Σελίδα:Τα ψηλά βουνά, 1918.djvu/56

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
54

—«Ποῦ εἶναι αυτό;»

—«Ἐδῶ ποὺ ἀνεβαίνομε. Εἶναι γκρεμισμένο. Μὰ ξέρεις τί παλιό; ἤμουνα σὰν ἐσᾶς μικρή, καὶ κεῖνο εἶχε γκρεμιστῆ. Μὰ γὼ πάω κι ἀνάβω τὸ καντήλι τῆς χάρης της δυὸ φορὲς τὴ βδομάδα.

»Ξέρεις πόσον καιρὸ βάνω λάδι σ’ αὐτὸ τὸ καντήλι; Τριάντα χρόνια τώρα. Ἔχω βλέπεις δυὸ ρίζες ἐλιέςˑ ναῖσκε. Κι ἡ Ἅγια Ζώνη, παιδί μου, τοὺς δίνει πάντα καρπό· γιὰ τὰ λάχανά μου καὶ γιὰ τὸ καντήλι.

»Καὶ δὲν κάνει, βλέπεις, νὰ μείνη κεῖνο τὸ καντήλι δίχως λάδι. Γιατὶ αὐτὸ τὸ ρημοκλήσι εἶναι παλιό· ἀπὸ παπποῦ καὶ προσπάππου. Κι ὅσο τὸ καντήλι του εἶναι ἀναμμένο, φοβᾶται νὰ βγῆ ὁ ξορκισμένος».


—«Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ξορκισμένος;»

—«Ἡ ὥρα ἡ κακή του, τὸ ξόρκι νὰ τὸν πιάση! Ἀράπης εἶναι, μακριὰ ἀπὸ δῶˑ στὸν Ἀραπόβραχο κάθεται. Ναῖσκε».

—«Καὶ πῶς εἶναι; Εἶναι μαῦρος;»

—«Μαῦρος, κατάμαυρος, ἕνας τόσος ἀράπης! Ἐγὼ τὸν εἶδα».

—«Τὸν εἶδες λέει;» ρώτησαν ὅλοι μαζί, κι ἔσκυψαν ν’ ἀκούσουν καλύτερα.

—«Ἂμ δὲν τὸν εἶδα! Ξέρεις πόσα χρόνια εἶναι ἀπὸ τότε; Ἤμουνα μικρὴ σὰν καὶ τὴν ἀφεντιά σας. Ἦταν ἀκόμα τότε οἱ Τοῦρκοι. Καὶ καθὼς βράδιαζε, κοιτάζομε, τί νὰ δοῦμε. Ἀπάνω στὸ βράχο στὴν κορφὴ καθόταν καὶ κοίταζε! Ναῖσκε».

—«Πώ, πώ!» ἔκαμε ὁ Σπύρος, «καὶ ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ βράχος, κυρούλα;»