Σελίδα:Τα ψηλά βουνά, 1918.djvu/22

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
20

μπῆκαν ὁ Καλογιάννης κι ὁ Μαθιὸς καὶ φώναζαν: «νά, νὰ ἡ δική µας!»

—«Ἒ, σηκωθῆτε ἀπὸ κεῖ, λέει ὁ Κωστάκης, µοῦ πήρατε τὸ σπίτι».

—«Τί; δικὴ σου εἶναι ἡ καλύβα;»

—«Ἐγώ εἶχα σκοπὸ νὰ τὴν πάρω».

—«Ἐσὺ τὸ εἶχες σκοπό, μὰ ἐμεῖς µπήκαμε μέσα» εἶπε ὁ Καλογιάννης.

—«Βλέπεις, Κωστάκη;» λέει ὁ κὺρ Στέφανος. «Γιὰ νὰ τὶς ψάχνης ὅλες θὰ μείνεις στὸ τέλος χωρὶς σπίτι».


Ὁ Ἀντρέας τὸν ἔβαλε νὰ καθίση μὲ τοὺς ἄλλους δυὸ στὴν ἴδια καλύβα, κι ἔπειτα ὥρισε καὶ στοὺς ἄλλους ποῦ θὰ καθίση ὁ καθένας.

Ἒλυσαν τότε τὰ φορτώματα κι ἂρχισαν νὰ κουβαλοῦν ὁ καθένας τὰ πράματά του. Σκεπάσματα, ροῦχα, δέματα µὲ τροφές, σακούλια, τενεκέδες, τάφερναν καὶ τὰ ἔβαζαν σιγὰ σιγὰ μέσα.

«Νὰ εἴχαµε κι ἕνα ντουλάπι...» ἔλεγαν. «Ἕνα ράφι, ἕνα σεντούκι....»

Ὅσο περνοῦσεν ὅμως ἡ ὥρα, καταλάβαιναν πὼς µποροῦν νὰ κάμουν καὶ χωρὶς αὐτά.


Ἀφοῦ ἑτοίμασαν τὸ νοικοκυριό τους βγῆκαν νὰ ἰδούν τὸ δάσος. Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ ἥλιος βασίλευε καὶ οἱ κορμοὶ τῶν δέντρων ἔφεγγαν ἀπό κόκκινο φῶς.

Μεγάλα γέρικα δέντρα τοὺς τριγύριζαν, κι ἄλλα νέα καὶ καταπράσινα. Χαμόκλαδα πολλὰ σκέπαζαν τὴ γῆ.

Σὲ λίγο ὅλο αὐτὸ τὸ δάσος γέμισε ἀπό σκοτάδι.