Στον ίσκιο του πλατάνου
Συγγραφέας:
Πρόλογος


Ο Ντάντες, όταν έκανε λόγο για τον ουρανό που οι κύκλοι του είναι μικρότεροι από τους άλλους στις άλλες σφαίρες, δηλαδή για τον ουρανό του φεγγαριού, βέβαια — και το ξέρουμε — πως δεν έβαζε με το νου του το δήγημα, μήτε γύρεβε να το συγκρίνει, με το μυθιστόρημα. Επειδή όμως εδώ και δέκα χρόνια, συνηθίσαμε να στολίζουμε το ξώφυλλο με μια επιγραφή παρμένη από στίχους του δέφτερου κάντου της Κόλασης — κάντο που αλάκαιρο τ' ακούσαμε κι αλάκαιρο το ξεστηθίσαμε σε ώρες κρίσιμες της ζωής μας, όπως το σημειώσαμε κι αλλού — μας φαίνεται πως τα λόγια του Ντάντε κάμποσο ταιριάζουνε στο φιλολογικό είδος που λέγεται δήγημα, ταιριάζει μάλιστα το ρητό, άμα συγκρίνουμε ίσια ίσια το δήγημα με το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα, ήλιος — και τόντις τι δεν είναι σήμερα το μυθιστόρημα, που ό,τι θέλεις το κάνεις, που φιλοσοφίες σωστές, που σωστό έθνος μέσα του είναι άξιο να χωρέσει; Φεγγάρι, το δήγημα. Κι απαράλλαχτα όπως το φεγγάρι, ενώ δανείζεται το φως του από τον ήλιο, έχει ωστόσο δικό του φως, ύπαρξη δική του, πάντα όμως σε στενότερο κύκλο, σε πιο περιορισμένο, μα με τρόπο που μπορεί κιόλας να φωτίσει καλύτερα και πιο συγκεντρωμένα κανένα μέρος, εκεί που ο ήλιος αναγκάζεται να φωτίζει όλη μαζί τη δημιουργία.

Εγώ, να σας το μολογήσω, τ’ αγαπώ το δήγημα, του χρωστώ και πολλά. Του χρωστώ, τι θαρρείτε; τη σωτηρία μου, ή τουλάχιστο στάθηκε το δήγημα σαν πρωταγγελούδι της σωτηρίας μου, εδώ και δυο τρία χρόνια, στα 1908, ένα καλοκαίρι, όπου τα πήγαινα τόσο αχαμνά, που νόμισα πως γλήγορα θα τα κακαρώσω. Είχα τότες αναγκαστεί, από τον εαφτό μου δηλαδή, ν’ αφήσω τον καπνό. Τον καπνό! Τη χαρά μου, το κέφι μου, το γλέντι μου, το σύντροφό μου τον παλιό, την ξέγνοιαστη μου τη νιότη, και το σπουδαιότερο, τον αχώριστο βοηθό μου στην εργασία. Ναίσκε! Καθόμουνε κάποτες στο γραφείο μου, κουρασμένος, έψαχνα, γύρεβα· του κάκου! Η πέννα στα δάχτυλά μου ακίνητη και βουβή. Δεν έβρισκα τη φράση, τη λέξη, τον όρο που έπρεπε. Άξαφνα, έπαιρνα σπίρτο, άναφτα. Θεού χαρά. Να σου αμέσως φράση, λέξη, όρος, στη θέση του το καθένα. Και να σου τα όλα έτοιμα, ώριμα, λαμπρά. Η μούσα μου η Νικοτίνα μου τα ‘φερνε ρολόι.

