Σελίδα:Η Βάρβιτος.pdf/150

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
—142—


Ἐκεῖνος καὶ ἀνάμνησις, ἐκεῖνος κ’ ὄνειρός μου·
Ναί! κ’ εἰς τὸν ὕπνον μου αὐτὸν τὸ ὄμμα μόλις κλείσω,
Ἕως νὰ ἐξυπνήσω,
Ἑκεῖνος εἶν’ ἐμπρός μου.

Πότ’ ἔνδακρυς μὲ φαίνεται μελαγχολίαν πνέων,
Καὶ πότε ἀγγελόμορφος, ἀνθοστεφανωμένος,
Καὶ περιβεβλημένος
Ἱμάτιον ὡραῖον.

Στὴν ἐξοχὴν καὶ ἂν ἐκβῶ, πρὸς τὸ νεκροταφεῖον,
Χωρὶς νὰ θέλω, πάντοτε μὲ ὁδηγεῖ τὸ βῆμα,
Καὶ σταματῶ στὸ μνῆμα
Τοῦ φίλου μου δακρύων.

Τὰ θερινὰ ἡ χελιδὼν ἐνδιαιτήματά της
Δὲν εἶχεν, ὦ παμφίλτατε, ἀφήσει ἔτι τότε,
Τοῦ Χάρωντος ὁπότε
Τὸ σκάφος σὺ ἐπάτεις.

Τὸ ἔαρ ἀνεχώρησε· θὰ ἔλθῃ πλὴν καὶ πάλιν
Μὲ ἄνθη ποικιλόχροα τὴν γῆν νὰ στεφανώσῃ,
Καὶ ν’ ἀφθονοκενώσῃ
Τοῦ μύρου τὴν φιάλην.

Μαζῆ μ’ αὐτὸ κ’ ἡ χελιδὼν μὲ τὰς τερπνὰς φωνάς της
Θὰ ἔλθ’ ὑπὸ τὰς στέγας μςα τὴν στέγην της νὰ κτίσῃ,
Καὶ νὰ μᾶς κελαδήσῃ
Τοὺς νέους ἔρωτάς της.