Σελίδα:Τα ψηλά βουνά, 1918.djvu/47

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
45

περιουσία της. Τὰ καταστήματά της ἦταν ἀνοιχτά. Οὔτε ντουλάπι οὔτε συρτάρι πουθενά· οὔτ’ ἕνα κλειδί.

Ἡ ἀλεποὺ ὅμως δὲν τὸ βρῆκε σωστὸ αὐτό. Μιὰ πολιτεία πρέπει νὰ ἔχη κι ἕνα φύλακα.

Στὴ θέση αὐτὴ διωρίστηκε μοναχή της. Κι ἔκαμε πολὺ καλά· ποιὸς ἄλλος νὰ τὴν πάρη; μήπως τὸ κουνάβι, μήπως ἡ νυφίτσα; Αὐτοὶ δὲν εἶναι γιὰ τέτοια ὑπηρεσία. «Εἶναι λωποδύτες!» λέει ἡ ἀλεπού.



22. Τὰ ἑφτὰ μικρὰ στὸ κυνήγι τῆς κότας.

Σὲ δυὸ μέρες ἡ ἀλεποὺ εἶπε στὰ μικρά της:

«Σήμερα θὰ σᾶς πάρω σὲ μιὰ πολιτεία. Νὰ προσέχετε μήπως χαθῆτε, γιατὶ ἔχει ὀχτὼ σπίτια. Πρώτη φορὰ θὰ ἰδῆτε τέτοια πρωτεύουσα.


»Ὅταν φτάσωμε κεῖ, νὰ μὴν κάθεστε νὰ χαζεύετε στὶς πλατεῖες, στὰ φῶτα καὶ στὰ θέατρα· θὰ πᾶμε ἴσια στὸ κοτέτσι. Τόχουν ἀνοιχτό, καθὼς πρέπει σὲ μιὰ μεγάλη πολιτεία. Κι ἔχει κάτι ἀρχοντόκοτες, ποὺ φαίνεται πὼς τὶς ἔχουν φυλάξει ἐπίτηδες γιὰ τὴν καλύτερη ἀλεπού. Ἐγὼ βέβαια θάμαι αὐτή.

»Ἴσαμε τώρα κυνηγούσατε τὸ ποντίκι, τὸ βάτραχο, τὸν κάβουρα, τὸ πουλὶ καὶ τὸ σκαθάρι. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ γυμναστῆτε καὶ στὶς κότες».


Λέγοντας αὐτά, κάθισε στὰ πίσω της τὰ πόδια, κι ἔφερε μπροστὰ τὴ μεγάλη μαλλιαρὴ οὐρά της.

Ὅποιος κυνηγὸς τὴν ἔβλεπε κείνη τὴν ὥρα, θὰ ἔλεγε: