Σελίδα:Το Ταξίδι μου (1905).djvu/63

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
53
ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Ηʹ.
Πόλη καὶ Πολῖτες.

Ὅ τι κι ἂν εἶπα, ὅ τι κι ἂν ἔγραψα, ὅσα παραμύθια κι ἂν ἀράδιασα, τώρα ποὺ σᾶς μιλοῦσα γιὰ δάκρια, βάσανα, πίκρες καὶ νυχτερνοὺς περιπάτους, ὅλα, ὅλα τὰ παίρνω πίσω· κάλλια χίλιες νυχτιὲς σὰν καὶ κείνηνε ποὺ πέρασα στὸ Παρίσι, παρὰ τὴν πρώτη νύχτα ποὺ πλάγιασα στὴν Πόλη! Τέτοιο πρᾶμα δὲν τὄπαθα ποτές. Καὶ μὴ νομίζετε πὼς εἶναι ὁ λόγος μου γιὰ ψύλλους ἢ κουνούπια, γιατὶ συνηθίζουνε οἱ ταξιδιῶτες καὶ βγάζουνε κουνούπια στὴ μέση, ἅμα δὲν ξέρουνε πιὰ τί νὰ ποῦνε, κι ἄξαφνα σᾶς γράφουνε καμιὰ νοστιμάδα, νὰ σᾶς διασκεδάσουνε. Ὄχι! Ἄλλα εἴτανε τὰ δικά μου τὰ βάσανα. Θὰ σᾶς τὸ μαρτυρήσουνε ὅσοι μὲ γνωρίσανε τότες, ὅσοι μὲ τὰ μάτια τους εἴδανε τὸ χάλι ποὺ εἶχα τὸ πρωί, τὴν ὥρα ποὺ σηκώθηκα. Ἔμοιαζα πεθαμμένος· εἶχα χλωμιάσει, ἀσπρίσει, λιγνέψει καὶ κονταίνει. Ὅλα τἄφταιγε ἡ φοβερὴ ἀγρυπνιὰ τῆς νύχτας ἐκείνης.

Τοῦ κάκου, πέφτοντας στὸ κρεββάτι, προσπαθοῦσα νὰ κοιμηθῶ. Ὥσπου νὰ χαράξῃ, δὲν μπόρεσα μάτι νὰ σφαλοίξω. Ἔννοιωθα τέτοιο βάρος στὸ στῆθος μου, ποὺ νόμιζα πὼς σήκωνα βουνό. Ἡ μάβρη πλάκα δὲν εἶναι τόσο βαρειά. Κοβότανε ἡ ἀναπνοή μου, κρύος ἵδρος μὲ περέχυνε, τὸ στομάχι μου ἀνεβοκατέβαινε σὰν τὴ θάλασσα, καὶ κόντεβε νἀγγίξῃ τὴ ῥάχη μου· τὸ κεφάλι μου φωτιά! Ἀνακατώθηκα, μὲ συμπάθειο, κι ὅλη τὴ νύχτα, πῆγα νὰ βγάλω τἄντερά μου. Δὲν εἶχα πιὰ καὶ δύναμη νὰ ξαναπέσω· κοιτόμουνε κατὰ γῆς ἀφανισμένος καὶ σπασμένος. Ψυχομαχοῦσα.

Τὸ πρωῒ φέρανε τὸ γιατρὸ κι ἄδικα τονὲ φέρανε. Ὁ γιατρὸς