Πως έμαθα να κολυμπώ
Συγγραφέας: Αιμίλιος Ριάδης
Σελ. 89-92 από το Τεύχος 3-4 (1930) του περιοδικού «Αλεξανδρινή Τέχνη»


ΠΩΣ ΕΜΑΘΑ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΩ

— Εἶναι καιρὸς πειὰ νὰ μάθης κολύμπι...

Αὐτὰ μοὔλεγε καὶ μοῦ ξανάλεγε μ’ ὅλη τὴ χαριτωμένη ἀπερισκεψία τῶν σαρανταπέντε της χρονῶν, ἡ θείτσα Βαγγελούδα ὅπως τὴ φωνάζαμε, μιὰ ἀνύπαντρη ἐξαδέλφη τὴς μάνας μου.

Σωστὰ καὶ ἅγια τὰ λόγια της, ἐξὸν ἀπὸ κεῖνο τὸ «πειὰ» τὴς στερεότυπης φράσης της, ποὺ δὲν εἶχε καθόλου τὸν τόπο του στὴν κουβέντα, γιὰ τὸν λόγο πῶς τότε δὲν θάμουνα παραπάνω ἀπὸ ἕξη χρονῶ.

Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὅσο ἀπίστευτο κι’ ἄν φαίνεται τὸ πρᾶγμα, εἶχα τὴν ἰδέα πῶς μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, ἀπὸ τότε ποὺ θὰ εἶχα γεννηθεῖ, τ’ ἄκουα ταχτικὰ αὐτὸ τὸ «νὰ μάθης πειὰ κολύμπι» δηλαδὴ κάθε καλοκαῖρι, ὅταν μ’ ἄλλα λόγια ἡ ἐξαδέλφη τὴς μάνας μου κατέβαινε ἀπ’ τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Μακεδονίας γιὰ δυὸ τρεῖς μῆνες νὰ μᾶς ἰδῆ καί, μιὰ ποῦ εἴχαμε τὴ θάλασσα στὴν αὐλή, νὰ κάνη καὶ τὰ τριάντα της μπανάκια, ποὺ κατὰ τὴ συνήθειά της διπλασιάζονταν καὶ ἐτριπλασιάζονταν.

Γιατὶ ἡ θεία μου εἶχε τὴν λατρεία τοῦ θαλασσινοῦ νεροῦ, τοῦ ὡραίου μαβιοῦ νεροῦ, ποὺ τὴς χάριζε τὸν ἀπέραντο παλμὸ τῶν πλατειῶν ὠκεανῶν, τὸν παλμὸ κάθε θάλασσας, κάθε πελάου κι’ ὅλης μαζὶ τὴς οἰκουμένης...

Σὰν ἔφτανε ἀπ’ τὸ τραῖνο σπίτι μας, προτοῦ ἀκόμα σβύση ἡ ἴδια λαχτάρα ποὺ τὴν ἔκανε νὰ μᾶς ἁρπάξη καὶ νὰ μᾶς σφίγγη ἀχόρταγα στὴν ἀγκαλιά της, ἔτρεχε γραμμὴ στὴν κουζίνα κι’ ἀπὸ ἐκεῖ βρισκόνταν μ’ ἕνα πήδημα στὴν αὐλή, καί, νάτην μπροστὰ στὸ γιαλό... Κι’ ἀφοῦ μὲ τὰ πολλὰ χόρταινε πειά, γυρνῶντας κατὰ μέ, μοῦ πέταγε, χωρὶς νὰ σκεφθῆ πῶς στὸ μεταξὺ εἶχε μεσολαβήση χειμῶνας, τὴν καθιερωμένη ἀπερίσκεφτή της φράσι...

Τὴν ἀγαποῦσα κι’ ἐγώ τὴ θάλασσα μὲ παιδιάστικον ἐνθουσιασμό, ἴσως ὄχι ὅλως διόλου ἀπηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας γιὰ τὰ ὡραῖα της μύδια, στρείδια καί, ἴσως πολὺ περισσότερο γιὰ τὰ καβούρια, τὰ χτενάκια, τὶς δυσπερίγραπτες πίνες καί, πρὸ πάντων, γιὰ τοὺς ἀχινούς της... Θεέ μου! τοὺς ἀχινούς Χώρια ὅμως ἀπὸ δαῦτα, τρελλαινόμουν νὰ ξαπλώνουμαι ὁλόγυμνος πάνω στὴν ἥσυχη ἀκρογιαλιά, μὲ τὸν κοσκινισμένο ἀπ’ τὶς μανίες τοῦ Κυρίου χλιαρὸ ἄμμο καὶ νὰ δέχουμαι στὸ πρόσωπο, τὸ κατάβρεγμα ἀπ’ τὰ διάφαια κυματάκια, ποὺ φάνταζαν μέσα μου σὰ χαμόγελα τοῦ ἀπέραντου μαγευτικοῦ πελάου, τὴς ἀπέραντης νεανικῆς ὠμμορφιᾶς ἀθάνατος κατοπτρισμός.