Μη γελάτε. Μου χρειάστηκε κουράγιο αληθινό, κι απορώ μάλιστα πώς μπόρεσα να το καταφέρω. Αχ! και δεν ξέρετε τι φουμαδώρος που ήμουνε! Είκοσι τσιγάρα το λιγότερο κάθε μέρα, τριάντα το συχνότερο, συχνά σαράντα, καταπίνοντας εννοείται τον καπνό, τόσο βαθιά, φίλε μου, που θα μου κατέβαινε ίσια κάτω με τις πατούσες. Για τούτο είπα κιόλας να μην το κόψω μονομιάς. Ο καπνός είναι φαρμάκι. Κάθε φαρμάκι, καθώς και γνωστό, ερεθίζει, ανάφτει, κάνει τον οργανισμό σου πυρκαγιά, και ίσια ίσια για τέτοιο λόγο σκοτώνει. Μα σκοτώνει το ίδιο αν το πάψεις ξαφνικά, όπως δα και τους μορφινομάνους με μια συνταγή δεν τους γιατρέβεις, παρά λίγο λίγο τους ξεσυνηθίζεις. Έτσι και γω κάθε μήνα λιγόστεβα το ποσά, και να χαλνούσε ο κόσμος, δε θα ‘πινα τσιγαράκι ένα δεφτερόλεφτο πριν από την ορισμένη την ώρα. Έξι μήνες βάσταξε το βάσανο. Μωρέ παιδιά, θέληση που χρειάζεται! Δεν το υποψιαζόμουνε πως είχα τόση. Ακούτε, με, καλέ, και τίποτα, μα τίποτα δεν είναι μπροστά σε τέτοιο ηρωισμό, τα περίφημα τ’ άθλα που κατάφερε ο γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο δίος Ηρακλής. Την ύδρα της Λέρνης μια φορά τη χαντάκωσες. Την ύδρα του καπνού πρέπει κάθε στιγμή να τη χαντακώνεις. Μου αρέσουνε όμως οι δυσκολίες, κι έτσι δοκίμασα τ’ αδοκίμαστο. Να διείτε τώρα το πιο νόστιμο. Η πομονή μου δε φέλεσε. Ο σκοπός μου ήτανε, με το βαθμιδωτό ξεσυνήθισμα, να μπορέσει βαθμηδό να μου φύγει κι η όρεξη, να μην πάθω κιόλας από το πάψιμο το απότομο. Του κάκου! Σαν ήρθε η ώρα στ’ αλήθεια πια να μην καπνίζω, τρεις μήνες αλάκαιρους έμεινα σαν πεσμένος, σαν κατασωριασμένος κατά γης, χωρίς ενέργεια, χωρίς σκέψη, χωρίς την παραμικρή δύναμη στη δουλειά. Ήμουνε απελπισμένος, αφού σύγκαιρα κιόλας είχα δεινό διαβήτη, με διακόσια εξήντα γραμμάρια ζάχαρη το μερόνυχτο, ναίσκε, μισό λίτρο ζάχαρη, που ωστόσο με τη θέληση, με τη μέθοδο, με μια κούρα και με δυο γιατρικά, στείρεψε ολότελα. Το ήθελε φαίνεται η αγάπη της Ιδέας να γίνω καλά, να μείνω στον κόσμο για να χολοσκάσω ακόμη με τους δασκάλους.

Οι τρεις μήνες που σας έλεγα, σήμερα δε μου φαίνουνται τίποτα· τότες όμως είχα την πεποίθηση πως θα βαστάξουνε χρόνια, πως δε θα μπορέσω να εργαστώ ποτέ μου, πως πάει πέρα για πέρα η δράση μου, πως ο νους μου ξεράθηκε, κι αποχαιρετούσα πια τη Μούσα — όταν ένα πρωί έτυχε να ξυπνήσω απάνω απάνω στ’ όνειρό μου, κι έτσι το θυμόμουνε λαμπρά. Όνειρα βλέπει ο καθένας, μα τ’ όνειρο το δικό μου είχε κάτι πολύ περίεργο, έμοιαζε σαν αρχή παραμυθιού. Είχα ονειρεφτεί πως ήμουνε καλεσμένος στο χορό που έδινε για το γάμο της κόρης του, ένας μεγάλος μου φίλος. Την κόρη του, από παιδάκι τη γνώριζα. Πήρα λοιπόν κάτι σκουλαρίκια που τα φύλαγα σ' ένα παλιό σερτάρι για καμιάν ανάλογη περίσταση, δυο ζαφείρια, πήγα στο χορό, έφτασα νωρίς, έβαλα ο ίδιος τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της νύφης. Και κοίταξε! Μισή ώρα δεν πέρασε και τα σκουλαρίκια χαθήκανε, χωρίς να ξέρει, χωρίς να μπορέσει να πει κανένας τι γενήκανε.

