Σελίδα:Αθηναΐς Α αρ. 4.djvu/8

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
32
ΑΘΗΝΑΪΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

Τὸ κάτωθι δημοσιευόμενον ποιημάτιον τοῦ νεαροῦ ποιητοῦ κ. Ἐμμανουὴλ Στρατουδάκη μετ’ αἰσθήματος γεγραμμένον ἀφιεροῦμεν τῇ Πανεπιστημιακῇ φάλαγγι, ἥτις εὐχόμεθα νὰ γίνῃ ἀρχὴ τῆς θεμελιώσεως τοῦ ἀρίστου θεσμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Γένοιτο!


ΑΣΠΑΣΜΟΣ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΦΑΛΑΓΓΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ.

Πάλι νιότη ζηλεμένη διαλεχτὴ στὴ μπαγιονέτα
Τὴν καϋμένη μας μανοῦλα τὴν Ἑλλάδα μας χαιρέτα…
Κι’ ἂν σᾶς κράξανε οἱ φράγκοι νόθους τῆς παληκαριᾶς
Δεῖχτε πάλι τὰ φτερά σας ἀετοὶ τῆς ’λευθεριᾶς.

Ἐξυπνοῦν ’στὸ περασμά σας τὰ ἀντρειωμένα χρόνια
Ποῦ γεννήσανε τοῦ Διάκου καὶ τοῦ Μάρκου τὰ μιλιόνια.
Ἐξυπνοῦν…κ’ ἡ φουστανέλα τὰ παιδιά της χαιρετᾷ,
Καὶ σὰ σύγνεφο τοῦ Μάρτι ταξειδιάρικο πετᾷ.

Ὤ! καλῶς τὰ χελιδόνια στὸ καινοῦριο μας λημέρι
Ποῦ στολίζ’ ὁ Πατριάρχης μὲ τὸ Ῥήγα τ’ ἅγιο ταῖρι..
Ὤ! καλῶς τα ποῦ μᾶς φέρνουν ἄνοιξι κι’ ἀνατολὴ
Εἰς τὴν ὤμορφη θωριά τους στὴ ’γλυκιά τους κεφαλή.

Λεβεντιά μου πῶς σοῦ ’μοιάζουν εἰς τὸ πρόσωπο τὰ κρῖνα
Εἰς τὰ στήθια τὸ καμίνι καὶ στὸ χέρ’ ἡ καραμπίνα.
Πῶς σοῦ ’μοιάζει παινεμένη καὶ βαρειὰ πορπατησιά,
Μέτωπο καμαρωμένο, πολεμάρχου φορεσιά.

Ζωνταναὶς ἐλπίδες πάλι ξεφυτρώσανε στὴ γῆ μας
Μὲ τοῦ Μάρτι τὴ δροσοῦλα καὶ χαϊδεύουν τὴ ψυχή μας,
Δίνουν νιότη στὴ καρδιά μας καὶ καινούρι’ ἀναπνοή…
Ἔτσι ζοῦν τὰ παληκάρια…’Στὸ τουφέκ’ εἶν’ ἡ ζωή…

Ποιὸς, σχολειὸ μου παινεμένο, φλογερὸ σ’ εἶπε καμίνι;
Ποιὰ προμάντεψε ἀγάπη τ’ ἤτανε γραφτὸ νὰ γείνῃ;
Ἄχ! ἃς ἔλθῃ νὰ κυττάξῃ τὴ θερμή σας λεβεντιὰ
Καὶ τοῦ καμινιοῦ τῂς φλόγες μέσ’ στοῦ ἔθνους τὴ νυχτιά.

Εἶναι σὰ γυμνὴ ἡ χώρα ποὔζησε μὲ τὸ τουφέκι
Τόσα χρόνια εἰς τὸ χέρι καὶ στὸ στόμα τὸ φυσέκι,
Καὶ γιὰ νὰ ’ντυθῇ τῆς πρέπει κλέφτικη ἁρματωσιὰ,
Ξύλινος σταυρὸς ’στὰ στήθια, πολεμάρχου φορεσιά…

Γλυκοχάραμα καϋμένο, πρόβαλλε ν’ ἀναστηλώσῃς
Τῂς καρδιαῖς τῇς μαραμέναις κι’ ἀπ’ τὸ λήθαργο νὰ σώσῃς.
Κάθε λόγχη καὶ ἀχτίδα, κάθε στόμα καὶ φιλὶ,
Κάθε μέτωπα δροσάτο καὶ γλυκειὰ ἀνατολή…
Ὤ! πετᾶτε, ζηλεμένοι ἀετοὶ, μὲς ’στὸ λημέρι
Ἡ Ἑλλὰς φρουρὸ σᾶς δίνει τὸ μαρτυρικό της ταῖρι..