Ἔτσι ἔννοιωθα τὴ θάλασσα ἐγώ.

Ὁμολογῶ πῶς τὰ βαθειὰ νερὰ δὲν ἦσαν καθόλου τοῦ γούστου μου. Αὐτὸ θἆταν βέβαια ἡ αἰτία ποὺ θάμαζα τόσο πολὺ τὴ θείτσα Βαγγελούδα πού, μὲ τὸ κεφάλι χωμένο μέσα σ’ ἕναν κοῦκον ἀπὸ καραβοπάνι, τραβοῦσε στ’ ἀνοιχτά, μὲ μεγάλα, ὅλο θάρρος, ἀνοίγματα τῶν γερῶν της μπράτσων, φυσώντας σὰν ἄντρας καὶ σὲ λιγάκι φαινότανε σὰ μιὰ μικρούλα ἔμψυχη τάπα, ποὺ χοροπηδοῦσε χαρούμενα, πάνω στὴν ἀτέλειωτη γοητεία τοῦ πελάου.

Ἔτσι ἔνοιωθε τὴ θάλασσα ἡ θειά μου!

Κ’ ἐγώ, ἄχ! ἐγώ... Ὅσες φορὲς ἔκανε τὸ μπάνιο της, τὴν ἀκολουθοῦσα μόνο ὡς τὸ γόνατο μέσα στὸ νερό, τὸ πολὺ ὡς τὴ μέση. Ποῦ, νὰ χωθῶ πάρα μέσα. Κι’ ὅμως, μιὰ φορὰ ὡς τόσο, ξεγελάστηκα δὲ ξέρω πῶς, καὶ χώθηκα στὴ θάλασσα ὡς τὸ λαιμό Μὰ πετάχθηκα ἀμέσως στὰ ριχά, γιατὶ μοῦ φάνηκε πὼς κάποια δύναμι τεράστια, ἀπρόσωπη, ἀόρατη καὶ δολερή, προσπαθοῦσε μὲ τρόπο νὰ μὲ γραπώση ἀπ’ ὅλο μου τὸ κορμὶ καὶ νὰ μὲ ρουφήξη, γλούπ, ἀμέσως μέσα στὰ σκοτεινὰ της βάθια... Θυμᾶμαι μάλιστα μὲ πόσο κόπο κατώρθωσα νὰ ξεφύγω γιὰ νὰ ξαναύρω πάλι τὴν ἀμμουδιά μου μὲ τὰ διάφανα κυματάκια, ποὺ τόσο μοιάζανε μὲ τὸν κεντημένο γῦρο τῶν μεδουσῶν...

«Δὲ θὰ μάθης νὰ κολυμπᾶς» ἄκουα τώρα τὴ φαντασία μου, ποῦ ἔπαιρνε τὰ χοντρὰ λυγίσματα τὴς φωνῆς τῆς θειᾶς μου.

«Δὲ θὰ μάθης νὰ κολυμπᾶς...» Πολὺ καλὰ λοιπόν. ... Στὸν κόρακα λοιπόν... Ναῖσκε λοιπόν. Δὲν θὰ μάθαινα νὰ κολυμπῶ. Τὶ θέλεις ἄλλο! Αὐτὰ ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου Κι’ ὅμως, ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριά, σὰ μιὰ δύναμι γλυκειά, ἀκαθόριστη, ἀπρόσωπη καὶ πειστικιά μὲ τραβοῦσε δυνατὰ τὸ βαθύ, τὸ γαλάζιο νερό.

Θ’ ἄθελα κ’ ἐγὼ στὸ κάτω τὴς γραφῆς, νὰ δοκίμαζα γιὰ δυὸ στιγμές, τὶ εἶδος τρομάρα ἤτανε αὐτὴ ποὺ ἔδιδε τὸ εὐλογημένο αὐτὸ βαθὺ νερό... Καὶ ἡ εὐκαιρία δὲν ἄργησε νὰ παρουσιαστῆ.

