούλιο.
  2. Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 44 (8) του παρόντος Συντάγματος, μπορεί να υπάρξει προσφυγή σε αποφάσεις του Εφετείου προς το Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. αποφάσεις σε οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία, όταν κατά την κρίση του Εφετείου το ζήτημα της προσφυγής είναι τέτοιο που, λόγω της μεγάλης γενικής ή δημόσιας του σημασίας ή μη, πρέπει να υποβληθεί στο Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητας, και
    2. άλλες περιπτώσεις που μπορεί να προβλεφθούν από το Κοινοβούλιο.
  3. Μπορεί να ασκηθεί έφεση στο Συμβούλιο της Αυτού Μεγαλειότητος με ειδική άδεια της Αυτού Μεγαλειότητας από οποιαδήποτε απόφαση του Εφετείου σε οποιοδήποτε αστικό ή ποινικό θέμα.
  4. Οι αναφορές σε αυτό το άρθρο σε αποφάσεις του Εφετείου ερμηνεύονται ως αναφορές σε αποφάσεις του Εφετείου κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που έχει δοθεί στο δικαστήριο αυτό από το παρόν Σύνταγμα ή από οποιονδήποτε άλλο νόμο που ισχύει προς το παρόν.
  5. Σε αυτή την ενότητα, η προκαθορισμένη αξία σημαίνει την αξία των δεκαπέντε δολαρίων ή άλλη αξία που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο.

Κεφάλαιο X. ΔιάφοραΕπεξεργασία

123. Τοπική αυτοδιοίκηση

  1. Υπάρχει Συμβούλιο για τη Μπαρμπούντα το οποίο είναι το κύριο όργανο της τοπικής αυτοδιοίκησης στο νησί.
  2. Το Συμβούλιο διαθέτει τα μέλη και τα καθήκοντα που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο.
  3. Το Κοινοβούλιο μπορεί να τροποποιήσει οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του νόμου περί τοπικής αυτοδιοίκησης της Μπαρμπούντα του 1976 που ορίζονται στο παράρτημα 2 του παρόντος Συντάγματος (οι οποίες στο παρόν άρθρο αναφέρονται ως «οι εν λόγω διατάξεις») με τον τρόπο που ορίζεται στις ακόλουθες διατάξεις αυτό το άρθρο και με κανέναν άλλο τρόπο.
  4. Το νομοσχέδιο για την τροποποίηση οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν θεωρείται ότι ψηφίζεται από τη Βουλή εάν, μετά την τελική του ανάγνωση στη Βουλή, το νομοσχέδιο παραπέμπεται από τον Γραμματέα της Βουλής στο Συμβούλιο της Μπαρμπούντα και το Συμβούλιο της Μπαρμπούντα δίνει τη συγκατάθεσή του στο νομοσχέδιο με απόφαση του Συμβουλίου, η έγκριση του οποίου θα δοθεί αμέσως από το Συμβούλιο στον Γραμματέα της Βουλής.
  5. Μια τροπολογία της Γερουσίας σε ένα νομοσχέδιο όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) αυτού του άρθρου, το οποίο έχει εγκριθεί από τη Βουλή και έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο της Μπαρμπούντα, δεν θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί από τη Βουλή για τους σκοπούς του άρθρου 55 του παρόντος Συντάγματος, εκτός εάν το Συμβούλιο της Μπαρμπούντα υποδείξει στον Γραμματέα της Βουλής τη συναίνεση με την απόφαση του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα για την εν λόγω τροποποίηση.
  6. Για τους σκοπούς του άρθρου 55 (4) του παρόντος Συντάγματος, η τροποποίηση του νομοσχεδίου για τροποποίηση οποιασδήποτε από τις εν λόγω διατάξεις δεν θα προταθεί στη Γερουσία από τη Βουλή, εκτός εάν το Συμβούλιο της Μπαρμπούντα υποδείξει στον Γραμματέα της Βουλής τη συναίνεση με την απόφαση του Συμβουλίου της Μπαρμπούντα για τη Βουλή να προτείνει έτσι την τροπολογία.
    1. Ένα νομοσχέδιο για την τροποποίηση οποιασδήποτε από τις εν λόγω διατάξεις δεν θα υποβληθεί στον Γενικό Κυβερνήτη για τη σύμφωνη γνώμη του, εκτός αν συνοδεύεται από πιστοποιητικό υπό τον Πρόεδρο (ή, αν ο Πρόεδρος δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα του αξιώματός του, τον Αναπληρωτή Πρόεδρο) ότι έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του εδαφίου (4), (5) ή (6), ανάλογα με την περίπτωση.
    2. Το πιστοποιητικό του Προέδρου ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Αναπληρωτή Προέδρου, σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, αποδεικνύει ότι οι διατάξεις του εδαφίου (4), (5) ή (6), ανάλογα με την περίπτωση, του παρόντος άρθρου έχουν τηρηθεί και δεν θα εκδικαστούν σε κανένα δικαστήριο.

