Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/271

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
259


“Αὐτός, γυναῖκα, εἶν’ ἀμούστακο παιδί!
Μωρό! Τὸ παραξήγησες, ὡς μοιάζει.”
“Μωρὸς μονάχα εἶν’ αὐτὸς ποῦ παραϊδῇ
τὰ στέφανά τ’ ὁ δοῦλος ν’ ἀτιμάζῃ!”
“Ὁ Διάβολος μὲ παίρνει! ’Πῆγε στὸν κρεμνό;”
“Δὲν ’πῆγε. Ζῇ, καὶ τόνε λένα Σοφιανό.
Γιά ’να κλειδί, τὸν ἔστειλες, ’θυμήσου,
καὶ ἦρθε νὰ μοῦ πάρῃ τὴν τιμή σου!”

Σὰν φύλλο τὴν καρδιά του δέρν’ ἡ τρεμουλιά −
Ὁ δοῦλος εἶν’ ὡραῖο παλληκάρι!
Μὲ μαῦρα ’μάτια, μ’ εὔμορφα ξανθὰ μαλιὰ
καὶ μὲ κορμί − ὅλο δροσιὰ καὶ χάρη.
Τόσο καλὸ κοπέλι − Τόσο ’ντροπαλό −
Δὲν τοῦ χωρεῖ ’να τέτοιο πρᾶμμα στὸ μυαλό!
Μὰ τὴν κυρὰ κλαμμέν’ ἐμπρός του βλέπει−
Νὰ ’κδικηθῇ τὴν ἀτιμιά του πρέπει!

Παίρνει χαρτί, βουτᾷ καὶ γράφει μὲ χολή,
καὶ τὸ σφραγίζει μὲ σπασμοὺς στὸ χέρι:
“Τοῦ πρώτου νὰ τοῦ κόψετε τὴν κεφαλή,
στὸν δεύτερο νὰ δῶστε νὰ τὴν φέρῃ”.
Ἀπὸ βραδῆς τὸ γράφει στὸν Ντερβέναγᾶ,
ποῦ κάμν’ ὅ,τι προστάζ’ ἐκεῖνος κι’ ὁδηγᾷ.
Καὶ τὴν αὐγή, φωνάζει τὸ κοπέλι
καὶ στὸ Ντερβένι σκυθρωπὸς τὸ στέλλει.

S 2