Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/216

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
204


ταὶς δραχμαίς, ποῦ κλαίγω μόνο,
καὶ τὴν δάφνη, ποῦ ποθεῖ.
Γι’ αὐτὸ πρέπει, μὰ τὴν πεῖνα,
’γὼ καὶ σὺ κι’ ὁ κὺρ Μητάκος
νὰ τοῦ ’ποῦμε στὴν Ἀθήνα
πόσ’ ἀπίδια βάλλ’ ὁ σάκκος!

Κάθε τάληρο καὶ λίρα
οἱ ἀπ’ ἔξω τἄχουν στείλει
νὰ τὰ τρῶμ’ ἑμεῖς στὴν γύρα,
σὰν συντροφιασμένοι φίλοι.
Θέλουν τώρα συνερίσει
γιὰ νὰ πιοῦν – ἀκοῦς ἐκεῖ!—
ἀπ’ τὴν ἴδια τους τὴν βρύση
καὶ οἱ ἐξωτερικοί;
Δεῦτε, παῖδες τῶν Ἑλλήνων!
—’Γώ, καὶ σύ, κι’ ὁ κὺρ Μητάκος—
Γιὰ νὰ δείξουμε σ’ ἐκεῖνον
πόσ’ ἀπίδια βάλλ’ ὁ σάκκος!

Ποιητής, μὲ λέν, ἐγείνη.
Ποιός τὸν ἔδωκε πατέντα!
Πότ’ ἐμπρός μας ἔχει κλίνει
νὰ μᾶς ’πῇ δυὸ κομπλιμέντα!
Πότ’ ἐσκάρωσε δυὸ στίχους
γιὰ κανέναν ὑπουργό;