124. Ορισμένα θέματα που δεν πρέπει να εκδικαστούν σε κανένα δικαστήριο Σε οποιαδήποτε περίπτωση σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα ο Γενικός Κυβερνήτης υποχρεούται να εκτελεί οποιαδήποτε λειτουργία σύμφωνα με τις συμβουλές του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού ή οποιουδήποτε άλλου Υπουργού ή του ηγέτη της Αντιπολίτευσης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, οργάνου ή αρχής ή μετά από διαβούλευση με οποιοδήποτε πρόσωπο, σώμα ή αρχή, το ζήτημα εάν ο Γενικός Κυβερνήτης έχει λάβει ή ενήργησε σύμφωνα με αυτές τις συμβουλές ή εάν έχει πραγματοποιηθεί τέτοια διαβούλευση δεν θα πρέπει να εκδικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

125. Παραίτηση

  1. Κάθε πρόσωπο που διορίζεται ή εκλέγεται σε οποιοδήποτε αξίωμα που συστήνεται με το παρόν Σύνταγμα μπορεί να παραιτηθεί από το αξίωμα αυτό με απευθυνόμενο στο πρόσωπο ή την αρχή από την οποία διορίστηκε ή εκλέχθηκε:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. η παραίτηση ενός προσώπου από το αξίωμα του Προέδρου ή Αντιπροέδρου ή από το αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου απευθύνεται στη Γερουσία ή στη Βουλή, ανάλογα με την περίπτωση, και
    2. η παραίτηση οποιουδήποτε προσώπου από τη σύνθεση της Γερουσίας ή της Βουλής απευθύνεται στον Πρόεδρο ή στον Πρόεδρο της Βουλής, ανάλογα με την περίπτωση.
  1. Η παραίτηση οποιουδήποτε προσώπου από οποιοδήποτε τέτοιο αξίωμα τίθεται σε ισχύ όταν το έγγραφο που υποδηλώνει την παραίτηση παραλαμβάνεται από το πρόσωπο ή την αρχή προς την οποία απευθύνεται ή από οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτό το πρόσωπο ή αρχή να το παραλάβει.

126. Επαναδιορισμός και ταυτόχρονος διορισμός

  1. Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει απομακρυνθεί από οποιοδήποτε αξίωμα που συστήνεται με το παρόν Σύνταγμα ή από οποιοδήποτε αξίωμα του Υπουργού που έχει συσταθεί βάσει του παρόντος Συντάγματος, μπορεί να διοριστεί εκ νέου ή να εκλεγεί σε αυτό το αξίωμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Συντάγματος.
  2. Όταν το παρόν Σύνταγμα επιφυλάσσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή την εξουσία να πραγματοποιεί οποιονδήποτε διορισμό σε οποιοδήποτε αξίμωα, μπορεί να διορισθεί ένα πρόσωπο στο εν λόγω αξίωμα, παρά το γεγονός ότι κάποιο άλλο πρόσωπο μπορεί να κατέχει το εν λόγω αξίωμα, όταν το άλλο άτομο είναι σε άδεια εν αναμονή της παραίτησης του από το εν λόγω αξίωμα· και όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα κατέχουν το ίδιο αξίωμα λόγω διορισμού που πραγματοποιείται δυνάμει του παρόντος εδαφίου, τότε, για τους σκοπούς των καθηκόντων που ανατίθενται στον κάτοχο του εν λόγω αξιώματος, ο τελευταίος διοριζόμενος θεωρείται ως ο μόνος κάτοχος του αξιώματος.

