Ὁ ξανθὸς νέος
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1891


Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ
ΔΙΑΛΟΓΗ
ΥΠΟ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΚΟΡΟΜΗΛΑ

ΕΝ τῷ μεγάλῳ ξενοδοχείῳ τῆς Κηφισσιᾶς δίδεται μέγας χορὸς ὑπὲρ τῶν πτωχῶν τῆς πόλεως.

Τὰ εἰσιτήρια ἐγένοντο ἀνάρπαστα σχεδὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐξεδόθησαν πρὸς πώλησιν. Ὁ σκοπὸς ἦτο ἱερὸς, ἡ διασκέδασις εὔωνος τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ὁ ταπεινὸς λιμοκοντόρος, ὅστις ἐξ ἀσαφῶν διηγήσεων ἐγνώριζε περὶ τῶν χορῶν τοῦ ὑψηλοῦ τῶν Ἀθηνῶν κόσμου; Καὶ εἶχε διαδοθῇ μετ’ ἐπιτάσεως ὅτι τὸν χορὸν θὰ ἐτίμα ἡ ἀρίστη τῆς κοινωνίας τάξις ὅπως δώσῃ πρώτη τὸ παράδειγμα τῆς ἐλεημοσύνης ἐν ἑνώσει πρὸς τὴν τέρψιν. Ἡ εὐκαιρία ἦτο μοναδική. Θὰ ἔβλεπεν ἐπὶ τέλους καὶ αὐτὸς φαίνωμον τὴν ὡραίαν δεσποινίδα Ο....., περὶ ἧς τόσα ἐλέγοντο ἀπὸ στόματος εἰς στόμα· τὴν χαρίεσσαν καὶ κομψὴν Ε...., ἣν περιέγραφον οἱ πινακιδογράφοι τῶν ἐφημερίδων διὰ τῶν ζωηροτέρων χρωμάτων, τὴν εὐθυτενῆ ἀπόγονον τῶν Καρυατίδων τοῦ Ἐρεχθείου Ζ...., ἥτις οὐδὲ καταδέχεται ν’ ἀτενίσῃ ἄνθρωπον καθ’ ὁδὸν ἐκ φόβου μὴ μολύνῃ τὸ βλέμμα της, καὶ τόσας ἄλλας δεσποινίδας ἐπὶ κάλλει θαυμαζομένας, καὶ δεσποίνας καὶ ὑπουργούς, καὶ πρέσβεις, καὶ ναυάρχους, καί, καί, καί.... ὅλα ταῦτα ἀντὶ δέκα δραχμῶν μόνον.

Αὐτός, ὅστις μέχρι τῆς χθὲς ἐφοίτα εἰς ὅλους τοὺς δυσωνύμους μπαλμασκέδες τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς συγχρωτιζόμενος πρὸς ἀνθρώπους τῆς κατωτάτης κοινωνικῆς ὑποστάθμης, πρὸς γυναῖκας αἵτινες μετέρχονται παρέργως τὸ ἐπάγγελμα τῆς ζυθοπώλιδος, θὰ ἴδῃ ἐπὶ τέλους ἄλλον κόσμον, καί, τίς οἶδε, θὰ δυνηθῇ νὰ χορεύσῃ κατὰ τὸν ἔγκυκλον τοὐλάχιστον μετά τινος δεσποινίδος, ἣν βλέπει ἐνίοτε ὡς ἀμαζόνα καὶ δὲν τολμᾷ ν’ ἀτενίσῃ ἀρκούμενος εἰς τὴν εἰσπνοὴν τοῦ κονιορτοῦ, ὃν καταλείπουσι τὰ πέταλα τοῦ ἵππου της.

Ἀφοῦ ἔχει δέκα δραχμὰς πρὸς ἀγορὰν τοῦ εἰσιτηρίου του, ἄλλας τόσας πρὸς ἐνοικίασιν ἐπισήμου περιβολῆς καὶ τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν, ἵνα πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριόν του ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ διατί νὰ μὴ ἀπολαύσῃ καὶ αὐτὸς τῆς γενικῆς εὐχαριστήσεως; Αἱ διασκεδάσεις δὲν εἶνε ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν ὑψηλῶν λιμοκοντόρων μόνον, εἶνε καὶ τῶν ταπεινῶν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἐὰν ἔτυχε νὰ ἐπισκεφθῶσι καὶ τὰς Εὐρώπας, διὰ μίαν οἵαν δήποτε αἰτίαν, καὶ εἶνε τόσαι σήμερον ἕνεκα τῶν εὐκολιῶν, ἃς παρέχει ὁ σιδηρόδρομος καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν. Αἱ δέκα δὲ δραχμαὶ πρὸς ἀγορὰν εἰσιτηρίου εἰς χορὸν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς πάντα ἐλεήμονα νὰ ἐπιβῇ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς καὶ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν θύραν τοῦ μεγάλου ξενοδοχείου τῆς Κηφισσιᾶς.

Ἡ αἴθουσα εἶνε κατάφωτος· ἔξω οἱ ἑνετικοὶ φανοὶ προσδίδουσιν εἰς τὸν κῆπον μαγευτικὴν ὄψιν· ἡ ἑσπέρα εἶνε γλυκυτάτη, ἑσπέρα θερινή, προκαλοῦσα ῥεμβασμούς, περιπλανήσεις, ὄνειρα… Ἡ ὑψηλὴ τῶν Ἀθηνῶν κοινωνία ἐτήρησε τὸν λόγον αὐτῆς καὶ προσῆλθεν ἂν οὐχὶ ἀθρόα, ἐκλεκτὴ ὅμως. Ἐν τῷ πλήθει, ὅπερ εἶνε πυκνόν, συνωστίζονται δύο ὑπουργοὶ — ἐξ ὧν ὁ εἷς πάντοτε εἰς ἀναζήτησιν ὡραίων δεσποινῶν, ἃς ἐννοεῖ νὰ τιμήσῃ προσφέρων τὸν βραχίονα καὶ περιδιαβάζων ἐπιδεικτικῶς πρὸς μεγίστην εὐχαρίστησιν τῆς πετεινομυάλου κυρίας, ἥτις νομίζει ὅτι κἄτι κατώρθωσε, διότι ἐρείδεται νωχελῶς ἐπὶ ὑπουργικοῦ βραχίονος· — πολλοὶ γραμματεῖς πρεσβειῶν, ἅπαντες φυσικῷ τῷ λόγῳ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ ἀκόλουθοι αὐτῶν, ἥμισυς πρεσβευτὴς — διὰ πολλοὺς λόγους — ὁ γάλλος ναύαρχος μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του, καὶ ἡ χρυσῆ τῶν Ἀθηνῶν νεολαία — τοῦ Πειραιῶς ἀπουσιάζει δυστυχῶς ἕνεκα τῆς αὐστηρότητος τῶν ἠθῶν — ἐλθοῦσα μὲν ἐκ καθήκοντος, οὐδόλως ὅμως προτιθεμένη νὰ χορεύσῃ..... ἐκ μεγαλοφροσύνης.