Ἀθῆναι 8 Μαρτίου 1876.

— Ποιησις ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΡΑΤΟΥΔΑΚΗ —


ΠΟΙΚΙΛΑ

Ἀριθμοί. — Τὸ βάρος τοῦ ἡλίου εἶναι 2,096,000,000,000,000,000,000,000,000 τόνων τῶν χιλίων χιλιογράμμων, τὸ δὲ τῆς γῆς 5,875,000,000,000,000,000,000 μόνον.

Ὁ κολοσσὸς τῆς Ἐλευθερίας ἐν Ἀμερικῇ.—Ὁ κολοσσὸς τῆς Ῥόδου παριστῶν τὸν Ἀπόλλωνα καὶ ἔχων ὕψος 105 ποδῶν διετηρήθη ἐπὶ 55 ἔτη καὶ κατέπεσεν ὑπὸ τῶν δονεισμῶν φοβεροῦ σεισμοῦ. Ἤδη δὲ ὡς διεθνὲς δῶρον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἀμερικῆς, προτείνεται αὐτῇ ὑπὸ τῆς Γαλλίας ἡ ἀνέγερσις κολοσσοῦ τῆς Ἐλευθερίας 196 ποδῶν ὕψους πρὸ τοῦ λιμένος τῆς Νέας Ὑόρκης, ὅστις θέλει χρησιμεύσει καὶ ὡς φάρος διαφωτίζων τοὺς ἐν τῷ λιμένι νύκτωρ εἰσερχομένους.


Ὁποία ὀφείλει νά ᾖναι ἑκάστη κόρη.
  1. Κοσμία κατά τε τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν.
  2. Φιλαλήθης λόγῳ τε καὶ ἔργῳ.
  3. Φιλόπονος καὶ οὐχὶ ὀκνηρά.
  4. Εὐγενὴς τοὺς τρόπους καὶ τὴν καρδίαν.
  5. Ταπεινόφρων, σεμνὴ καὶ ἐπιεικὴς πρὸς πάντας.
  6. Φιλάνθρωπος καὶ φιλόζωος.
  7. Εὐσεβὴς ἀγαπῶσα τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον.

Ἑκάστη κόρη, πλουσία ἢ πτωχὴ, πεπαιδευμένη ἢ μὴ, εὐειδὴς ἢ μὴ, ὑγειὴς ἢ πάσχουσα, μικρὰ ἢ μεγάλη καὶ ἔχει καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται εἰς ἀπόκτησιν τούτων δηλ. ἀπόφασιν. Ἐνδεχόμενόν τινες νὰ στεροῦνται παιδείας ἕνεκα πενίας ἢ καλλονῆς προσώπου καὶ κομψότητος σώματος ἢ στολισμῶν κτλ., ἀλλ’ ἑκάστη δύναται νὰ φέρῃ ἐπὶ τὸ ἁγνὸν αὐτῆς μέτωπον τὸ στέμμα τῆς ἀρετῆς ὅπερ πολυτιμότερον καὶ αὐτῶν τῶν τιμαλφεστάτων ἀδαμάντων κοσμεῖ καὶ λαμπρύνει αὐτήν· καθότι διὰ τούτων καθίσταται εὐτυχὴς ἐκπληροῦσα τὸν ἱερὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς.


ΛΥΣΙΣ Γ΄ ΑΙΝΙΓΜΑΤΟΣ
Τὸ στοιχεῖον Ο.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ Β΄.
ΑΝΝΑ.

Πρῶτος ἔλυσεν αὐτὸ ὁ κ. Νικόλαος Φρανζῆς ὅστις καί ἔλαβε τὸ ὑποσχεθὲν δῶρον. Κατόπιν δὲ οἱ κύριοι Ἐπ. Σ. Τσάκονας, Π. Παναγιωτόπουλος καὶ Π. Γουλιμῆς ἐκ Μεσολογγίου.

ΑΙΝΙΓΜΑ Δ΄.

Ἐγὼ βέβαια δὲν εἶμαι· ἀλλὰ τίς;–θὰ μ’ ἐννοήσῃς,
Ἂν μὲ ἀναγραμματήσῃς· πῶς;–Θὰ μὲ καταβροχθήσῃς.

Πρόβλημα γ΄. Τίς ὁ συγγραφεὺς οὗ τὸ ὄνομα ἀποτελεῖ ὁ ἀναγραμματισμός.

Ναί ὁ λύκος;

41 Ὁδὸς ἁγίου Νικοδήμου.ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ.Ὁδὸς Νίκης 18.