Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/103

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


«Ἀνάθεμά σ’, αἰσχρὲ φονιᾶ, καὶ τρισανάθεμά σε!
ὅλοι ὅσοι γλυκοτραγουδοῦν μ’ ἐμὲ σὲ καταριῶνται·
τοῦ κάκου πάντ’ ἀχόρταγος σὺ γιὰ στεφάνια νὰ ’σαι,
γιὰ μεγαλεῖα, γιὰ τιμαίς, ποῦ μ’ αἵματ’ ἀποχτιῶνται·
’ς αἰώνια νύχτα λησμονιᾶς ἡ φήμη σου ἂς βουλήσῃ,
σὰν ψυχομάχημα στερνὸ ’ς ἄδειον ἀέρ’ ἂς σβύσῃ!»

Τὰ λόγια τοῦτ’ ἀπ’ τὸ Θεὸ ψηλὰ συνακουστῆκαν,
καὶ νά! ποῦ οἱ πύργοι κατὰ γῆς εἶν’ ὅλοι γκρεμισμένοι·
νά! τὰ ὑπερήφανα ἡλιακὰ σωρὸς ὅλα γινῆκαν
ἔξω ἀπὸ μιὰ στήλη ψηλή, ποὺ ἀκόμα ὁλόρθη μένει·
ἔρμη, ῥαϊσμένη ἀναθυμᾷ παληὰ μεγαλοπρέπεια,
ὅμως ’ς ὀλίγο πέφτοντας καὶ αὐτὴ θὰ γένῃ ῥέπια.

Καὶ γύρω ἀντὶ περιβολιῶν λουλούδια νὰ τριοντίζουν
παντέρμα εἶν’ ὅλα κι’ ἄκαρπα· τὸν ἴσκιο δὲ σκορπάει
δεντρὸ κἀνένα, καὶ νερὰ τὸν ἄμμο δὲ δροσίζουν·
οὔτε τραγοῦδι, οὔτε χαρτὶ τὸ ῥῆγα μελετάει·
λησμονησιὰ παντοῦ, παντοῦ καταστροφῆς τρομάρα·
αὐτὰ ’κάμε τοῦ γέροντα τραγουδιστῆ ἡ κατάρα.

89