Σελίδα:Γεωργίου X. Ζαλοκώστα Τα άπαντα.djvu/307

Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
305

Πέντε μπροσθὰ φυτρόνουν
Φαντάσματα θολὰ,
Καὶ μὲ σπαθιὰ γυμνὰ
Τ’ ἁμάξι ζώνουν.

Νὰ κάμω τὸ σταυρό μου
Δὲν πρόφθασα, καὶ ἰδοὺ
Ἡ μύτη ἑνὸς σπαθιοῦ
Εἰς τὸν λαιμό μου.

Καὶ ἄλλος λῃστὴς παρέκει
Τὸ σκάνδαλο κρατεῖ,
Τὸ στῆθός μου πατεῖ
Μὲ τὸ τουφἐκι.

Καλὰ ἦτον ἐμπροσθά σας
Νὰ μὴ βρεθῶ ποτἐ.
Τί θέλετε ἀπ’ ἐμέ;
Ὅλα δικά σας.

Καὶ κύτταζα εἰς τὸ σκότος
Μὴ τοὺς γνωρίσω. — Ἐσὺ,
Νταβέλη δυστυχῆ,
Ἤσουν ὁ πρῶτος.

Τὰ ὅπλα χαμηλόνουν
Οἱ κλέφταις κατὰ γῆς,
Καὶ εἰς τὸ πουγγί μου εὐθὺς
Τὰ χέρια ἁπλόνουν.