Σελίδα:Εστία Αριθμός 658.djvu/8

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
504
ΕΣΤΙΑ

θὰ πάρῃ μὲ τοῦτο οὔτε μίαν ψῆφον περισσοτέραν, δὲν θὰ εὐρεθοῦν διὰ τοῦτο περισσότερα ψηφοδέλτια μέσα εἰς τὴν κάλπην του... Μοῦ ἔρχεται μάλιστα μία ἰδέα! ἀκούσατε!.. Ἄν αὐτὸ δὲν ἦτο ὡσὰν νὰ κλέπτω τὰ χρήματα του Γκαρούς, θὰ διεσκέδαζα πολὺ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν μου. Θὰ ἐβαστοῦσα ἔτσι ὅπως τὰ βαστῶ τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος καὶ θὰ ἔλεγα: «Πάρετε!.. διαβάσετε... καὶ μὴ πιστεύσετε οὔτε λέξιν ἀπ’ ὅσα γράφει. Ὁ Γκαροὺς εἶνε ἀχρεῖος καὶ ὅλα ὅσα λέγει διὰ τὸν ταγματάρχην, ξεύρω ἐγὼ τί σᾶς λέγω, εἶνε κολοκύθια!.. » Ὁρίστε!

Ὁ ταγματάρχης εἶχεν ἀφοπλισθῆ ἐκ τόσης θαυμαστῆς ἀπλοϊκότητος. Οὔτε μνησικακίαν ᾐσθάνετο πλέον κατὰ τοῦ Πονίς, οὔτε ὀργὴν κατὰ τῶν συντακτῶν του Ἐγχέλεως. Ὅλα αὐτὰ του ἐφαίνοντο εἶδός τι εἰρωνικῆς ἀστειότητος, πρὸς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ φανῇ ἀδιάφορος. Ὤ, ἡ πολιτική!

Ὕψωσε τοὺς ὤμους καὶ ἔστρεψε τὰ νῶτα, μὴ ἀπαντῶν πλέον πρὸς τὸν πρώην πυροβολητήν, ὅστις ἔλεγεν αὐτῷ μὲ φωνὴν μεθύσου:

—Μὴ τὰ ἔχετε μαζί μου, κύριε ταγματάρχα; Ἄν τύχῃ καὶ σᾶς κακοφαίνεται, πετῶ ἀμέσως ὅλας αὐτὰς τὰ ἐφημερίδας εἰς τὸν ποταμόν. Εἰπέτε μου, ἂν σᾶς κακοφαίνεται... Κατεργάρη Γκαρούς!.. νὰ χαθῇς!

Καὶ ὡς νὰ ἐξηκολούθει νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν Βερδιέ, ἤρχισε νὰ κραυγάζῃ:

—Ἐφημερίδες τῶν Παρισίων, κύριοι!.. Ἐφημερίδες τοῦ Μελέν!.. Ὁ Ἔγχελυς, ὁ Ἔγχελυς ποῦ νὰ τὸν πάρῃ ὁ διάβολος, ὁ βρωμερὸς ὁ Ἔγχελυς!. Πάρετε τὸν Ἔγχελυν!

Οἱ περιστοιχίζοντες τὸν Φουρνερὲλ κάτοικοι τοῦ Δαμμαρί ἐχαιρέτισαν τὸν ταγματάρχην ὅτε ἐπλησίασε πρὸς αὐτοὺς ἀφήσας τὸν Πονίς, καὶ αἱ μετ’ αὐτῶν χειραψίαι ἔκαμαν ὥστε νὰ λησμονηθῇ ἡ πρὸ ὀλίγου μετὰ τοῦ μαρκησίου δὲ Μομβρὲν παρατηρηθεῖσα.

Ὁ παντοπώλης, ὅστις ἦτο ἔμπειρος περὶ τὴν ἐκλογικὴν τακτικὴν ὅπως ὁ Δυκᾶς, ἐψιθύρισεν εἰς τὸ οὗς τοῦ ταγματάρχου ὅτι ὁ Γκαροὺς ἦτο ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸ δημοτικὸν σκοπευτήριον καὶ ὅτι φρόνιμον ἦτο νὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ σκοπευτήριον ὅπως καὶ ὁ Γκαρούς. Πολλοὶ τῶν κατοίκων εὑρίσκοντο ἐκεῖ.

—Ἄς ὑπάγωμεν εἰς τὸ σκοπευτήριον! εἶπεν ὁ ταγματάρχης.

Καθ’ ὁδὸν δὲ ἐνῷ ἐπορεύετο, ἀνελογίζετο τὸ ὅπλον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἴδει εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Κλωδὲν καὶ τὸ ὁποῖον ἐσπινθηροβόλει ἐκεῖ πέραν παρὰ τὴν παρισινὴν λεωφόρον ὡς ψέλλιον εἰς τὴν προθήκην ἀδαμαντοπώλου.