Δίπλα, ὁ γείτονάς μας κὺρ Δημητρὸς ὁ Σιαρέφας, Θεὸς σχωρέστονε, εἶχεν ἀποφασίση νὰ μολώση τὴ θάλασσα καμμιὰ πενηνταριὰ μέτρα βάθος. Εἶχε μάλιστα βάλη καὶ τὴ οχετικὴ σκαλωσιά, ἕνα πρᾶγμα σὰ πρωτόγονη ἐξέδρα στὸ νερό, δηλαδὴ μερικὰ ἁπλὰ παλούκια ποὺ δένονται τὸ ἕνα μὲ τ’ ἄλλο μὲ σανίδια. Κ’ ἔτσι τὸ λοιπό, ἕνα μεσημέρι, χωρὶς νὰ μὲ πάρη κανένας μυρουδιά ἀνέβηκα ἀπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ἐπικίνδυνο πρᾶμμα καί, περιπατῶντας ἕνα-ἕνα τὰ σανίδια στὸ μάκρος τους, ἔφτασα ὡς τὴ μέση.

Ἐκεῖ κοντοστάθηκα λιγάκι, μὰ λὲς νὰ φοβήθηκα νὰ γυρίσω πίσω, λὲς καὶ μ’ ἔσπρωχνε κάποιος δαίμονας, ἔφτασα στὴν ἄκρηα πατώντας τὸ τελευταῖο σανίδι, καὶ τότε γιὰ πρώτη βολὰ ξεθάρρεψα νὰ ρίξω τὸ μάτι μου κάτω στὸ βαθὺ μαβὶ νερὸ ποὺ μαύριζε ὅλο κακοὺς σκοπούς, στὸ βάθος.

Τρομάρα μου! Τὶ ἀφάνταστο βάθος!. Βέβαια στὴν πραγματικότητα δὲν θἆταν περισσότερο ἀπὸ δυὸ τρεῖς ὀργυιὲς νερὸ τὸ πολὺ-πολύ. Ἐμένα ὅμως μοὔκανε τὴν ἐντύπωσι ἑνὸς ἀτέλειωτου κατεβάσματος. Σωστὸς ἀναποδογυρισμένος οὐρανός!

Κι’ ἀμέσως σὰ νὰ τὴν εἶχα παραγγελιά, ἔτρεξεν ἡ προκομμένη μου σκέψι νὰ μοῦ σερβίρη ὅλα τὰ τρομερὰ καὶ φοβερὰ ἐκεῖνα θαλάσσια τέρατα ποῦ τἄβλεπα τόσο συχνὰ στό... τηγάνι.

Χρυσόφες. ἀγριομπαρμπούναρους, γοβίδια! Κι’ ὅλα αὐτὰ μ’ ὀρθάνοιχτο καὶ μ’ αἱμοβόρο στόμα καὶ μὲ γουρλωμένα τὰ γυάλινα καὶ χωρὶς ἔκφρασι μάτια τους, ἕτοιμα νὰ μὲ χάψουν. Κι’ ὅπως ἔκανα νὰ γυρίσω πίσω νά! τὸ σανίδι ξεκαρφώνεται, σηκώνεται ὄρθιο καί... μπλούμ, ἐγώ, μέσ’ στὰ βαθειὰ νερὰ μὲ τὸ μαῦρο φόντο, περιτριγυρισμένος ἀπὸ χίλια, μύρια μάτια ψαρίσια, γουρλωμένα καὶ χωρὶς ἔκφρασι.

Πρῶτα πρῶτα πῆγα γραμμὴ ὡς τὸν πάτο χωρὶς νὰ πατήσω, πρᾶγμα ποὺ ἐπαύξησε τὴν τρομάρα μου, ἔπειτα βγῆκα στὴν ἐπιφάνεια σχεδὸν ἀμέσως, ἀφοῦ θὰ κατάπια κάνα δυὸ γουλιὲς ἅρμη—ὅλα αὐτά σὲ μερικὰ δευτερόλεφτα — καὶ χωρὶς νὰ καταλάβω κ’ ἐγώ τὸ τὶ καὶ πῶς, ἄρχισα μὲ ἀφάνταστη ἀπελπισία καὶ δύναμι, νὰ κουνῶ χέρια καὶ πόδια, ὅπως εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κουνᾶ τὰ μπροστινά του ποδαράκια ἕνα σκυλάκι ποὺ ρίξανε στὸ γιαλό.