127. Ερμηνεία

  1. Στο παρόν Σύνταγμα, εκτός αν το πλαίσιο αναφέρει κάτι διαφορετικό:
  • «πολίτης» σημαίνει πολίτης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και η έννοια της «ιθαγένειας» πρέπει να ερμηνεύεται ανάλογα.
  • Ο «πολίτης της Κοινοπολιτείας» έχει την έννοια που το Κοινοβούλιο μπορεί να ορίσει με νόμο.
  • «δολάρια» σημαίνει δολάρια στο νόμισμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  • «οικονομικό έτος», κάθε περίοδος δώδεκα μηνών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους ή σε άλλη ημερομηνία που μπορεί να ορίσει το Κοινοβούλιο.
  • «κυβέρνηση» σημαίνει η κυβέρνηση της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  • «Βουλή» σημαίνει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
  • ως «νόμος» νοείται κάθε νόμος που ισχύει στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα ή σε οποιοδήποτε τμήμα της, συμπεριλαμβανομένων όλων των πράξεων που έχουν ισχύ νόμου και οποιοσδήποτε άγραφος νόμος και «νομότυπος» και «νομότυπα» πρέπει να ορίζεται αναλόγως.
  • «Υπουργός» σημαίνει Υπουργός της Κυβέρνησης.
  • στον «όρκο» περιλαμβάνεται επιβεβαίωση.
  • «όρκος πίστης» σημαίνει όρκος υπακοής που ορίζεται στο παράρτημα 3 του παρόντος Συντάγματος.
  • «όρκος του αξιώματος» σημαίνει, σε σχέση με οποιοδήποτε αξίωμα, τον όρκο για τη δέουσα εκτέλεση του εν λόγω αξιώματος που αναφέρεται στο παράρτημα 3 του παρόντος Συντάγματος.
  • «όρκος μυστικότητας» σημαίνει τον όρκο της μυστικότητας που παρατίθεται στο παράρτημα 3 του παρόντος Συντάγματος.
  • «Κοινοβούλιο» σημαίνει το Κοινοβούλιο της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  • «αστυνομική δύναμη» σημαίνει την αστυνομική δύναμη που ιδρύθηκε με την αστυνομική πράξη [Βλ.: Laws of Antigua, κεφ. 187.] και περιλαμβάνει κάθε άλλη αστυνομική δύναμη που έχει συσταθεί από ή δυνάμει νόμου που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο για να επιτύχει ή να συμπληρώσει τα καθήκοντα της Αστυνομίας.
  • «Πρόεδρος» και «Αντιπρόεδρος» σημαίνει τα αντίστοιχα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα Προέδρου και Αντιπροέδρου της Γερουσίας.
  • «δημόσιο αξίωμα»: κάθε αξίωμα με αποζημίωση στη δημόσια διοίκηση και περιλαμβάνει παρόμοια αξιώματα στην αστυνομία.
  • «δημόσιος υπάλληλος»: πρόσωπο που κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα και περιλαμβάνει υπαλλήλους ή μέλη της Αστυνομίας.
  • ως «δημόσια υπηρεσία» νοείται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η υπηρεσία του Στέμματος υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού προσώπου έναντι της κυβέρνησης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα.
  • «σύνοδος»: η περίοδος που αρχίζει όταν η Γερουσία ή η Βουλή συνεδριάζει για πρώτη φορά μετά από οποιαδήποτε προπαρασκευή ή διάλυση του Κοινοβουλίου και τελειώνει όταν το Κοινοβούλιο εκλέγεται ή διαλύεται χωρίς να έχει προπαρασκευαστεί.
  • «συνεδρίαση« σημαίνει σε σχέση με κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου την περίοδο κατά την οποία αυτό συνεδριάζει συνεχώς χωρίς αναβολή και περιλαμβάνει οποιαδήποτε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας βρίσκεται σε επιτροπή.
  • «Πρόεδρος» και «Αναπληρωτής Πρόεδρος» σημαίνει τα αντίστοιχα πρόσωπα που εκτελούν καθήκοντα Προέδρου και Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής.
  1. Στο παρόν Σύνταγμα οι αναφορές σε ένα αξίωμα της δημόσιας υπηρεσίας δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως να περιλαμβάνουν:
