Σελίδα:Μελέτη 1 (1912).djvu/49

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
47
Η ΛΟΛΙΤΑ
ΣΚΗΝΗ Γ΄
ΙΟΥΛΙΑ καὶ ΧΡΗΣΤΙΝA

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Ἡ Κυρία μήπως θέλει τίποτε;

ΙΟΥΛΙΑ. — Εὐχαριστῶ, καλή μου γυναῖκα. Εἶμαι τόσον καλὰ ἐδῶ, κοντὰ σ’ αὐτὴ τὴν ὡραία φωτιά. (Παρατηρεῖ γύρῳ μὲ face-à-main). Τί εὔμορφο σαλονάκι. Μὲ τί γοῦστο βαλμένα ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα πράγματα.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Ἄ, ὁ Κύριος εἶναι τόσον τακτικός! Ὅλα αὐτὰ ποῦ βλέπετε τάχει βαλμένα μὲ τὸ χέρι του. Ἀλλοίμονο, ἂν κάνω πῶς πειράζω ἐγὼ τίποτε. «— Χρηστίνα! Αὐτὴ τὴ φωτογραφία τὴ θέλω ἐκεῖ, ὄχι ἐκεῖ! Αὐτὰ τὰ ἄνθη τὰ θέλω ἔτσι, ὄχι ἔτσι!» Ποῦ κοτῶ νὰ τ’ ἀγγίξω. Ξεσκονίζω πάντα μὲ τόση προσοχή! Ὤ, δὲ θέλω νὰ κακοκαρδίζω τὸν Κύριο.

ΙΟΥΛΙΑ. — Καὶ κάνεις καλά. Εἶναι τόσον καλὸς ὁ Κύριός σου!

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Ὤ, Κυρία! Νὰ ἠξεύρατε τί καλός! Κρῖμας, λέγω καμμιὰ φορά, ἕνας τέτοιος καλὸς Κύριος νὰ μείνῃ ἐλεύθερος, ἐν ᾧ μποροῦσε νἄχῃ μιὰ οἰκογένεια καὶ νἆναι εὐτυχισμένος κι’ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένεια του.

ΙΟΥΛΙΑ. — Αἴ, αὐτὰ εἶναι τυχερά, καλή μου γυναῖκα.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Τυχερά, καλή μου Κυρία.

ΙΟΥΛΙΑ. — Εἶναι τοὐλάχιστον εὐχαριστημένος ἔτσι;

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Ὤ, Κυρία. Δὲν νομίζω. Κἄποτε μάλιστα τὸν πιάνει τέτοια στενοχώρια καὶ φαίνεται νὰ μετανοιόνῃ τόσον πολύ!... Δὲν ξέρετε πῶς σᾶς καμαρόνει σᾶς καὶ τὸν Κύριο ποῦ εἶσθε τόσον εὐτυχισμένοι οἱ δυό σας. Πρὶν ἔρθετε εἴχαμε τὴν ὁμιλία σας...

ΙΟΥΛΙΑ (Ζωηρῶς). —Τί ἔλεγε; Τί ἔλεγε;

ΧΡΗΣΤΙΝΑ. — Ἔλεγε τοὺς χίλιους ἐπαίνους γιὰ σᾶς καὶ ’θλιβόταν ποῦ δὲν εἴχαμε κι’ ἐμεῖς ἐδῶ μέσα μιὰ τόσο καλὴ Κυρία. «Πῶς θὰ τὴν ἀγαποῦσα, Χρηστίνα», μοὔλεγε, «πῶς θὰ τὴν ἀγαποῦσα!».

ΙΟΥΛΙΑ (Με καταφανῆ συγκίνησιν). — Καλὴ μου γυναῖκα! Νὰ τὸν ἀγαπᾷς τὸν Κύριό σου καὶ νὰ τὸν περιποιῆσαι ὅσο μπορεῖς. Ὁ Θεὸς σ’ ἔστειλε κοντά του, κι’ ὅ,τι κάνεις ποῦ θ’ ἀρέσῃ σ’ αὐτόν, θ’ ἀρέσῃ καὶ στὸ Θεό.