Τὴν προτεραίαν εἶχε καταφθάσει εἰς Ἀθήνας προερχόμενος ἐξ Ἀγγλίας βαθύπλουτός τις ὁμογενὴς, ὅστις, καθ’ ἃ ἔλεγεν ὁ γέρων Σκαφαρέντζος, μεσίτης τοῦ χρηματιστηρίου, ἤρχετο ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως εὕρῃ ὡραίαν ἀθηναίαν καὶ λάβῃ αὐτὴν εἰς νόμιμον γάμον.

κυρια Πατεριαδου, ὑψηλὴ καὶ κομψὴ ἀκόμη γυνή, μεθ’ ὅλα τὰ πεντήκοντα ἔτη, ἅτινα βαρύνουσι τοὺς ἐψιμμυθιωμένους αὐτῆς ὤμους — εἶνε δὲ ἡ μόνη ἐκ τῶν δεσποινῶν, ἥτις προσῆλθε φαίνωμος εἰς τὸ χορόν, ἴσως διὰ νὰ δείξῃ τὴν ποιότητα τοῦ ψιμμυθίου· — ὁμιλοῦσα λίαν βραδέως καὶ διὰ φωνῆς ὑποβράγχνου. — Καὶ εἶν’ ἐδῷ αὐτὸς ὁ κύριος;

γερων Σκαφαρεντζοσ στρεφόμενος βιαίως. — Ὤ, κυρὰ μου, νὰ μὲ συμπαθᾷς, δὲν σὲ εἶδα, εἶσαι πολλὴν ὥραν ἐδῶ;

κυρια Πατεριαδου μειδιῶσα μετὰ πολλῆς χάριτος εἰς ἔνδειξιν συγγνώμης, ἀλλ’ ἐπιδεικνύουσα ὅλως ἀκουσίως περισσότερα κοιλώματα ἢ ὀδόντας κατ’ ἀμφοτέρας τὰς σιαγόνας. — Δὲν πειράζει.... κἄτι ἔλεγες εἰς τοὺς κυρίους.

γερων Σκαφαρεντζοσ καθήμενος παρ’ αὐτῇ καὶ ἀπομάσσων τὸ μέτωπόν του, διότι ἡ θερμότης ἐν τῇ αἰθούσῃ καθίσταται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπαισθητοτέρα. — Ναί, ναί, τοὺς ἔλεγα, δι’ αὐτὸν τὸν πλούσιον, ὁ ὁποῖος ἦλθε χθὲς ἀπὸ τὸ Λονδῖνον. Σὲ βεβαιῶ, κυρά μου, ὅτι χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζω τὸν ἐκτιμῶ πολύ, μὰ πολύ. Φαντάσου ὅτι ἔρχεται ἐξεπίτηδες ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν διὰ νὰ πάρῃ ἀθηναίαν. Αὐτὸ δὲν τὸ κάμνει ὁ καθείς....

κυρια Πατεριαδου, ἥτις ἔπαιζε διὰ τοῦ ῥιπιδίου της κλείουσα τοῦτο καὶ τὴν προσοχὴν ἐντείνουσα. — Καὶ πῶς λέγεται;

γερων Σκαφαρεντζοσ φέρων τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ μετώπου. — Λέγεται.... Κωνσταντῖνος.... Κωνσταντῖνος.... τὸ ὄνομά του δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι νὰ σοῦ εἰπῶ τὴν ἀλήθεια.... ἔχω τόσες δουλειαίς, ποῦ νὰ ἐνθυμοῦμαι καὶ ὀνόματα… Τὸν εἶδα σήμερον.... ἔτυχε νὰ προγευματίσω εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς μεγάλης Βρεττανίας μὲ μερικοὺς φίλους μου.... κάμνω Λαύρεια καὶ ἐννοεῖς… καὶ τὸν εἶδα νὰ κάθεται εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς τραπέζης.... τὸ ξανθὸν χρῶμα τῶν μαλλιῶν το, ἡ μελαγχολία του ἰδίως μ’ ἔκαμαν νὰ τὸν παρατηρήσω. Ἠρώτησα περὶ αὐτοῦ, διότι ἐνδεχόμενον ὁ ἄνθρωπος νὰ ἤθελε Λαύρεια, καὶ ἔμαθα αὐτὰ ποῦ σοῦ λέγω.... τὰ ἔλεγαν ὅλοι εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. Τὸν ἐπερίμενα κατόπιν εἰς τὴν αἴθουσαν ὅπου παίρνομεν τὸν καφὲν διὰ νὰ τὸν ἰδῶ καλλίτερα, ἀλλὰ δὲν ἦλθε.... Φαίνεται ὅτι ἀπεσύρθη εἰς τὸ δωμάτιόν του. Ἂν ἤθελε Λαύρεια θὰ τοῦ τὰ ἔδιδα εἰς λαμπρὰν τιμήν.

κυρια Πατεριαδου διανοίγουσα τοὺς ὀφθαλμούς. — Καὶ εἶνε ἀπόψε ἐδῷ;

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐξαπλούμενος ἐπὶ τῆς ἔδρας. — Ἀμφιβάλλεις; τόσον ὡραία περίστασις διὰ νὰ θέσῃ εἰς πρᾶξιν τὸν σκοπόν του.... ποῦ θὰ εὕρῃ καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν νὰ ἰδῇ τὰ ὡραῖά μας κορίτσια ὅλα μαζῆ [ὑψῶν τὴν κεφαλήν] Καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τὸν βλέπω ἀκόμα.... Αἴ, μὰ ἄν δὲν ἀπατῶμαι εἶνε ἐκεῖνος ἐκεῖ κάτω....

κυρια Πατεριαδου περιάγουσα ἐν ἀδημονίᾳ τὸ βλέμμα διὰ μέσου τῶν κυρίων, οἵτινες ἵστανται πρὸ αὐτῆς. — Ποῦ;

γερων Σκαφαρεντζοσ θέτων ἐπὶ τῆς ῥινὸς τὸ δίοπτρον καὶ δεικνύων διὰ προεκτάσεως τῆς κεφαλῆς πρὸς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς αἰθούσης. — Ἐκεῖ, ἐκεῖ, αὐτὸς ὁ κύριος ποῦ κρατεῖ εἰς τὸ μπράτσο του αὐτὸ τὸ ὡραῖο κορίτσι....