    1. αναφορές στο αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Γερυσίας, του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής, του Πρωθυπουργού ή οποιουδήποτε άλλου Υπουργού, Κοινοβουλευτικού Γραμματέα, μέλους οποιουδήποτε σώματος του Κοινοβουλίου ή του Διαμεσολαβητή,
    2. αναφορές στο αξίωμα ενός μέλους οποιασδήποτε Επιτροπής που ιδρύθηκε με το παρόν Σύνταγμα ή ενός μέλους της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τη Χορήγηση Χάριτος ή ενός μέλους του Συμβουλίου Προσφυγών Δημόσιας Υπηρεσίας,
    3. αναφορές στο αξίωμα ενός δικαστή ή αξιωματικού του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
    4. εκτός εάν προβλέπεται από το Κοινοβούλιο, αναφορές στο αξίωμα ενός μέλους οποιουδήποτε συμβουλίου, επιτροπής, ομάδας ή άλλου παρόμοιου οργάνου (είτε έχει συσταθεί είτε όχι) που έχει συσταθεί από ή δυνάμει οποιουδήποτε νόμου.
  2. Σε αυτό το Σύνταγμα:
    1. οι αναφορές σε αυτό το Σύνταγμα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τον Νόμο περί Βρετανικής Ιθαγένειας του 1948 ή τον Νόμο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Μπαρμπούντα του 1976, ή οποιαδήποτε διάταξη του, περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε νόμο που τροποποιεί το Σύνταγμα ή το Διάταγμα, Πράξη ή Διάταξη, ανάλογα με την περίπτωση,
    2. οι αναφορές στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο, το Ανώτερο Δικαστήριο και την Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών αναφέρονται στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο, το Ανώτερο Δικαστήριο και την Επιτροπή Δικαστικών και Νομικών Υπηρεσιών που έχει συσταθεί με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
    3. οι αναφορές στον κύριο δικαστή έχουν ίδια ερμηνεία όπως στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
    4. οι παραπομπές σε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι παραπομπές σε δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Εφετείου και, εκτός εάν το κείμενο απαιτεί διαφορετικά, περιλαμβάνουν αναφορές σε δικαστή του πρώην Ανώτατου Δικαστηρίου των Προσήνεμων Νήσων και των Υπήνεμων Νήσων, και
    5. οι αναφορές σε αξιωματούχους του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αναφορές στον Γενικό Γραμματέα και σε άλλους αξιωματούχους του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διορίστηκαν βάσει του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος Συντάγματος, δεν θεωρείται ότι ένα πρόσωπο ασκεί τα καθήκοντά του μόνο λόγω του ότι λαμβάνει σύνταξη ή άλλο παρόμοιο επίδομα για την προηγούμενη θητεία του από οποιοδήποτε αξίωμα.
  4. Στο παρόν Σύνταγμα, εκτός εάν το κείμενο ορίζει άλλως, η αναφορά στον κάτοχο ενός αξιώματος με τον όρο που προσδιορίζει το αξίωμά του πρέπει να ερμηνεύεται ως να περιλαμβάνει, στο μέτρο της εξουσίας του, αναφορά σε οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί προσωρινά να ασκεί τα καθήκοντα του εν λόγω αξιώματος.
  5. Εκτός από την περίπτωση που το παρόν Σύνταγμα προβλέπει ότι ο κάτοχος οποιουδήποτε από τα καθήκοντά του είναι τέτοιο πρόσωπο που κατέχει ή ενεργεί σε οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, όπως επί του παρόντος ορίζεται για το συγκεκριμένο πρόσωπο από κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο ή αρχή, κανένα πρόσωπο δεν μπορεί, χωρίς τη συγκατάθεσή του, να διοριστεί για εκλογή σε οποιοδήποτε τέτοιο αξίωμα ή να διοριστεί ή να ενεργήσει σ' αυτό ή να επιλεγεί κατ' άλλον τρόπο.
  6. Οι αναφορές στο παρόν Σύνταγμα στην εξουσία να παύεται δημόσιος υπάλληλος από το αξίωμά του θεωρούνται ότι περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιαδήποτε εξουσία που παρέχεται από οποιοδήποτε νόμο να απαιτεί ή να επιτρέπει στον εν λόγω υπάλληλο να παυθεί από τη δημόσια υπηρεσία:

