Σελίδα:Το Ταξίδι μου (1905).djvu/11

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
3
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

τοῦ Ἥλιου τους; Μὴπως δὲν τὸν ὠνομάσανε Ἀπόλλωνα, καὶ ποιὸς θὰ τἀρνηθῇ πὼς ὁ Ἀπόλλων μοιάζει τρομαχτικὰ μὲ τὸ ἀπολλύων, σὰ νἄτανε εἶδος μετοχὴ τοῦ ἐνεστώτα, γιὰ νὰ χαραχτηρίσῃ τὸ θεὸ ποῦ ὁλοένα σκοτώνει; Ἀχ! μᾶς ἀπώλεσε καὶ μᾶς, χωρὶς νὰ τονὲ ξαπολύσουμε ποτέ μας. Ἡ δόξα του μᾶς θάμπωσε καὶ δὲν τὸ νοιώσαμε μήτε τὸ νοιώθουμε ἀκόμη πὼς τέτοιο θάμπωμα θὰ πῇ χαμός. Καὶ χάσαμε τόντις πολλά, ὥςπου κ’ οἱ ἴδιοι νὰ χαθοῦμε. Περίεργο πρᾶμα! Τὸ πιὸ πολύτιμο ἀπ’ ὅσα χάσαμε, εἵτανε ἴσια ἴσια ἡ γλώσσα ἡ ἀρχαία, ποὺ γιὰ νὰ τὴν κρατήσουμε κάμαμε τὶς περισσότερες θυσίες. Ἀφτὴ ζοῦσε στὰ χείλια τοῦ λαοῦ. Ἐννοεῖται, ἀφοῦ ὁ λαὸς τὴ μιλοῦσε καὶ τὴ μιλεῖ. Ἂς τὴν ὑποθέσουμε ὅσο πρόστυχη, ὅσο βὰρβαρη, ὅσο χαλασμένη κι ἂν τὴ λένε μερικοί, ἔπρεπε ἱερὴ νὰ μᾶς εἶναι, μιὰ κ’ εἴτανε ἀπομεινάρι τῆς ἀρχαίας. Τίποτα! Τὴν καταστρέψαμε, γιὰ νὰ φανοῦμε ἀρχαιότεροι. Βυθιστήκαμε στὰ βιβλία. Πήραμε μιὰ λέξη, πήραμε δυό, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη ποὺ τραβούσαμε ἀπὸ τἀπόβαθα τῆς ἱστορίας, κάθε λέξη ποὺ ξεψαρέβαμε ἀπὸ τὸν πάτο τοῦ ὡκεανοῦ, γαργάλιζε τὸ φιλότιμό μας, τὴν καμαρώναμε πιὰ σὰ νὰ καμαρώναμε στὴν καθεμιὰ τὴν ἀρχαιότητα ὅλη. Δὲν παρατηρούσαμε ὅμως πὼς οἱ λέξες ἀφτές, οἱ ξεψαρεμένες, μοιάζανε ἀλήθεια μὲ κάτι ψάρια ὠγύγια, θεόχοντρα καὶ σεβάσμια, ποὺ συνηθίσανε χρόνια καὶ χρόνια νἀργοκινιοῦνται κάτω στῆς θάλασσας τοὺς ἄβυσσους, καὶ ποὺ ὅταν τὰ φέρῃς στὴν ἀπανωσιὰ τοῦ νεροῦ, σκάνουνε ἀμέσως, γιατὶ χρειάζουνται νὰ τὰ πατῇ τὸ βάρος τῆς κατάβαθης ἀτμοσφαίρας, κι ὁ ἀέρας μας τοὺς εἶναι πάρα πολὺ λαφριός. Οἱ ψαρογνῶστες καὶ ἰχτυολόγοι δηγοῦνται πὼς ἀφτὰ τὰ ζῶα, προτοῦ γεράσουνε, δὲν κατεβαίνανε, ὅπως κάνουνε τώρα, στἀόρατα καὶ στὰ σκοτεινά, παρὰ παίζανε μὲ τὸ κῦμα σὰν τὰ δερφίνια, εἴτανε καὶ πολὺ μικρότερα. Κάτι ψαρὰκια χαριτωμένα, ποὺ κολυμποῦνε ἀλάργα στὸ γιαλό, εἶναι παιδιά τους, ἐγγό-