κυρια Πατεριαδου παρακολουθοῦσα μετὰ πλειοτέρας ἀδημονίας τὴν κίνησιν τῆς κεφαλῆς τοῦ γέροντας Σκαφαρέντζου, ἀνορθοῦσα τὸ σῶμα, κύπτουσα τὴν κεφαλήν, προσπαθοῦσα νὰ δώσῃ ἔξοδον εἰς τὸ βλέμμα της διὰ μέσον τοῦ κενοῦ, ὅπερ σχηματίζεται κατὰ τοὺς λαιμοὺς δύο κυρίων συνομιλούντων καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἐννοήσῃ πρὸς τίνα διεύθυνσιν προεκτείνεται ἡ κεφαλὴ τοῦ γέροντος Σκαφαρέντζου. — Ὁ κύριος;.... τὸ κορίτσι;....

γερων Σκαφαρεντζοσ καθαρίζων ἐσπευσμένως τὸ δίοπτρον αὐτοῦ καὶ θέτων πάλιν τοῦτο ἐπὶ τῆς ῥινός. — Ἀλλ’ αὐτὸς χορεύει μὲ τὴν κόρην σου…

κυρια Πατεριαδου αἰσθανομένη βίαιον κλονισμόν, ὅστις τὴν ἀναγκάζει ν’ ἀναπηδήσῃ. — Μὲ τὴν κόρην μου;

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐξακολουθῶν νὰ καθαρίζῃ τὸ δίοπτρον αὐτοῦ, ὅπερ θαμβοῦται συνεχῶς ἕνεκα τῆς θερμότητος. — Βεβαίως αὐτὸς εἶνε… αὐτός.

κυρια Πατεριαδου, ἧς ἡ ἀναπνοὴ ἀρχίζει νὰ τέμνηται φέρουσι τὸ ῥιπίδιόν της ἀνοικτὸν πρὸ τοῦ προσώπου καὶ πρὸς τὸν γέροντα Σκαφαρέντζον κλίνουσα. — Αὐτὸς μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιὰ ποῦ τὴν χορεύει τώρα;

γερων Σκαφαρεντζοσ, ὅστις ἠγέρθη ὅπως παρατηρήσῃ καλλίτερα τὸ χορευτικὸν ζεῦγος, ὅπερ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διήρχετο πρὸ αὐτῆς βαλλίζον στρεφόμενος πρὸς τὴν κυρίαν Πατεριάδου περιχαρής. — Αὐτὸς εἶνε.... ὅλος κι’ ὅλος!.... [Μὴ βλέπων πλέον τὴν κυρίαν Πατεριάδου] — Μπᾶ, ποῦ ἐπῆγεν; ἔφυγεν;..

νεος Δρελλιασ. — Ποιός;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ἡ κυρία Πατεριάδου, τὴν εἶδες;

νεοσ Δρελλιασ. — Ναί, ἀπ’ ἐδῶ ἐπῆγε....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Τί ἔχεις ἐσὺ καὶ εἶσαι κατσούφης;

νεοσ Δρελλιασ. — Ὤχ, ἀδελφέ, δὲ μ’ ἀφίνεις καὶ σὺ μὲ τὸν χορόν σας.... ἔχασα τὸ μπεζίκ μου ἀπόψε....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Κάμνεις Λαύρεια;

νεοσ Δρελλιασ. — Κάμνω μία παρτίδα μπεζὶκ κἂν θέλῃς....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Καὶ ποῦ νὰ εὕρωμε χαρτιά;

νεοσ Δρελλιασ ἀπομακρυνόμενος αὐτοῦ. — Αἴ, ξεφόρτωνέ με τότε....

κυρια Πατεριαδου εἰσφρήσασα εἰς τὸν ὅμιλον τῶν χορευτῶν, οἵτινες ἵσταντο κύκλῳ τῆς αἰθούσης, ἰδίᾳ. — Νὰ εἶχεν αὐτὴν τὴν τύχην ἡ Φιφίτσα μου!… [Παρακολουθοῦσα τὸ χορευτικὸν ζεῦγος μετ’ αὐξούσης ὁλονὲν ἀδημονίας] Καὶ, τί ὡραῖα χορεύει μαζῆ της.... ταιριασμένοι!.... Ποῦ νὰ εἶνε ὁ πατέρας της νὰ τὴν ἰδῇ.... Ἄχ, κρῖμα ὅτι ἔπαυσε τὸ βάλς.... Μπᾶ, διατὶ τὸν ἀφίνει ἔτσι μὲς τὴ μέση.... τί ὡραῖα ποῦ τὴν ἐχαιρέτισεν αὐτὸς!.... Ηὗρε μίαν φίλην της βὰλς δὲν ἦλθε νὰ μὲ πάρῃ ὁ καβαλλιέρος μου ἀμέσως καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῶ ἐχόρευσα μαζῆ του πάλιν, ἀφοῦ μὲ εἶδε νὰ κάθωμαι καὶ ἐζήτησε νὰ χορεύσωμεν.... ἀλλὰ ποῦ τὸν γνωρίζω ἐγὼ αὐτὸν τὸν κύριον;

κυρια Πατεριαδου κλείουσα ἐμφαντικῶς τὸν δεξιὸν ὀφθαλμόν, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως ἕνεκα τοῦ σκότους – οἱ ἑνετικοὶ φανοὶ εἶχον ἐκπνεύσει μετὰ τοῦ πρώτου τετραχόρου – ἀδυνατεῖ νὰ ἴδῃ ἡ Φιφίτσα. — Τὸν γνωρίζω ὅμως ἐγώ....

Φιφιτσα δυσθύμως. — Καλὰ, τὸν γνωρίζεις.... ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ μὲ πάρῃ ἀποκοπήν.

κυρια Πατεριαδου σφίγγουσα τὸν βραχίονα τῆς κόρης της κατὰ τρόπον λίαν μὲν δηλωτικόν, ἀλλὰ διαφεύγοντα τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς. — Νὰ σὲ πάρῃ.... αὐτὸ θέλω κ’ ἐγώ....

Φιφιτσα ἐξανισταμένη. — Μὰ σὲ παρακαλῶ, μαμά....

κυρια Πατεριαδου βλέπουσα σκιὰν πλησιάζουσαν αὐτὰς καὶ ἀπομακρυνομένη ταχέως. — Πᾶμε ἀπ’ ἐδῶ… κἄποιος ἔρχεται....

