Σελίδα:Τα ψηλά βουνά, 1918.djvu/102

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
100

Μήπως ἀποκοιμήθηκε; ὄχι. Στὸ λάρυγγά του εἶχε μαζευτῆ ἕνας κόμπος ἀπὸ λύπη. Αὐτὸς ὁ κόμπος λύθηκε κι ἔγινε κλάματα.


Ὁ Φάνης ἔκλαψε. Πόσο ἔκλαψε, ἡ νύχτα τὸ ξέρει. Μὰ ὅταν στέγνωσαν τὰ μάτια του, συλλογίστηκε ἕναν ἄλλο Φάνη· ἐκεῖνον ποὺ ἦταν δασοφύλακας.

«Ντροπὴ νὰ κλαῖς, ἐσὺ ποὺ φύλαξες τὸ δάσος! Ἐσὺ ποὺ ἤσουν σκοπὸς μὲ τ’ ἄλλα παιδιὰ τὴ νύχτα». Ἔτσι τοῦ εἶπε μιὰ φωνὴ μέσα του.

Καὶ πάλι τοῦ ξαναεῖπε: «Εἶσαι λιγόψυχος, Φάνη. Τὴν ἄλλη φορά, ποὺ σοῦ ρίχτηκε τὸ μαντρόσκυλο, δείλιασες.

»Ὅταν εἶδες τὸν Μπαρμπακώστα χτυπημένο, λιγοψύχησες. Μὰ δὲν εἶναι ἔτσι ὁ Δῆμος· δὲν εἶναι ἔτσι ὁ Ἀντρέας· πρέπει νάσαι παλικάρι».

Καὶ σὲ λίγο ἡ φωνὴ τοῦ εἶπε: «Περίμενε τὴν ἡμέρα».


Ὁ Φάνης δὲν ἔκλαιγε τώρα. Τὰ μάτια του στέγνωσαν. Σὰ νὰ πῆρε θάρρος.

Ἔπιασε τὸ σακούλι του κι ἔνιωσε πὼς κάτι ἦταν μέσα. Εἶχε καὶ τὸ παγούρι του· εἶχε ψωμὶ καὶ νερό. Χάιδεψε ἔπειτα τὸ θάμνο μὲ τὰ δυό του χέρια· καὶ τὸν ἐχάιδεψε, θαρρεῖς, κι ὁ θάμνος· ἦταν ἕνας μαλακὸς καὶ φουντωμένος σκῖνος.

Σ’ αὐτὸ τὸ εὐωδιασμένο κρεβάτι ἔγειρε ὁ Φάνης. Κι ἀφοῦ δυὸ φορὲς τοῦ ἦρθε ὁ ὕπνος καὶ δυὸ φορὲς τινάχτηκε τρομαγμένος, στὸ τέλος ἀποκοιμήθηκε.