Σελίδα:Τα ψηλά βουνά, 1918.djvu/106

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
104

Τράβηξαν μπροστά, μέσα ἀπὸ ὀξυὲς καὶ πουρνάρια, χωρὶς κανένα μονοπάτι, ἀνοίγοντας αὐτοὶ δρόμοˑ τὸ δρόμο ποὺ θὰ πήγαινε πρὸς τὸ Φάνη. Ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ δρόμος;

Ἔφτασαν σὲ γυμνοὺς καὶ ἄγριους γκρεμούς. Αὐτοὶ οἱ γκρεμοὶ κατέβαιναν κάτω βαθιὰ καὶ σχημάτιζαν τὴ μεγάλη κλεισούρα. Ἡ φωνὴ ἐκεῖ ἀντιλαλοῦσε. Καὶ τὸ μάτι ἔβλεπε ὅλον αὐτὸ τὸ φοβερὸ γκρεμό.

«Ἄν ὁ Φάνης γλίστρησε ἐκεῖ πουθενὰ κι ἔπεσε καὶ πῆγε κάτω;»

Καθένας ἔκαμε αὐτὴ τὴ σκέψη, μὰ φοβόταν νὰ τὴν πῆ στὸν ἄλλο.

Ἀνέβηκαν ψηλὰ πρὸς τὸ φρύδι τῆς κλεισούρας. Ἔσκυβαν καὶ κοίταζαν κάτω, μὲ μεγάλη ὅμως προσοχή, πιασμένοι ἀπὸ πέτρες ἢ ἀπὸ καμιὰ ρίζα.

Δὲν μπόρεσαν τίποτα νὰ ἰδοῦν. Φώναζαν, μὰ ἡ φωνή τους κατέβαινε στὸ χάος τῆς κλεισούρας, χτυποῦσε στὶς πέτρες κι ὕστερα ἀνέβαινε καὶ τοὺς ἔφερνε τὸν ἀντίλαλο: «Φάνη!» Σὰ νὰ τοὺς ἔλεγε πὼς πρέπει ν’ ἀπελπιστοῦν.


Ποῦ νὰ πᾶνε; Νὰ κατεβοῦν κάτω στὸ βυθὸ τῆς κλεισούρας; Θὰ κινδύνευε ἡ ζωή τους. Ν’ ἀνεβοῦν ἀπάνω στὴ ράχη καὶ νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ ἔλατα; Νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ πάρουν ἄλλο δρόμο;

Σταμάτησαν κι ἄρχισαν νὰ συλλογίζωνται. Στὸ ἄγριο ἐκεῖνο μέρος λιγόστευε τὸ θάρρος τους. Ἀλλιῶς ξεκίνησαν, ἀλλιῶς εἶναι τώρα.

Ἀποφάσισαν νὰ γυρίσουν πίσω, ἐκεῖ ποὺ εἶχαν ἀφήσει τὰ δέντρα, κι ἀπὸ κεῖ νὰ πάρουν ἄλλο δρόμο.

Γύρισαν καὶ περπατοῦσαν συλλογισμένοι. Πήγαιναν ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Κανένας δὲ μιλοῦσε. Εἶχαν βα-