Φιφιτσα ἥτις ἀναγνωρίσασα τὸ βῆμα ἔστρεψε τὴν κεφαλήν. — Αἴ, μὰ εἶνε ὁ μπαμπᾶς!…

κυριος Πατεριαδησ ἐκτραπελογάστωρ, βραχὺς τὸ ἀνάστημα καὶ πλατὺς τοὺς ὤμους, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται κεφαλὴ πεπιεσμένη κατὰ τὴν κορυφήν, φαλακρὰ καὶ στίλβουσα ὑπό τε τὸ φῶς καὶ ἐν τῷ σκότει, διότι φαίνεται ὅτι ἔχει τὴν ἰδιότητα ν’ ἀποταμιεύῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον τὸ φέγγος, μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ δὲν εὗρεν ἀκόμη ἀνάλογον σύζυγον τῆς θέσεώς της ἀφοῦ δίδει μάλιστα εἰς αὐτὴν καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν προῖκα εἰς γήπεδα καὶ ὁμολογίας. — Ποῦ εἶσθε; σᾶς ἔχασα…

κυρια Πατεριαδου μυστηριωδῶς σύρουσα τὸν σύζυγον καὶ τὴν θυγατέρα της πρὸς τὸ βάθος τοῦ κήπου. — Πᾶμε ἀπ’ ἐδῶ…

κυριοσ Πατεριαδησ ἐν στενοχωρίᾳ. — Καλὲ αὐτὰ εἶνε τρέλες.... ἔτσι ντεκολτέ, θὰ κρυώσητε....

κυρια Πατεριαδου, ἥτις παρετήρησε μὴ ἀκολουθῶντας. — Πᾶμε, πᾶμε κ’ ἔχω κἄτι νὰ σᾶς εἰπῶ!....

Ξανθοσ Νεοσ, ὑψηλὸς ὑπερτριακοντούτης, ἡλιοκαὴς τὴν ὄψιν ἐκ πολλῶν φαίνεται ταξειδίων, ἔχων ἅπαντας τοὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου ἐπιτενεῖς, πλήρης ἐφηλίδων, μεγάλους φέρων ξανθοὺς μύστακας, ἐνδεδυμένος ἀμέμπτως, ἔχων τὴν ἀστέμφειαν ἐκείνην τοῦ ἤθους, ἣν ἀποκτᾷ τις ἄγγλους ἀναστρεφόμενος ἐπὶ πολύ, ὁμιλῶν τὴν γαλλικὴν μετὰ τῆς ἰδιαζούσης ἐκείνης προφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, οίτινες ἐξέμαθον τὴν γλῶσσαν ταύτην ἐξώρας, συνεννοούμενος ἀγγλιστὶ καλῶς, γνωρίζων τὴν ἑλληνικὴν μετρίως, προσπαθῶν ὅμως νὰ ἑλληνίζῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, ἐν τῇ ἑτέρᾳ τῶν αἰθουσῶν καθήμενος κατὰ μόνας μελαγχολικῶς καὶ ὡσεὶ διὰ τοῦ βλέμματος ζητῶν τι ὅπερ δὲν εὑρίσκει. — Ὡραία κοπέλλα· πολὺ ὡραία κοπέλλα!… ἄ, ἂν δὲν τύχαινα ’πίσω της βέβαια θὰ ἔσπανε τὸ κεφάλι της… Ἡ καϋμένη! καὶ τόσο ἔμμορφη!… καὶ τί εὐγενής.... ἐχόρεψεν ἀμέσως μαζῆ μου τὴν κανδρίλλιαν.... ἐντρεπόμουν νὰ τὴν ἀφήσω ἀφοῦ τὴν εἶχα ’ς τὸ μπράτσο μου καὶ ἅμα τῆς εἶπα ὅτι δὲν ξέρω κόσμο καὶ ὅτι θέλω πολὺ νὰ χορέψω, ἀμέσως μοῦ τὴν ἔδωσε.... καὶ ἔπειτα τὸ βάλς.... μὰ πολὺ εὐγενής!… τί ἔμμορφα χορεύει.... πετᾷ.... ἔχει μίαν μέση.... ἆ, τί ἔδινα νὰ ἠμπόρεγα νὰ χορεύω πάντοτες μαζὶ της.... ἀλλὰ πῶς νὰ τῆς ζητήσω καὶ ἄλλον χορόν;… Ποία νὰ ἦνε ἆρά γε;.... Δὲν ξέρω καὶ κανέναν ἐδῶ μέσα νὰ μοῦ εἰπῇ τὸ ὄνομά της.... [Μετὰ μικρὸν ἀναστενάξας βαθέως] Δὲν ξέρω τί αἰσθάνομαι, μὰ μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ ἔκαμνα τῇς μεγαλείτεραις τρέλλαις γιὰ δαύτην!… Ἄ, τί κάθομαι καὶ συλλογίζομαι.... Εἶμαι ἀνόητος.... χωρὶς νὰ εἰξεύρω ποία εἶνε νὰ κάνω χρυσᾶ ὄνειρα!.... Τί καλὰ ποῦ ἔκανα νὰ ἔλθω εἰς αὐτὸν τὸν χορόν!… Καμμιὰ δὲν εἶνε σὰν καὶ δαύτην ἀπὸ ὅλαις ποῦ εἶνε ἐδῷ.... καμμιά.... Αὐταὶς εἶνε ᾑ ἔμμορφαις τῆς Ἀθήνας;.... ἔλεγα κ’ ἐγὼ πῶς θὰ εὕρω τζοβαΐρια!… Αὐταὶς τῇς βλέπει κανεὶς κάθε ἡμέραν καὶ εἶνε μάλιστα πειὸ ὤμμορφες τὴν ἡμέραν, ἔξω ἀπ’ αὐτήν.... ἆ, αὐτὴ εἶνε ὅ,τι κι’ ἂν πῇς.

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐν τῷ κυλικείῳ πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην ὅστις τρώγων παγωτὸν χασμᾶται. — Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ τελειώσῃ αἰσίως.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος πάντοτε. — Πόθεν τὸ συμπεραίνεις;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Μὰ ἐσὺ νυστάζεις, ἀδελφέ.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ προσπαθῶν νὰ καταστείλῃ τὰ χασμήματα. — Τί νὰ κάμω; εἰμποροῦσα νὰ μὴν ἔλθω ποῦ θὰ μοῦ ἔβγαζαν τὰ μάτια ᾑ κυρίαις πατρωνέσαις; Θέλω νὰ φύγω καὶ μοῦ ἔχουν καρτέρι.... τρώγω κ’ ἐγὼ παγωτὰ γιὰ νὰ μοῦ περάσῃ ὀλίγο ἡ νύστα, μὰ δὲν περνᾷ ὁ διάβολος. Πόθεν λοιπὸν τὸ συμπεραίνεις;