Υπό την προϋπόθεση ότι:

    1. τίποτα σε αυτό το εδάφιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παροχή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή της εξουσίας να απαιτεί από τον Διοικητή Δημοσίων Διώξεων, τον Διευθυντή Ελέγχου ή τον Επόπτη των Εκλογών να παυθεί από τη δημόσια υπηρεσία, και
    2. κάθε εξουσία που παρέχεται από οποιοδήποτε νόμο για να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο να αποσυρθεί από τη δημόσια υπηρεσία, στην περίπτωση δημόσιου υπαλλήλου που μπορεί να παυθεί από το αξίωμα του από κάποιο πρόσωπο ή άλλη αρχή εκτός από την Επιτροπή που ιδρύθηκε με το παρόν Σύνταγμα, χορηγείται στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.
  1. Κάθε διάταξη του παρόντος Συντάγματος που παρέχει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή την εξουσία να παύει οποιονδήποτε δημόσιο υπάλληλο από το αξίωμά του δεν θίγει την εξουσία οποιουδήποτε προσώπου ή αρχής να καταργήσει οποιοδήποτε αξίωμα ή οποιοδήποτε νόμο που προβλέπει την υποχρεωτική συνταξιοδότηση δημοσίων υπαλλήλων γενικά ή οποιαδήποτε κατηγορία δημοσίου υπαλλήλου για την επίτευξη της ηλικίας που ορίζεται από ή δυνάμει αυτού του νόμου.
  2. Όταν το παρόν Σύνταγμα κατοχυρώνει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή την εξουσία να διορίζει οποιοδήποτε πρόσωπο που θα ενεργεί ή θα ασκεί τα καθήκοντα οποιουδήποτε αξιώματος, εάν ο κάτοχος του δεν είναι ο ίδιος σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά, ο εν λόγω διορισμός τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι ο κάτοχος του αξιώματος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά.
  3. Καμία διάταξη του παρόντος Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία κανένα πρόσωπο ή αρχή δεν υπόκειται στην καθοδήγηση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, ερμηνεύεται ως απαγόρευση σε δικαστήριο να ασκεί δικαιοδοσία σε σχέση σε κάθε ζήτημα εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο ή αρχή έχει ασκήσει τα καθήκοντα αυτά σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα ή οποιονδήποτε άλλο νόμο.
  4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14 του ερμηνευτικού νόμου του 1978 [βλ: 1978 κεφ. 30.] (όπως εφαρμόζεται στην παράγραφο (16) αυτού του άρθρου), όπου οποιαδήποτε εξουσία εκχωρείται από το παρόν Σύνταγμα για την εφαρμογή οποιασδήποτε εντολής, κανονισμού ή κανόνα ή να την απόδοση οποιασδήποτε κατεύθυνσης ή τον καθορισμό οποιασδήποτε ονομασίας, η εξουσία θα ερμηνευτεί ως περιλαμβάνουσα την εξουσία, που ασκείται με τον ίδιο τρόπο και υπό τις παρόμοιες συνθήκες, εάν υπάρχουν, να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει οποιαδήποτε τέτοια εντολή, κανονισμό, κανόνα, κατεύθυνση ή ορισμό.
  5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 (1) αυτού του άρθρου, κάθε αναφορά στο παρόν Σύνταγμα σε νόμο που έχει εκδοθεί πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981 θεωρείται, εκτός αν το κείμενο απαιτεί διαφορετικά, ως αναφορά στον εν λόγω νόμο που είχε ισχύ τον Οκτώβριο του 1981.
  6. Στο παρόν Σύνταγμα οι αναφορές στην τροποποίηση αυτού του Συντάγματος ή άλλου νόμου ή οποιασδήποτε διάταξής του περιλαμβάνουν αναφορές:
    1. στην ανάκλησή της με ή χωρίς την επανεξέτασή της ή τη λήψη διαφορετικών διατάξεων αντί αυτών.
    2. στην τροποποίηση είτε παραλείποντας είτε τροποποιώντας οποιεσδήποτε από τις διατάξεις της είτε εισάγοντας συμπληρωματικές διατάξεις σε αυτήν ή άλλως, και
    3. στην αναστολή της λειτουργία του για οποιαδήποτε περίοδο ή στον τερματισμό οποιασδήποτε τέτοιας αναστολής.
  7. Σε αυτό το Σύνταγμα, οποιαδήποτε αναφορά σε μια εποχή που η Μεγαλειότητά της βρίσκεται σε πόλεμο θα ερμηνευθεί ως αναφορά σε μια εποχή που η Αντίγκουα και η Μπαρμπούντα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με άλλη χώρα.
  8. Σε σχέση με όλα τα θέματα που προηγούνται της 1ης Νοεμβρίου 1981, οι αναφορές στο παρόν Σύνταγμα στην Αντίγκουα ή στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα περιλαμβάνουν, σε σχέση με τις καθορισμένες περιόδους, τις ακόλουθες αναφορές:
    1. προς το σχετιζόμενο κράτος της Αντίγκουα όσον αφορά την περίοδο από τις 27 Φεβρουαρίου 1967 έως τις 31 Οκτωβρίου 1981,
    2. στην αποικία της Αντίγκουα όσον αφορά την περίοδο από την 1η Ιουλίου 1956 έως τις 26 Φεβρουαρίου 1967, και
    3. στην προεδρία της Αντίγκουα που περιλαμβάνεται στην αποικία των Υπήνεμων Νήσων όσον αφορά την περίοδο από 5 Μαρτίου 1872 έως 30 Ιουνίου 1956.
  9. Ο ερμηνευτικός νόμος του 1978 εφαρμόζεται, με τις αναγκαίες προσαρμογές, για την ερμηνεία του παρόντος Συντάγματος και άλλως σε σχέση με αυτό, όπως εφαρμόζεται για την ερμηνεία και σε σχέση με τις πράξεις του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Παράρτημα 1 του ΣυντάγματοςΕπεξεργασία