— «Μπρε, λέω, ίσως βγει κανένα παραμυθάκι από τ’ όνειρό μου!», επειδή συχνά μου συνέβηκε να βγει, όχι δήγημα, παρά και ρομάντζο αλάκαιρο από κανένα όνειρό μου, αφού το τέλος της Ζούλιας τ’ ονειρέφτηκα τόντις, αφού από άκρη σε άκρη ονειρέφτηκα τ’ όνειρο εκείνο του Γιαννίρη, αφού όλο το Cadeau de noces όνειρο είναι. Μα με τα σκουλαρίκια δεν έβρισκα προκοπή. Μισό, άτελο, κουτσό πράμα, να, σαν την υγεία μου τότες τη μισή και την κουτσή. Το γύριζα, το μεταγύριζα με το νου μου. Αδύνατο να σταθεί στα πόδια του. Δήγημα είναι αφτό; Και πώς να καταλάβει κανείς τι γίνουνται τα σκουλαρίκια; Πουγκί! δεν είναι, για να πέσουνε δίχως να πάρεις κάνε μυρωδιά. Στο αφτί σου κρέμουνται· αν έρθει κανείς να σου τα κλέψει, θα το νιώσεις, τι διάολο;

Κούφια, μπόσικα ονείρατα, σκεφτόμουνε κι αναστέναζα. Μου δείχνουνε πιο τρανά πόσο ανίκανος κατάντησα να καταπιαστώ μια πνεματική εργασία. Κόντευα να ξαναπιάσω το τσιγάρο, γιατί μπορούσε να το φταίει κι η ακαπνησιά μου. Προτίμησα ν’ αφήσω το παραμύθι. Και για να το ξεχάσω, το ‘ριξα στο διάβασμα. Ίσια ίσια σιμώνανε οι διακοπές, κι άμα βρέθηκα στο ξοχικό μας κάτω στην Μπρετάνια, παράγγειλα του βιβλιοπώλη μου στο Παρίσι να μου στείλει όσο το γληγορότερο, τ’ άπαντα του Connan Doyle, επειδή εγώ τρελαίνουμαι για τέτοιο είδος φιλολογικά, και πιο πολύ ακόμη για τα μοναδικά εκείνα, τα θαμάσια τα δηγήματα του περίφημου του Ιρλαντέζου. Η λαχτάρα μου στάθηκε πάντα να τ’ αξιωθώ να κατορθώσω κάτι που να μοιάζει. Κι απορούσα με την αμίμητη λογική που ξέρει να συνεδέσει σφιχτά σφιχτά συμπεράσματα και ιδέες.

Η λογική! Τότες θυμήθηκα τ’ όνειρό μου.

— «Καλέ, αλήθεια, με τη λογική θα βρω χωρίς άλλο τι γενήκανε τα σκουλαρίκια.»

Δηλαδή, καταντούσε πρόβλημα που έπρεπε ήσυχα ήσυχα να το λύσω.

Κι έτσι καταστρώθηκε το δηγηματάκι Τα σκουλαρίκια, όπου βέβαια δε θα διείτε τη λογική την εγγλέζικη του Connan Doyle, ίσως όμως κάποιαν άγνωστή του λογική της καρδιάς. Όταν τέλειωσα το δήγημα, το διάβασα σε μερικούς φίλους μου. Άρεσε. Το διάβασα στους δικούς μου. Άρεσε. Το δημοσίεψε ο Νουμάς. Θαρρώ πως άρεσε και κει. Το μετάφρασα γαλλικά. Μπήκε σ ένα περιοδικό. Άρεσε. Άρεσε τόσο πολύ που μια ποιήτρια με τ’ όνομα Amy Skovgaard-Pedersen, το μετάφρασε αγγλικά. Και κει ακόμη άρεσε!