γερων Σκαφαρεντζοσ πίνων τέϊον. — Ἐκεῖ ποῦ ὡμιλοῦσα περὶ αὐτοῦ μὲ τὴν Πατεριάδαινα τὴν χάνω ἀπ’ ἐμπρός μου καὶ τὴν βλέπω νὰ διευθύνεται διὰ τῶν χορευτῶν πρὸς τὴν κόρην της. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔπαυε τὸ βάλς· οἱ δύο νέοι ἀπεχωρίζοντο καὶ ἡ Πατεριάδαινα παίρνει τὴν κόρην της καὶ βγαίνουν γρήγορα γρήγορα εἰς τὸν κῆπον. Ἐννοεῖς ὅτι ἀμέσως μοῦ ἐπέρασε μία τέτοια ἰδέα ἀπὸ τὸ κεφάλι, καὶ ἀπὸ ἁπλῆν περιέργειαν ἐβγῆκα κ’ ἐγὼ εἰς τὸν κῆπον. Δὲν ἠξεύρω τί ἔπαθαν ἀπόψε τὰ γυαλιὰ μου καὶ δὲν βλέπουν καλά, τῇς διέκρινα ὅμως ἀπὸ μακρυὰ ποῦ σὰν νὰ ἔλεγαν κἄτι σπουδαῖον… Ἔπειτα ἀπὸ μίαν στιγμὴν νὰ καὶ ὁ Πατεριάδης.... Τὸν παίρνει, φίλε μου, ἀπὸ τὸ χέρι ἡ γυναῖκά του καὶ οἱ τρεῖς μαζῆ χάνονται πρὸς τὸ βάθος τοῦ κήπου.... Θέλεις καὶ παραπάνω; τί σημαίνει αὐτὸ τὸ οἰκογενειακὸν συμβούλιον;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος. — Ναὶ , μὰ ὅλ’ αὐτὰ δὲν μὲ πείθουν ὅτι θὰ τὴν θελήσῃ καὶ αὐτός....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Μα ἀφοῦ ἔρχεται μόνον καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Τὸ εὔχομαι ἐξ ὅλης καρδίας, ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ ἰδῶ τελειωμένον....

γερων Σκαφαρεντζοσ ὠθῶν διὰ τοῦ ἀγκῶνος τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην. — Νά τοι, νά τοι.... τοὺς βλέπεις;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ περιάγων τὰ βλέμματα. — Ποῦ εἶνε;

γερων Σκαφαρεντζοσ δεικνύων διὰ τοῦ λιχανοῦ, ὃν φέρει πρὸς τὴν ῥῖνα ὡς ἀποξεόμενος, ἵνα μὴ φωραθῇ ὅτι δεικνύει πρὸς ὡρισμένον μέρος. — Ἐκεῖ, εἰς τὸ ἄλλο σαλόνι… κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ τζάκι.... δὲν τοὺς βλέπεις ἀπὸ μέσ’ ἀπ’ τὸ γυαλί; Κύτταξε πῶς τοῦ χαμογελοῦν καὶ ἡ Πατεριάδαινα καὶ ἡ κόρη της.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ, ὅστις παρετήρησε πρὸς τὸ μέρος, ὅπερ ὑπεδεικνύετο αὐτῷ. — Ναί, ναί.... Εἶνε αὐτὸς ὁ κύριος ποῦ τοὺς ὁμιλεῖ;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Αὐτὸς εἶνε.... τώρα νὰ στρέψῃ ἀπ’ ἐδῶ καὶ θὰ τὸν ἰδῇς.... Ἄ, διάβολε!.... τῆς δίδει τὸ μπράτσο του καὶ φεύγουν.... Τὸν εἶδες;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Ὄχι, δυστυχῶς… δὲν ἔστρεψε…

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ξεύρεις τί ἰδέας εἶμαι;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Νὰ μοῦ πωλήσῃς Λαύρεια.... σὲ ξεύρω· δὲν ἔχεις ἄλλην ἰδέαν.

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὄχι, ὄχι… εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ κάμῃς τὴν γνωριμίαν του....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ ἐξανιστάμενος. — Ἐγώ;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Στάσου νὰ ἰδῇς τὶ θὰ σοῦ εἰπῶ. Νὰ κάμῃς τὴν γνωριμίαν του, γιὰ σένα εἶνε τόσον εὔκολον πρᾶγμα, καὶ ἀπ’ ἔξω ἀπ’ ἔξω νὰ τοῦ σφυρίξῃς κανένα λογάκι…

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Καλὲ δὲν μ’ ἀφίνεις ἥσυχον.... Καὶ ἀπόψε μάλιστα ποῦ βαριέμαι νὰ ἰδῶ ἄνθρωπον… Ἔχω ἐκεῖνον τὸν γάλλον τὸν ναύαρχον ποῦ μὲ κυνηγᾷ φυρὶ φυρὶ καὶ δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ εἰπῶ δυὸ λέξεις.... Νά τος μάλιστα ὁ ναύαρχος.... Ἔλα, πᾶμε ἀπ’ ἐδῷ νὰ μὴ μὲ μπλέξῃ γιατὶ μὲ σένα εἰμπορῶ νὰ χασμουριοῦμαι ὅσον θέλω, ἐνῷ μ’ ἐκεῖνον…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀκολουθῶν τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην ἐξακολουθοῦντα νὰ χασμᾶται. — Ἄκουσέ με ποῦ σοῦ λέγω.... νὰ τὸ τελειώσωμεν οἱ δύο μας αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· ἐννοεῖς ὅτι ἐμένα εἶνε ἡ δουλειά μου νὰ κάμνω μεσιτείαις καὶ ξεύρω πῶς θὰ τὰ καταφέρω....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Μὰ δὲν συλλογίζεσαι ὅτι ὅσον πλούσιος καὶ ἂν εἶνε αὐτὸς ὁ κύριος ἂν δὲν ἔχῃ μεγάλον ὄνομα, δὲν τὸν παίρνει ἡ Φιφίτσα;… δὲν ξεύρεις τώρα τὰς ἰδέας της; αὐτή, ἀφίνω πλέον τοὺς δούκας, ἂν δὲν εὕρῃ ἕναν κόντε τοὐλάχιστον δὲν ὑπανδρεύεται.... Ἐξέχασες τὸ ταξεῖδι ποῦ ἔκαμαν ’ς τὴ Ζάκυνθο νὰ ψαρέψουν κανέναν κόντε;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Κολοκύθια! τὶ τὸ θέλει τὸ κοντιλίκι ὅταν ἔχῃ τόσα χρήματα.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Ἐσὺ βλέπω δὲν τὴν ἐκατάλαβες ἀκόμη τὴ Φιφίτσα.

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὅταν σοῦ λέγω ἐγὼ ὅτι μὲ τὸ σχέδιον ποῦ ἔχω....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος. — Σκαφαρέντζε, λὲς ἀνοησίαν, καὶ μοῦ κόβεις καὶ τὸν ὕπνο μου....