Τμήμα 1. Διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στο άρθρο 47 (5)Επεξεργασία

  1. Κεφάλαιο II.
  2. Κεφάλαιο VI.
  3. άρθρα 22, 23, 68 και 80,
  4. άρθρα 27, 28, 36, 40, 44, 46, 52, 54, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64 και 65.
  5. Κεφάλαιο VII (εκτός των άρθρων 106, 107 και 108).
  6. Κεφάλαιο VIII.
  7. Κεφάλαιο IX.
  8. άρθρο 123.
  9. άρθρο 127 κατ' εφαρμογή σε οποιαδήποτε από τις διατάξεις που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα του παρόντος μέρους.

Τμήμα 2. Διατάξεις του Διατάγματος του Ανώτερου Δικαστηρίου που αναφέρονται στο άρθρο 47 (5)Επεξεργασία

Άρθρα 4, 5, 6, 8, 11, 18 και 19.

Παράρτημα 2 του ΣυντάγματοςΕπεξεργασία

Διατάξεις της Πράξης Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Μπαρμπούντα του 1976, που αναφέρονται το άρθρο 123 παράγραφοι 3 έως 7Επεξεργασία

Άρθρα 1 έως 44 και το πρώτο παράρτημα

Παράρτημα 3 του ΣυντάγματοςΕπεξεργασία

Όρκος (ή διαβεβαίωση) πίστηςΕπεξεργασία

Εγώ, ορκίζομαι (ή διαβεβαιώνω επίσημα) ότι θα φέρω πιστά την αρετή της Βασίλισσας Ελισάβετ της Δεύτερης, των κληρονόμων και των διαδόχων της, σύμφωνα με τον νόμο.

Λοιπόν Θεέ βοήθησε με. (Να παραλειφθεί στη διαβεβαίωση).

Όρκος (ή διαβεβαίωση) αξιώματοςΕπεξεργασία

Εγώ, ορκίζομαι (ή δηλώνω επίσημα) ότι θα τιμώ, θα υποστηρίξω και θα διατηρήσω το Σύνταγμα της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα και τους νόμους, ότι θα καταβάλω ευσυνείδητα, αμερόληπτα και όσο καλύτερα μπορώ την εκπλήρωση των καθηκόντων μου, με κάθε τρόπο προς τον λαό χωρίς φόβο ή χάρη, συμπάθεια ή άσχημη θέληση.

Λοιπόν Θεέ βοήθησε με. (Να παραλειφθεί στη διαβεβαίωση).

Όρκος (ή διαβεβαίωση) μυστικότηταςΕπεξεργασία

Εγώ, ορκίζομαι (ή δηλώνω επίσημα) ότι δεν θα αποκαλύψω σε καμία περίπτωση, σε οποιαδήποτε στιγμή, οποιαδήποτε συμβουλή, συμβουλή, γνώμη ή ψήφο που δόθηκε από οποιοδήποτε Υπουργό ως μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου και ότι δεν θα αποκαλύψω, εκτός αν υπάρχει η άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου και σε βαθμό που μπορεί να απαιτείται για την ορθή συμπεριφορά της κυβέρνησης της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, άμεσα ή έμμεσα τις λειτουργίες ή τις διαδικασίες του Υπουργικού Συμβουλίου ή οποιοδήποτε θέμα που κατά τη γνώση μου γνωρίζω ως μέλος (ή Γραμματέας) στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Λοιπόν Θεέ βοήθησε με. (Να παραλειφθεί στη διαβεβαίωση).