Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/91

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
79

’Σὲ βουνὰ κ’ ἐγὼ χλωρά,
σ’ ἀνθισμένα κλωναράκια,
’κελαδοῦσα μιὰ φορὰ,
κ’ ἔλαμνα μὲ τὰ φτεράκια.

Καὶ μιὰ πρώτην Ἀπριλιὰ
τὸ γλυκὸ μ’ εὑρῆκα ’ταῖρι,
κ’ ἐσκαρώσαμε φωλιὰ
’δὼ στὸ πράσινο ’λημέρι.

Μὰ τῆς Μοίρας ἡ καρδιὰ
δὲν μᾶς ἄφηκε ζευγάρι·
καὶ τ’ ἀφτέρωτα παιδιὰ
ἦλθεν ὄφιος νὰ τὰ πάρῃ!

Μὲ τὸν ὄφιο ποιὸ πουλὶ
πολεμᾷ διαφεντευμένα;
Ἐπληγώθηκα πολύ,
δὲν ἐγλύτωσα κανένα!..

Τώρα, ’φύγαν τὰ πουλιὰ
κ’ ηὗραν ἄλλο καλοκαῖρι·
καὶ ’ξανάπλεξαν φωλιά,
καὶ λαλοῦνε ’ταῖρι ’ταῖρι.

Στὰ νεκρόκλαδά μ’ ἐγώ,
μακαρίζοντας ἐκεῖνα,