Φιφιτσα ἐρειδομένη ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ Ξανθοῦ Νέου. — Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ χορεύσω καὶ ἂν θέλετε νὰ καθήσωμεν....

Ξανθοσ Νεοσ. — Δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν κῆπον; ἡ ἑσπέρα εἶνε μαγευτική....

Φιφιτσα. — Ὅπως ἀγαπᾶτε....

Ξανθοσ Νεοσ κατερχόμενος τὴν κλίμακα καὶ κρατῶν σφιγκτῶς τὴν Φιφίτσαν. — Προσέξατε μὴ προσολισθήσετε…

Φιφιτσα γελῶσα. — Ναί, ἐδῶ ἐπῆγα νὰ πέσω.... πῶς μ’ ἐκρατήσατε… καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου…

Ξανθοσ Νεοσ χαιρετίζων μετ’ ἐπιχαρίτου μειδιάματος. — Ὤ, δεσποινίς!..

Φιφιτσα εἰσερχομένη εἰς ἀτραπὸν ὅπου ὑπάρχει θρανίον. — Καθήμεθα ἐδῶ;

Ξανθοσ Νεοσ. — Ὅ,τι θέλετε, δεσποινὶς, εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς σας....

Φιφιτσα καθημένη. — Ἄ, νά, ἀρχίζει τὸ τρίτον βάλς, καὶ χορεύω μὲ τὸν κύριον Δρέλλιαν.... Γνωρίζετε τὸν κύριον Δρέλλιαν;

Ξανθοσ Νεοσ ὑποκλίνων. — Ὄχι, δεσποινίς....

Φιφιτσα ἰδίᾳ. — Τί ἀνόητος ποῦ εἶμαι.... ἀφοῦ ἦλθε χθὲς ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, πῶς θέλω νὰ τὸν γνωρίζῃ....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ. — Θεέ μου, Θεέ μου.... δὲν μπορῶ νὰ τὸ πιστέψω, νὰ μὲ ἀγάπησε αὐτὴ ἡ κοπέλλα; πρέπει νὰ μ’ ἀγάπησε γιὰ νὰ μοῦ κάνῃ τόσα....

Φιφιτσα προσποιουμένη ὅτι βλέπει ἀδιαφόρως πρὸς τὴν αἴθουσαν τοῦ χοροῦ ἀλλ’ ἔχουσα πάντοτε τὸν νοῦν της εἰς τὸν παρακαθήμενον αὐτῆς ἰδίᾳ. — Δὲν ἠξεύρω τί νὰ κάμω.... ἡ μαμὰ λέγει νὰ τὸν περιποιηθῶ καὶ ὁ μπαμπᾶς τὸ ἴδιο.... εἶνε λέγουν πολὺ πλούσιος.... αἴ, καλά, καὶ ἂν εἶνε κανένας μπακάλης;.... πῶς θὰ εἶνε μπακάλης ἀφοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν; Θὰ εἶνε ἔμπορος… τί ἔμπορος ὅμως; Ἐδῶ εἶνε τὸ ζήτημα.... Ἂν ἐπωλοῦσε τσόχαις ἐκεῖ;… ἄ, Θεέ μου… καὶ θὰ πάρω ἐγὼ ἔμπορον; Νὰ ἦτο τουλάχιστον τραπεζίτης.... κἄτι πάει κ’ ἔρχεται… ναί, μὰ ἂν λέγεται Σαρδελλόπουλος ἢ Κουτσομύτης; Ὡραῖα!… ἐγώ, κυρία Σαρδελλοπούλου!.... ἔπειτα ἀπὸ τόσα ὄνειρα!.... Μὰ εἶνε πάλιν τόσον πλούσιος.... καὶ πραγματοποιεῖται ἓν μέρος τῶν ὀνείρων μου, δηλα δὴ δύο πραγματοποιοῦνται, διότι εἶνε καὶ ὡραῖος ἄνθρωπος… Ναί, μὰ ἂν δὲν εἶνε ἀπὸ οἰκογένειαν; Αὐτὸ μοῦ τὰ χαλνᾷ ὅλα.... ὅλα… καὶ προτιμῶ νὰ περιμένω ἀκόμη....

Ξανθοσ Νεοσ σφόδρα συγκεκινημένος καὶ παρατηρῶν δι’ ἐταστικοῦ βλέμματος τὴν Φιφίτσαν, ἣν βλέπει κατ’ ἔλλειψιν κροτάφου. — Μοῦ ἔκαμε τόσα ποῦ πρέπει κἄτι νὰ πιστεύσω.... Αὐτὸ δὲν εἶνε φυσικὸν.... Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα μοῦ ἔφερε τὸν πατέρα της καὶ τὴν μητέρα της νὰ μ’ εὐχαριστήσουν, γιατὶ τὴν ἔσωσα ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὅπως ἔλεγαν.... ἴσως ’χτυποῦσε, μὰ ποῦ κίνδυνος;.... ἂς παραδεχθῶ ὅμως γιὰ μιὰ στιγμὴ ὅτι ἦταν κίνδυνος, ἐκείναις ἡ τσεριμόνιαις τῆς μητέρας της ἦταν κἄτι τι ἔχτακτον… Καὶ νὰ μὴ λησμονήσω νὰ πάγω αὔριον εἰς τὸ σπίτι των, κάθουνται εἰς τὸ Κολωνάκι.... ὁ πατέρας της λέγεται Πατεριάδης καὶ ἦταν μιὰ φορὰ ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.. ὅλα αὐτὰ μοῦ τὰ εἶπεν ὁ ἴδιος, ἐγὼ δὲν τὸν ἠρώτησα τίποτες… Ἂν δὲν τοὺς ἔκανα ἐντύπωσιν δὲν εἶχε καμμίαν ἀφορμὴν νὰ μοῦ τὸ εἰπῇ.... Πρέπει νὰ τοῦ ἔκανα πολλὴν ἐντύπωσιν τοῦ κυρίου Πατεριάδη, καὶ τῆς γυναίκας του τὸ ἴδιο, πολὺ περισσότερο ὅμως τῆς κοπέλλας.... ποῦ ξέρει καὶ τὄνομά μου.... Κωνσταντῖνος, Φιφίτσα… τὶ ὡραῖα πηγαίνουν… καλλίτερα δὲν ἠμποροῦν νὰ ταιριάσουν. Φιφίτσα.... τί ὄνομα νὰ εἶνε; Σοφία, Εὐφροσύνη.... ποιὸς ἠξεύρει, ’μπορεῖ νὰ εἶνε καὶ Τερψιχόρη!…

Φιφιτσα καταπνίγουσα στεναγμόν, ἰδίᾳ. — Πρέπει νὰ τὸ πάρω ἀπόφασιν.... εἶνε τόσον πλούσιος!.... Ἄ, τὰ καϋμένα τὰ ὄνειρά μου.... Κωνσταντῖνος, Χαρίκλεια.... πῶς θὰ τὰ συνδυάσωμεν διὰ τὰς προσκλήσεις.... καὶ ἔπειτα ἔτσι ξηρὰ ξηρά, χωρὶς τίποτε ἀπ’ ἐπάνω.... Αὐτὸ εἶνε φοβερόν… Δὲν τολμῶ νὰ τὸν ἐρωτήσω καὶ πῶς λέγεται, διότι ἂν ἔξαφνα μοῦ εἰπῇ: Σαρδελλόπουλος!.... οὔτε τί ἐργασίαν ἔκαμνε.... διότι ἂν ἐπωλοῦσε σιτηρά; τί νὰ κάμω; τί νὰ κάμω;.... Ἂς μάθω πρῶτον τὸ ὄνομά του καὶ βλέπομεν....