Η σαστισμάρα μου εμένα δεν περιγράφεται. Σάστισα και την πρώτη πρώτη φορά που τ’ άκουσα πως άρεσε τόντις. Έτσι, το λοιπό; Δεν ήμουνε χαμένος, αφανισμένος άθρωπος; Ε! τότες ομπρός. Κι αμέσως πήρε η φαντασία μου φόρα. Βάλθηκα να κάμω κι άλλα. Έκαμα καινούργια, Το παιδί και τα δυο πουλάκια. Το ταχυδρομικό δελτάριο, Το εθνικό συμπόσιο, Οι δυο φίλοι, Το δαχτυλίδι του Γύγη· έκαμα μερικά που από χρόνια τα είχα στο νου μου και δεν έβλεπα τρόπο να τα γράψω, τον Προορισμό και τον Ελληνο-ελβετικό πόλεμο, που τον κουβαλούσα στα κρυφά σερταράκια του μυαλού μου, από τις δυο του Σποριά 1895,όταν άφησα την Κηφισιά· έκαμα και δυο που από καιρό και χρόνια τ’ άρχισα, χωρίς να κατορθώσω να τα τελειώσω, την Πρώτη επίχριση και Τα παιδία παίζει· έκαμα κι άλλα δυο που τα είχα γραμμένα πρώτα γαλλικά και δαιμονίστηκα να τα μεταφράσω· έκαμα κι ένα... που δεν είναι δικό μου Ο καντηλανάφτης τ’ ουρανού, έργο της γυναικός μου, σαν ήτανε κορίτσι. Μου άρεσε κι είπα να το μεταφράσω ρωμαίικα. Έτσι βγήκανε δεκαπέντε όλα μαζί, που ήρθανε με την ώρα τους, γιατί μπορώ τουλάχιστο, με τα δηγηματάκια μου, να πάρω λίγο την ανάσα μου μεταξύ δυο κοτζάμ τόμους, τα Δυο Αδέρφια που δημοσιεφτήκανε πέρσι, και την Άρρωστη Δούλα, που δημοσιέβεται του χρόνου. Σας τα μάζωξα λοιπόν εδώ να σας τα χαρίσω, φέτο, σ' έναν τόμο μικρό· πρέπει να ξέρετε κιόλας πως και τα δεκαπέντε τους είναι ακάπνιστα, επειδή ποτέ μου δε δούλεψα τόσο καλά και τόσο ήσυχα παρά τώρα που δεν καπνίζω πια.

Τα περσότερα τα δηγήματά μου, τα κατάφερα στο θειο μου το Ροσμαπαμόνι, στην Μπρεττάνια. Ή πιο σωστά, περπατώντας στα χώματά μας τ’ άγια εκεί, τα συλλογιόμουνε και τα συνταίριαζα με το νου μου. Δροσάτα καλοκαίρια, μέρες χαρισάμενες, κουβέντες φιλικές, άδολη της καρδιάς ηδονή, όταν ο καλός μου Επισκοπόπουλος και γω, ακούραστοι κι οι δυο μας, βγαίναμε σεργιάνι, μια, δυο, κάποτες τρεις ώρες, ανεβαίνοντας στα βουνά τα σμαραγδένια, στις μουντοπράσινες κορφούλες, μπαίνοντας βαθιά βαθιά στα πηχτά, φεγγοσκότεινα, μυστικά ρουμάνια, τ’ ανήλιωτα, γιατί ποτές ο ήλιος μέσα τους δεν τα βλέπει, παρά μονάχα στην άκρη τους αργυρώνει τους κορμούς. Παίρναμε γιαλό γιαλό τ’ ακρογιάλια, τις ξαθόχρωμες αμμουδιές με τα μαβρωμένα τους τα φύκια, ροβολούσαμε από το ύψος του πλαγινού μας του χωριού με τ’ άσπρα του τα μνηματάκια, με τους ξύλινους μισογερμένους, μισοσάπιους σταβρούς, ακολουθούσαμε το δρόμο το ρόδινο που κατεβαίνει από το χωριό, ανάμεσα σε δυο δεντροσειρές, που ο ίσκιος τους ο ίδιος μοιάζει σαν τριανταφυλλένιος από το χώμα το χρυσοκόκκινο, περνούσαμε από το Περόζι, όπου σφύριζε ο σιδερόδρομος, ανεβαίναμε στο Τρεστράου απ' όπου ξανοίγαμε, Θε μου, τη θάλασσα την ανέκφραστη, με το χνούδι της εκείνο που λες κι είναι καμωμένο από κάτι νεροθολωμένες, υγρόφωτες αχτίδες, με τα κύματά της τα μαβιά και σα λεφκοβαμμένα, με τα εφτά της τα δώθε κείθε τα σπαρμένα τα νησάκια, σαν εφτά καστανές ραχίτσες του πελάγου. Ή καθόμεστα στην πλαγιά μιας απόμακρης κορφούλας, τηρούσαμε αλάργα το ουρανοθάλασσο, στα πόδια μας μιαν απέραντη ακρογιαλιά, γύρωθέ μας βράχια, παραβράχια, βουναράκια σειρές σειρές. Όλα έρημα. Και κοιτάζοντας τη θάλασσα την ατσαλένια, σαν τη σκεπάζανε τα σύννεφα τα γκρίζα, λέγαμε πως βρισκόμεστα στον πλανήτη τον Άρη, προτού γνωρίσει, αν τη γνωρίζει αλήθεια, τη ζωή.

