Σελίδα:Γεωργίου X. Ζαλοκώστα Τα άπαντα.djvu/274

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
272

Νυκτιπλανὴς ἐν μέσῳ τῶν μνημείων
Μὲ δάκρυ σπένδω τῶν νεκρῶν τὴν κόνιν,
Καὶ τὰ μάρμαρα στέφω τῶν ἀνδρείων
Μὲ μύρτου ζώνην.

Πλὴν στρέφεται πρὸς κέντρον ὡρισμένον
Τοῦ στρατιώτου, Βασιλεῦ, τὸ βῆμα,
Καὶ πᾶς μόχθος αὐτοῦ εἶν’ ἐγνωσμένον
Τοῦ θρόνου κτῆμα.

Τοὺς νοεροὺς ἀγῶνάς μου προσφέρων
Νὰ πλησιάσω δὲν τολμῶ τὸν θρόνον·
Εἴθε φθάσοι καιρὸς ἱερωτέρων
Ἄλλων ἀγώνων!

Εἴθε τοῦ Παντοκράτορος ἑν νεῦμα
Τὴν λάγηνον τοῦ χρόνου νὰ πληρώσῃ,
Κ’ εἱς τοῦ περικαλλοῦς πορθμοῦ τὸ ῥεῦμα
Δάφνας νὰ στρώσῃ!

Εἰς τὴν διπλῆν ἐκείνην παραλίαν
Ἂς Σὲ φέρουν τὰ νῶτα τοῦ Δελφῖνος,
Ὂς τρίμηνος ὑπέστη τὴν δουλείαν
Τῆς Σαλαμὶνος.

Τοὺς πόθους φέρων τῆς Ελλάδος πάσης
Γαῦρος καὶ κραταιὸς τὸ κῦμ’ ἂς πλήττῃ,
Ἐνῷ βωβὰ θὰ μένουν τῆς θαλάσσης
Τ’ ἄδικα κήτη.