Ξανθοσ Νεοσ κατιπνίγων στεναγμόν, ἰδίᾳ. — Ἄ, ὄχι, ὄχι.... δὲν ’ξέρω τί μοῦ γίνεται.... παίρνω φωτιὰ μὲ τὸ τίποτες καὶ νομζω ἔξαφνα ὅτι ἐπειδὴ μοῦ ’μίλησαν μ’ ἐρωτεύθηκαν κι’ ὅλας.... Τόσην ὥραν κάθεται κοντά μου καὶ οὔτ’ ἐγύρισε νὰ ἰδῇ.... ἔκανε ζέστη μέσα καὶ ἐβγήκαμεν γιὰ νὰ πάρῃ ἀέρα.... ὅλην τὴν ὥραν βλέπει τὸν μπάλλο σὰν νὰ μὴν εἶμ’ ἐγὼ ἐδῷ.... Τί ἰδέαις ἔβαλα εἰς τὸ κεφάλι μου!... αὐτὴ ἀθηναία, νὰ γυρίση νὰ ἰδῇ ἐμένα.... καὶ τόσον ἔμμορφη… Εἶνε ἆρά γε ἔμμορφη ἢ ἐπειδὴ μοῦ ἀρέσει τὴν νομίζω ἕτσι; ἆ, ὄχι, ὄχι, εἶνε ἔμμορφη καὶ νέα πρὸ πάντων… Αὐτὸ φαίνεται, ὅτι εἶνε νέα, εἰκοσιδύο ἐτῶν, δὲν πρέπει νὰ εἶνε παραπάνω.... Ναὶ ἀλλὰ δὲν μοῦ ’μιλᾶ καὶ αὐτὸ δὲν εἶνε καλὸ σημεῖο....

Φιφιτσα στρεφομένη πρὸς τὸν Ξανθὸν Νέον μειδιῶσα. — Κύριε Κωνσταντῖνε.... Κύριε Κωνσταντῖνε.... ἂ, λησμονῶ πάντοτε τὸ ἐπίθετόν σας, ἔχω τόσον ἄθλιον μνημονικόν.

Ξανθοσ Νεοσ μετὰ συστολῆς. — Παλαιολόγσς, δεσποινίς.

Φιφιτσα ὑφισταμένη βίαιον κλονισμὸν, ὅστις παρ’ ὀλίγον νὰ ῥίψῃ αὐτὴν ὑπτίαν. — Αἴ;

Ξανθοσ Νεοσ ἀνήσυχος. — Τί ἐπάθατε, δεσποινίς;

Φιφιτσα συνερχομένη. — Τίποτε, τίποτε.... ἐνόμισα ὅτι μία νυκτερὶς ἐπέρασεν ἀπὸ κοντά μου....

Ξανθοσ Νεοσ μειδιῶν. — Καὶ ἐφοβήθητε, δεσποινίς;

Φιφιτσα ἐπαναλαμβάνουσα καὶ τονίζουσα ἑκάστην συλλαβὴν ὑποκώφως. — Κων-σταν-τῖ-νος Πα-λαιο-λό-γος!....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ. — Τί λέγει;

Φιφιτσα στρεφομένη ἐπὶ τοῦ θρανίου, ὥστε νὰ βλέπῃ καταντικρὺ τὸν Ξανθὸν Νέον. — Εἷσθε ἀπὸ τὴν οἱκογένειαν τῶν αὐτοκρατόρων;

Ξανθοσ Νεοσ ἔκπληκτος. — Πῶς εἴπατε, δεσποινίς;

Φιφιτσα ἰδίᾳ ἐν θαυμασμῷ. — Εἶνε ἀπόγονος αὐτοκράτορος!....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ. — Τί νὰ εἶπεν ἆρά γε.... δὲν ἐκατάλαβα καλά....

Φιφιτσα ἐκθύμως. — Βεβαίως πρέπει νὰ κατάγεσθε ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ἀφοῦ φέρετε μάλιστα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου!....

Ξανθοσ Νεοσ ἐμβρόντητος. — Ἐγώ;

Φιφιτσα ἑνοῦσα τὰς χεῖρας. — Τί μετριοφροσύνη!....

Ξανθοσ Νεοσ ἐν ταραχῇ. — Δὲν ἔχω ἰδέαν, δεσποινίς....

Φιφιτσα ἔκθαμβος. — Νὰ εἶνε ἀπόγονος αὐτοκράτορος καὶ νὰ προσποιῆται ὅτι δὲν τὸ εἰξεύρει!

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ δυσαρέστως. — Τί θέλει νὰ εἰπῇ μὲ αὐτά; τί ἔχω ἐγὼ νὰ κάνω μὲ τοὺς αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου;

Φιφιτσα εὔχαρις καὶ μετ’ ἀγάπης προσβλέπουπα τὸν Ξανθὸν Νέον. — Ἀλλὰ ἠξεύρετε πόσον ἀρχαία εἶνε ἡ οἰκογένειά σας; Ὁ πρῶτος Παλαιολόγος ἔγεινεν αὐτοκράτωρ εἰς τὰ 1260 ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι… καὶ ἐκ τῆς οἰκογενείας σας ἀνεδείχθησαν ὀκτὼ αὐτοκράτορες χωρὶς νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς δεσπότας....

Ξανθοσ Νεοσ μηχανικῶς. — Πῶς; ἦτο καὶ κανένας δεσπότης;

Φιφιτσα μειδιῶσα ἐπιχαρίτως. — Ἐννοῶ μέχρι τινὸς τὴν μετριοφροσύνην σας, ἀλλὰ νὰ προσποιεῖσθε πάλιν τόσην ἄγνοιαν καὶ αὐτῶν τῶν γνωστοτέρων πραγμάτων τῆς οἰκογενείας σας, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ θλιβερῶς. — Σὰν νὰ μοῦ φαίνεται ὅτι μὲ κοροϊδεύει.... δὲ μ’ ἀρέσει αὐτό, ἀλλ’ ἂν μὲ νομίζῃ κουτὸν εἶνε πολὺ ἀπατημένη.