Αχ! και στα βράχια της ακρογιαλιάς, και στα βράχια του Πλουμαναχιού, τα πορφυρένια, τα θεόρατα και τ’ απανωστοίβαστα, στις αμμουδιές, στις κορφούλες, στα ρουμάνια, παντού αντηχούσε η ρωμαίικη λαλιά μας· τ’ αγέρι που γλυκοφυσούσε και μας άκουγε, θ’ άρπαξε δυο τρία λόγια μας κάπου κάπου, να τα φέρει στην Ελλάδα, μ' ένα δάκρυ που από τα μάτια μας κυλούσε, σαν ψιθυρίζαμε τ’ όνομά της. Η ποίηση με παράσυρε, μαζί μα τα χρώματα της Μπρεττάνιας. Άλλα ήθελα να πω. Ήθελα να πω τι συχνά στους καθεμερνούς μας τους περίπατους, ζάλιζα τον Επισκοπόπουλο με τα δηγήματά μου. Ήθελα να πω τι ωφέλιμος που μου στάθηκε ο νους του, που είναι δημιουργικός συνάμα και κριτικός. Τα μελετούσαμε αντάμα, του τα ξηγούσα, του τα ξεδιάλυζα· ξεδιαλύζοντας και ξηγώντας, έβρισκα πολλές φορές εκείνο που δεν έβρισκα μοναχός μου· πολλές φορές μου το ‘βρισκε ο Επισκοπόπουλος. Ή μου έκανε μια παρατήρηση, κατηγορούσε νόστιμα το ένα, ψυχολογούσε το άλλο, μου έδειχνε τον ίσιο το δρόμο. Τίποτα δεν ξέρω που να είναι πιο δροσιστικό παρά τέτοια φιλία συνεργάτρα. Μιλούσαμε και για χίλια που δεν είχανε καμιά σκέση με τα δηγήματά μου, ή που είχανε κάποια σκέση μακρινή, και μιαν απ' αφτές μας τις κουβέντες θέλω να σας αναφέρω. Μου έμαθε ο Επισκοπόπουλος πως στην Ελλάδα μήτε οι δικοί μας μήτε οι καθαρεβουσιάνοι, διαφορά καμιά δε βλέπουνε μεταξύ του δηγούμαι και του αφηγούμαι, της δήγησης και της αφήγησης. Θαρρώ πως υπάρχει μια, σημαντική μάλιστα. Να δηγηθεί, μπορεί ο καθένας. Ν’ αφηγηθεί μπορεί νομίζω μονάχα ο συγραφέας, εκείνος δηλαδή που τέχνη του κι απάγγελμά του, η αφήγηση. Έρχεται άξαφνα ένας άθρωπος, όποιος κι αν είναι, της κοινωνίας, του λαού, καλλιεργημένος, αγράμματος, δεν πειράζει· έρχεται μια γυναίκα, ένας άντρας, ένα παιδί, σου λένε τι τους συνέβηκε σπίτι τους ή στο δρόμο. Σου το δηγούνται αφτοί. Εσένα όμως σου άρεσε η δήγησή τους· καταπιάνεσαι να την καταστρώσεις στο χαρτί. Τότες αρχίζει δα και η αφήγηση. Με τέτοιο νόημα, στα Δυο Αδέρφια, ο Αστέρης λέει πως αφηγιέται. Δύσκολο, πολύ δύσκολο πράμα η αφήγηση, το δυσκολότερο ίσως στη φιλολογία, εκείνο που ο μεγάλος ο Ταιν το ‘βαζε τόσο και τόσο αψηλά, εκείνο που ο μοναδικός ο άθρωπος με κυνηγούσε μια μέρα, τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα, ως την πόρτα του σπιτιού του, για να μου αποδείξει πως αφτός του κάκου και δεν το ‘χει, δεν το κατορθώνει ν’ αφηγιέται! Τη narration εννοούσε που είναι ρωμαίικα η αφήγηση. Σε μιαν αφήγηση πρέπει όλα να βαστιούνται, ν’ αλληλοκρατιούνται με λογική, μα συνάμα χωρίς να φαίνεται το φάδι της, με μια κουβεντιαστή εφκολία, που να πούμε. Κι η γνώμη μου είναι που την αφήγηση μπορεί κανείς καλύτερα ίσως να την καταφέρει ρωμαίικα, επειδή κι η γλώσσα ίσια ίσια το ‘χει το φυσικό, το κουβεντιαστό, που σε τέτοιο βαθμό δεν το 'χουνε οι άλλες γλώσσες. Το ‘χει από του Πλάτωνα τον καιρό, κι αν της προστέσεις την ίδια τη λογική που είχε ο Πλάτωνας, να σου πια η αφήγηση που έγινε τέλεια.