Οὔτε δράκαινες πειά, οὔτε ἀγριοχρυσόφες... Ἡ ζωὴ μονάχα. Ἡ ζωή!.. Κ’ ἔτσι ἀκατάπαυτα, κουνῶντας τὰ τέσσερα μου μέλη σὰν τὸ σκυλάκι, τραβοῦσα μὲ πολλὴ παληκαριὰ ἐμπρός, δηλαδὴ πίσω κατὰ τὴ στεργιά. Κι’ ὅταν τέλος βγῆκα ἔξω μὲ κάποια τρεμούλα στὰ γόνατά μου, ἤμουν ἀνάλαφρος σὰν πουλάκι, σὰ νὰ εἶχε φύγη ἀπὸ πάνω μου ὅλο τὸ βάρος τὴς θάλασσας, μαζῆ μὲ τὸ φόβο τοῦ βαθιοῦ νεροῦ. Ἤξερα πειὰ νὰ κολυμπῶ! Ναῖσκε, θείτσα Βαγγελοῦδα, ἤξερα πειά, ἤξερα... Κ’ ἔμαθα στὸ λεφτό, ἀφοῦ τυρανίστικα τόσο μὲ τὴν ἀποθυμιὰ νὰ μάθω.

Ἀλλοίμονον ὅμως ἄν συνέβαινε τὸ ἐναντίο τὸ καλοκαιριάτικο ἐκεῖνο γιόμα. Χωρὶς νἄπαιρνε κανένας μυρουδιά, τὸ πτωματάκι ἑνὸς παιδιοῦ ἕξη, ἑφτὰ χρονῶ, θὰ κυλιόνταν στὴν ἄκρηα σὰν κἄποιου συμμαθητῆ μου Θωμᾶ Μάντουκα, ἐνῶ θὰ μουρμούριζαν μὲ μακρόσυρτη εἰρωνεία τ’ ἀγαπημένα μου τὰ κυματάκια: Εἶναι καιρὸς - μὲ πολλὰ σσ— εἶναι καιρὸςςςς νὰ μάθηςςςς νὰ κολυμπᾶςςςς...

Ἃπλωσα ὡς τόσο τὰ βρεγμένα μου ρουχαλάκια στὸν ἥλιο καὶ ξαναδοκίμασα τὸ πείραμα κἄνα δυὸ βολὲς ἀκόμα, ξεκινῶντας ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ τὰ ρηχά.

Κι’ ἀφοῦ βεβαιώθηκα πειὰ πὼς ἦταν ἀλήθεια, πὼς ἤξερα κολύμπι, κατάπια τὴ χαρά μου καὶ δὲν εἶπα σὲ κανένα τίποτες.

Τὴν ἄλλη τὸ πρωΐ. ἡ καϋμένη ἡ θείτσα μου δοκίμασε νὰ μὲ τραβήξη ὡς τὸ γόνατο στὴ θάλασσα. Ποῦ, ὅμως ἐγώ! Φωνές, κακό... Δὲν ἔρχομαι καὶ δὲν ἔρχομαι!.. Εἶδε κι’ ἀπόειδεν ἡ γυναῖκα καὶ μ’ ἄφησε στ’ ἀκρογιάλι. Μόλις ὅμως ἔκανε πὼς τραβοῦσε στ’ ἀνοιχτά, νἆμαι κ’ ἐγώ ξοπίσω της χωρὶς νὰ πάρη κάβο... Τέλος, κάποια στιγμή, καθώς πήγαινε ξέγνοιαστη, γυρνῶντας τὸ κεφάλι της, εἶδε νὰ τὴν ἀκολουθᾶ κἄτι σὰ δελφίνι καὶ κόντεψε νὰ τὴς ἐρθῆ λιποθυμιὰ ἀπ’ τὸ φόβο...

Μπρέ!.. Μοῦ φώναξε μὲ πνιγμένη φωνή... Πίσω γρήγορα!..

Μὰ ποῦ νὰν τἀκούσω πειὰ αὐτά...

Ω! γοητεία τοῦ μαβιοῦ, βαθιοῦ νεροῦ!

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΡΙΑΔΗΣ