Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/73

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.

Μέσα της καθρεφτίζοντας τῶν οὐρανῶν τὸ χρῶμα
Ἡ θάλασσα ξαπλόνονταν μὲ γελαστὴ λαμπράδα
Ὢς τὰ στεριώτικα βουνὰ ποῦ πλιὸ γαλάζι’ ἀκόμα
Πελάγου ἐδέναν καὶ οὐρανοῦ μαζὶ τὴν ὀμορφάδα.
Ὅλα εὐωδιάζαν γύρω μου καὶ χάμου ’ς τὸ γρασίδι
Κρίνοι καὶ γιούλι’ ἀντίσκοβαν τὴν πλούσια πρασινάδα
Κ’ ἕνα ρυάκι δροσερὸ γυαλιστερὸ σὰ φίδι
Ἐκύλαε μουρμουρίζοντας τὸ σιγαλό του ρέμα.
Μι’ ἀμυγδαλιὰ τῆς Ἄνοιξης καμάρι καὶ στολίδι
Ἅπλονε χιονοκάτασπρο τὸ λουλουδένιο στέμμα
Ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀτάραχη γαλάζια θεωρία
Ποῦ θάλασσα, οὐρανός, βουνὰ φανέροναν ’ς τὸ βλέμμα.
Καὶ μὲ πιθέματα, μ’ εἰδὴ πλασμένα γιὰ λατρεία
Ὁποῦ ἁγιογράφος πλιὸ σεμνὰ νὰ φτιάσῃ δὲ θὰ εἰμπόρει,
Κάτου ἀπὸ τὴν ἀμυγδαλιὰ καθόσουν σύ, Μαρία,
Μὲ τὰ μαλλιὰ τετράξανθα, μ’ ἀλαβαστρένιο θῶρι,
Μὲ χείλη σὰν τῆς χαραυγῆς, σύ, γαλανοματοῦσα,
Ἐσὺ τῆς δόλιας μου καρδιᾶς ἡ ὀνειρεμένη κόρη.
Ἐστέκοσουν ἀγνάντια μου σὰν ἐμπνευσμένη μοῦσα,
Σὰν τοῦ Ναοῦ τῆς Φύσεως ἡ ἐνθουσιασμένη ἱέρεια,
Κι’ ὅλο μὲ μιᾶς μοῦ κάστηκε πὼς κεῖ ποῦ σὲ θωροῦσα
Μι’ ἁρμονία μυστική, πρωτάκουστη κ’ αἰθέρια,
Εἰς τὴν ἀρχὴ σιγότρεμη κ’ ἔπειτα πλιὸ γεμάτη
Ἐπλήθαινε κ’ ἐφούσκονε, γοργή, ξάστερη, πλέρια.
Μοῦ φάνηκε πὼς ὅσ’ αὐτοῦ μοῦ μάγευαν τὸ μάτι,
Τὸ κάθε χρῶμα, ὁ κάθε ἀνθός, τ’ ἀπόσκια, τὰ προσήλια,
Κάθε μεριά τῆς θάλασσας, κάθε τῆς γῆς κομμάτι,
ᾙ μακρυναῖς ᾑ ριζαμιαίς, τὰ κούφαλα, τὰ σπήλια,
Σὰν ὅλα νὰ ἐζωντάνευαν, νὰ ἐβγάναν ὅλ’ ἀντάμα
Μὲ χίλιες διάφορες φωναῖς καὶ μὲ παιχνίδια χίλια
Ἑνὸς γλυκύτατου σκοποῦ τὸ μαγεμένο θᾶμα—
Ὧρες σὰ νικητήριο, ἀψύ, μεστό, γενναῖο
Κι’ ὧρες μυριολογούμενο σὰν τ’ ἀηδονιοῦ τὸ κλάμα.
Βαλσαμωμένες άρχισα τότ’ αὖρες ν’ ἀναπνέω
Κι’ ἀγροίκησα ἀνεγδιήγητη γλυκειὰν ἀνατριχίλα
Σὰν ἕνα μέθυ ἀπὸ πιοτὸ θαυματουργὸ καὶ νέο.

59