Τι λέτε; Ας κάμουμε λίγο θάρρος και μεις. Εμένα κάμποσο μου έδωσε ο Επισκοπόπουλος. Έχουνε γούστο τα ιστορικά του. Δέκα χρόνια που κάθισε και δημοσιογραφούσε στην Αθήνα, διαβάζανε τ’ άρθρα του, τα δηγήματά του, μα ποιος πήγαινε να βάλει με το νου του πως είναι μεγάλος αρτίστας, μεγάλος συγραφέας ο Επισκοπόπουλος; Έπρεπε να του το πούνε στο Παρίσι για να τ’ ακούσουνε και στην Αθήνα. Έτσι και μεις με τα μικρά μας τα δηγηματάκια, ίσως κατόπι διούμε άσπρη μέρα, σαν τύχει να καταλάβουνε ως και στ’ άγια τα χώματά μας, πως δεν καταγίνουμαι μόνο και μόνο στο γλωσσικό, πως δεν είμαι μόνο σκολαστικός και γραμματικολόγος, ε! πως έχουνε δα και τα δηγηματάκια μας αφτά εδώ κάποιαν αρετή και κάποιαν αφήγηση.

Ας τα διαβάζουνε κάποτες οι νέοι μας ξαπλωμένοι στον ίσκιο τυ πλατάνου. Εκεί διαβάζει ο Ρωμιός, σα διαβάζει με το κέφι του. Έχω σκοπό τώρα χρόνια να κάμω στην Αθήνα καμιά διάλεξη για τους ξενισμούς, για το τι πράμα είναι ο ξενισμός. Ο ξενισμός βρίσκεται και κει που δεν τον υποψιάζεσαι. Δεν κατηγορώ διόλου την Εστία — το περιοδικό, που μια φορά κι έναν καιρό, στάθηκε αρκετά ωφέλιμο. Μα θεοφάνερο πως ο τίτλος του Εστία είναι ξενισμός, το νόημα παρμένο από τη Δύση, από τους τόπους όπου κάθεται κάνεις το βράδυ στο σπιτάκι του, στο φως της λάμπας, κοντά στην τζιμινέα, να ζεσταίνεται και να διαβάζει. Αφτό θα πει σήμερα foyer, δηλαδή εστία, που πες πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει, αφού δεν έχει πια εννοείται και την παλιά της μυθολογική σημασία, που θα δικιολογούσε κάπως την αντίληψη της φωτιάς. Σε άπειρα νησιά, στα Δωδεκάνησα, στη Νάξο, στην Κύπρο, περνούνε χειμώνες δίχως ν’ ανάψουνε φωτιά. Σόμπες μήτε ξέρουνε τι να είναι. Λοιπόν, εκείνο που ο δυτικός θα το εκφράσει με το foyer, ο Ρωμιός δε θα το εκφράσει διόλου με την εστία, παρά με κανέναν όρο από άκρη σε άκρη διαφορετικό, το ύπαιθρο, το λιακωτό, την