Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
 34 

Τὰ μῦρα, ποῦ ξεχείλιζαν
Τὰ διαλεχτὰ λουλούδια
Ἀνοίξαν τὸν Παράδεισο
’Σ τὰ ὀλόχρυσα ἀγγελούδια,
Ποῦ φθείροντας τὸ ἄπειρον
Μὲ τὰ φτερὰ σὰν κρίνα,
Ἐθαύμαζαν κ’ ἐκεῖνα
Τὴν θεία σου καλλονή.

Ἥλιος δὲν εἶδε, οὐδ’ ἔβγαλε
Πανώραια δόξ’ ἀκόμα,
Καθὼς αὐτὴ ’ποῦ σκέπαζε
Τ’ ἀγγελικό σου σῶμα!
Λύγιζαν τὰ τριαντάφυλλα
Καὶ σὲ γλυκοφιλοῦσαν,
Οἱ κρίνοι ἐπροσκυνοῦσαν
Τὰ πόδια σου κι’ αὐτοί!

Τέτοιο ἐπουράνιο μάγευμα
Ἐγὼ νὰ ἰδῶ ὁ καϋμένος,
Γεμάτος σέβας ἔπεσα
’Σ τὴν γῆ γονατισμένος,
Θαυμάζοντας πῶς ἔκαμε
Τ’ ἀφτέρωτό μου σῶμα
Νὰ πεταχθῇ ἀπ’ τὸ χῶμα
Σὲ πλάση οὐρανική!