Ὁ ξηρὸς κρότος τῶν πυροβολισμῶν ἀντήχει ἐγγύτερον ὅσον ἐπλησίαζον. Βαθμηδὸν εἶχε σχηματισθῆ πέριξ τοῦ ὑποψηφίου μικρά τις ἀκολουθία. Ὁ οἰνοπώλης, ὁ παντοπώλης, ὁ ἀρτοποιός, ὁ δημοδιδάσκαλος ἐβάδιζον παραπλεύρως αὐτοῦ δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, ὁ δὲ Δυκᾶς καὶ ὁ Φουρνερὲλ παρεχώρουν τὰ πρωτεῖα εἰς τοὺς σημαίνοντας ἐκλογεῖς, οἵτινες ἐνῷ ἐπορεύοντο εἰς τὸ σκοπευτήριον, ἀπηύθυνον ἐν τῷ μεταξύ πρὸς τὸν ὑποψήφιον προφορικάς τινας αἰτήσεις, σπείροντες ἤδη εἰς τὴν μνήμην τοῦ μέλλοντος βουλευτοῦ τὸν σπόρον τῶν ἀπαιτήσεων.

Ὁ οἰνοπώλης κατηγορεῖτο τυραννικῶς... ἀγενῶς... ἐπὶ ἀστυνομικῇ παραβάσει, ἐξ αἰτίας ρήξεώς τινος συμβάσης εἰς τὸ κατάστημά του μεταξὺ δύο ἐργατῶν τοῦ ζαχαροπλαστείου. Ἐζήτει μίαν ἐπιστολὴν διὰ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Μελέν. Ὁ ἀρτοποιὸς ἦτο πολὺ στενοχωρημένος. Ὁ ἀρχιεργάτης του ἔμελλε νὰ ὑπάγῃ ὡς ἔφεδρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια! ἔπρεπε νὰ παραλάβῃ ἄλλον. Ἀλλὰ μήπως κἂν εἴξευρεν ἄν ὑπῆρξεν ἄλλος; Ἐνῷ αὐτός!.. ἦτο μοναδικὸς εἰς τὴν ἐργασίαν του- παρεκτὸς τούτου δὲ ἐψήφιζε καὶ μὲ τὸ κόμμα. Δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ «κανένα γραμματάκι» ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν; Τοιαῦταί ἀπαλλαγαὶ ἐχορηγοῦντο. Καὶ ὁ ἀρτοποιὸς ἀνέφερεν ὀνόματα.

Ὁ δημοδιδάσκαλος ἦτο μανιώδης ἐναντίον τοῦ ἀρχιτέκτονος τοῦ δόντος τὸ σχέδιον τοῦ νέου δημοτικοῦ σχολείου. Τὸ σχολεῖον αὐτὸ ἦτο πολύ μικρόν. Ἀφοῦ ὁ δῆμος ἔκαμνε χρέη χάριν τοῦ σχολείου, ἔπρεπε τοὐλάχιστον τὸ κτίριον αὐτὸ νὰ εἶνε εὐρύχωρον, ὡραῖον μεγαροειδές—αὐτὴ ἦτο ἡ λέξις τοῦ κυρίου διδασκάλου. Τ’ ἀνάκτορα τῶν βασιλέων ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῶν ἀνακτόρων τῆς διανοίας, ἐσκόπει δὲ ὁ διδάσκαλος νὰ χαράξῃ ἄνωθεν τῆς εἰσόδου τοῦ σχολείου τὴν ἐπιγραφὴν—ἣν ὁ κ. Βερδιὲ ἐνέκρινεν—: «Ἐδῶ σκέπτονται!»

Ὁ ταγματάρχης ἤκουεν ὅπως καὶ τὴν προτεραίαν βομβούσας περὶ τὰ ὦτά του τὰς διαφόρους ταύτας ἐκμυστηρεύσεις. Προσεπάθει ν’ ἀπαντήσῃ διὰ μιᾶς λέξεως, δι’ ἑνὸς νεύματος, ἀλλ’ αἱ ἀπαιτήσεις καὶ αἱ παρακλήσεις ἐξηκολούθουν. Ἐνόμιζεν ὅτι ἔσυρεν ἐξόπισθέν του ὁλόκληρον ταραχώδη στρατιὰν ἱκετῶν.

—Ὅτε διέκρινε μακρόθεν τὸν Γκαρούς ἱστάμενον πρὸ τοῦ σκοπευτηρίου καὶ δημηγοροῦντα, ἐχάρη ὑπερβαλλόντως. ᾘσθάνετο ποίαν τινα ἀνακούφισιν. Ἦτο ὁ ἀντίπαλός του. Τέλος πάντων! αὐτὸς τοὐλάχιστον δέν θὰ τοῦ ἐζήτει τίποτε!

Τὸ σκοπευτήριον ἔκειτο ἐν τῇ ὁδῷ Του Σαλλύ, ἐντὸς τῆς αὐλῆς ἀνεγειρομένης ἐπαύλεως, αἱ δὲ ἐκπυρσοκροτήσεις ἀντήχουν συχνὰ ὡς κροταλισμοὶ μάστιγος.

Ὁ Βερδιὲ ἐπλησίασεν, ὁ δὲ Γκαρούς ἰδὼν αὐτὸν, τὸν ἐχαιρέτισε δι’ ἑνὸς εἰρωνικοῦ «καλημέρα» καὶ μὲ τὴν βαρύηχον φωνήν του