κληματαριά ή και — τον ίσκιο του πλατάνου. Μου δηγότανε — βλέπετε; δε μου αφηγότανε — κάποιος νέος Κεφαλλονίτης πως το καλοκαίρι του άρεζε να κάθεται στον ίσκιο του κυπαρισσιού — που έχει πολύ φουντωτούς στην πατρίδα του — να ρουφά βιβλία. Επειδή μάλιστα είχε την καλοσύνη να προστέσει το παιδί, πως ρούφηξε και δικά μου, πώς μπορούσα να μη δώσω ανάλογο τίτλο στον τόμο που δημοσιέβω; Μου φαίνεται πως ο τίτλος ταιριάζει κιόλας σε συλλογή· ο ίσκιος του πλατάνου θα σήμαινε υποθέτω με την ονομαστική, κάποιου ίσκιου ιστορικά· στον ίσκιο σημαίνει κάτι που γίνεται από κάτω από τον ίσκιο — ας ελπίζουμε το διάβασμα του τόμου μας του σημερνού.

Στον ίσκιο βλέπει κάνεις πολλά πράματα, που αδύνατο να τα ξεδιακρίνει στην περίσσια του ήλιου τη φεγγοβολιά. Βλέπει κάνεις την πλάση. Παρατηρήθηκε συχνά πως οι ζουγράφοι της ζεστής πινελιάς γεννηθήκανε στη Δύση, όπου με τον ίσκιο ίσια ίσια ξεχωρίζουνε οι γραμμές και τα χρώματα. Προσέχεις κιόλας, επειδή θέλει προσοχή για να πάρει το μάτι σου τα καθέκαστα. Έτσι κι ο ίσκιος του ρωμαίικου πλατάνου μού φανερώνει πιο σίγουρα, καθώς το είδαμε πιο απάνω και στην Μπρεττάνια, τα σμαράγδια, τα ρουμπίνια, τα ζαφείρια, τα μαργαριτάρια, τ’ άσπρα και τα μάβρα, τα κεχλιμπάρια, τα τοπάζια, τα ειδώνε ειδώνε διαμάντια και πετράδια που η Δημιουργία τα σκόρπισε παντούθε. Και είναι θείο πράμα, παιδιά, να θωρά κανείς τη Δημιουργία. Για τους πολιτικούς, υπουργούς, πρωθυπουργούς, Βενιζέλους, Αλεξαντρήδες και λοιπούς, λεξούλα δε φυσήξαμε στον τόμο μας αφτόνε, αν και φέτο κάμποσο μας ζαλίσανε με το θόρυβό τους. Φρόνιμα κάμαμε και τους αψηφήσαμε. Φρόνιμα κάμαμε και καθίσαμε στον ίσκιο, με μια ησυχία ολύμπια, ν’ αφηγηθούμε τα δηγήματά μας. Οι σημερνοί μας οι αρλεκίνοι της κάλπης δε θα βαστάξουνε ούτε χρόνο, ενώ αιώνια η Δημιουργία, αιώνιος ο ίσκιος του πλατάνου στην Ελλάδα.


Παρασκεβή, πέντε—κεριακή, εφτά του Μάη, 1911