Σκαραβαίοι και Τερρακότες
Συγγραφέας:
Συναποθανούμενοι


ΣΥΝΑΠΟΘΑΝΟΥΜΕΝΟΙ

ΓΟΝΙΟΥ κατάρα ζώστηκαν
στὰ τρίδιπλα νεφρά τους,
τὸν πρῶτο δρόμο παίρνουνε
ποῦ βρίσκουνε μπροστά τους,
μαῦροι σκοτεινοὶ θεομάχοι
παίρνουν ὅποιο δρόμο λάχῃ.

Τοὺς μήνυσε ὁ Ἀντίδικος
τοῦ θερισμοῦ τὴν ὥρα,
μεστὰ τὰ στάχια ξάσπρισαν
στὴ γῆ τὴ πλουτοφόρα·
καὶ στὸ ἀκόνι τὸ δρεπάνι
σὰ νὰ τρίζουν δόντια κάνει.

Στὶς πλεῦρες καὶ στ’ ἀνάπλαγα
ποῦ δὲ ζυγώνει ἀλέτρι
τἀρίθμητο σὰ μερμηγκιὰ
μαυρίζει ψυχομέτρι·
πορπατοῦν θαρρεῖς κ’ οἱ στράτες
μὲ τοὺς μαύρους στρατολάτες.

Κατάνακρ’ ἀπὸ τὸ γκρεμνὸ
στὰ πέριορα τοῦ ἀβύσσου,
ἄκου, ὁ ἐχθρὸς κράζει τοῦ ἐχθροῦ:
Στάσου νἀρθῶ μαζί σου!
-Τράβα κι ὅπου πᾷς θὲ ναὔρω
τοῦ ποδιοῦ σου χνάρι μαῦρο.

Στὸ ναὶ καὶ στ’ ὄχι στέκεται
ἡ δίβουλή τους γνώμη,
δεξὰ νὰ πάρουν ἢ ζερβὰ
τὸ διπλοσταυροδρόμι·
σταματοῦν καὶ μὲ καινούργια
ξαναπαίρνουν δρόμο φούρια...

Δὲν εἶναι πιὰ ξημέρωμα
δὲν εἶναι βράδυ ἀκόμα,
μὰ ὅπου καὶ νἆναι φτάνουνε
μὲ τὴ ψυχὴ στὸ στόμα·
φέρνουν, ξέρεις, ὅλοι οἱ δρόμοι
στὴν ἑφτάλοφη τὴ Ρώμη.