Φιφιτσα μειδιῶσα πάντοτε. — Δὲν κατωρθώσατε νὰ σώσετε τίποτε ἀπὸ τὰ ἔγγραφα τῆς οἰκογενείας σας; ἀπὸ τὰ χρυσόβουλλα; ἀπὸ τὰς περγαμηνάς; τίποτε; τίποτε; Ἐχάθησαν; ἐξηφανίσθησαν; Κρῖμα, διότι ἂν ἐσώζετο κανὲν χρυσόβουλλον, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, θὰ εἴχετε ὅμως τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸ δεικνύετε εἰς τοὺς φίλους σας, ὥστε ἂν ποτὲ σᾶς ἔλεγε κανεὶς τίποτε νὰ τὸ ἐπιδεικνύετε, διὰ νὰ μὴ μένῃ οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι κατάγεσθε ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτάτην οἰκογένειαν τῶν Παλαιολόγων, ἡ ὁποία ἐβασίλευσε τόσα ἔτη ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διότι....

Ξανθοσ Νεοσ διακόπτων αὐτὴν ἀποτόμως. — Δεσποινίς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ περιπαίζετε, διότι ἐπὶ τέλους δὲν σᾶς ἔκαμα καὶ τίποτε κακόν....

Φιφιτσα δραττομένη τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἀλλ’ αὐτομάτως ἀποσύρουσα τὴν χεῖρά της. — Σᾶς περιπαίζω; πῶς ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε ὅτι σᾶς περιπαίζω; Σᾶς βεβαιῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι σᾶς ὁμιλῶ σπουδάζουσα....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνάγων πάσας αὐτοῦ τὰς σκέψεις. — Ὄχι, δὲν μὲ περιπαίζει… μοῦ ἔπιασε καὶ τὸ χέρι μάλιστα…

Φιφιτσα φέρουσα τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν παρειῶν εἰς ἔνδειξιν αἰδοῦς καὶ τὴν φωνὴν αὐτῆς γλυκυτάτην καθιστῶσα. — Νὰ σᾶς περιπαίξω; πῶς σᾶς ἐπέρασε τοιαύτη ἰδέα;

Ξανθοσ Νεοσ ὑποβλέπων αὐτὴν δυσπίστως. — Διατί μοῦ τὰ λέγετε αὑτά;

Φιφιτσα ἐνθουσιωδῶς καὶ πλησιάζουσα τὸν Ξανθὸν Νέον. — Ἠξεύρετε διατί σᾶς τὰ λέγω; διότι πέρυσιν εἰς τὴν Ζάκυνθον, μᾶς συνέβη τὸ ἑξῆς πολὺ περίεργον. Ἤμεθα εἰς τὴν Κυλλήνην διὰ τὸν μπαμπᾶν, ὅστις ὑποφέρει ὁ καϋμένος ἀπὸ τοὺς βρόγχους του, καὶ ἐπιστρέφοντες ἐμείναμεν τρεῖς ἡμέρας εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἐκεῖ τί νομίζετε ὅτι μᾶς ἔδειξεν ἕνας φίλος τοῦ μπαμπᾶ; μᾶς ἔδειξεν ἕνα νέον, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Καλόφωνος ἕως εἰκοσιπέντε χρόνων.... ὁ νέος αὐτὸς ἔχει ὅλοι τὰ ἔγγραφα τῆς οἰκογενείας του, τὰ ὁποῖα εἶνε τακτικὰ καὶ τὰ ὁποῖα φθάνουν μέχρι τοῦ αὐτοκράτορος Καρόλου τοῦ Πέμπτου, δηλαδὴ εἰς τὰ 1540.... ἀληθεῖς περγαμηναὶ ἐν πλήρει τάξει. Ὁ πρόγονός του Μιχαὴλ Καλόφωνος ἔγεινεν ἀπὸ τὸν Κάρολον Πέμπτον μεγιστὰν τῆς Ἱσπανίας πρώτης τάξεως, ὁ αὐτοκράτωρ εἰς τὰ γράμματά του τὸν ἀποκαλεῖ φίλτατον ἐξάδελφον· τοῦ παραχωρεῖ κτήματα εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ κτήματα εἰς τὴν Πελοπόννησον, καὶ τί νομίζετε ὅτι εἶνε σήμερον ὁ ἀπόγονος αὐτὸς τοῦ Μιχαὴλ Καλοφώνου, ὁ ἐξάδελφος τοῦ Καρόλου Κουΐντου; ἔμπορος; τραπεζίτης; δικηγόρος; Εἶνε, κύριέ μου, πωλητὴς ἐφημερίδων καὶ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάγῃ…

Ξανθοσ Νεοσ ὅστις παρηκολούθει τὴν ἀφήγησιν μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐμβρόντητος. — Πωλητὴς ἐφημερίδων;

Φιφιτσα σείουσα τὴν κεφαλήν. — Πωλητὴς ἐφημερίδων ὁ ἀπόγονος τῆς ἐνδόξου οἰκογενείας τῶν Καλοφώνων, καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφά του ἐν τάξει, ἀλλὰ τί ὠφελεῖ; δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάγῃ καὶ μία φορὰν ποῦ ἐξέπεσεν ἕως ἐκεῖ δὲν εἶνε νὰ τὸ σκέπτεται κανεὶς…

Ξανθοσ Νεοσ ἀσθμαίνων. — Εἴδατε τὰ ἔγγραφα, τὰ χρυσόβουλλα, τὰς περγαμηνάς;

Φιφιτσα. — Μὲ αὐτὰ τὰ μάτια μου, καὶ ἐπειδὴ ἡ μαμὰ δὲν τὸ ἐπίστευε τῆς τὸ ἐβεβαίωσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοὺς ὁποίους εἴδαμεν, ὅλοι ὅσοι ἐκ παραδόσεως γνωρίζουν αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν τῆς ὁποίας ὁ τελευταῖος γόνος εἶνε σήμερον δυστυχῶς πωλητὴς ἐφημερίδων.

Ξανθοσ Νεοσ. — Δηλαδὴ μὲ ἄλλους λόγους λοῦστρος;

Φιφιτσα. — Λοῦστρος, μάλιστα, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἂν ὑπάγῃ σήμερον εἰς τὴν Ἱσπανίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μείνῃ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως μὲ τὸ καπέλλον του εἰς τὸ κεφάλι… μὲ τὸ κασκέτον του θέλω νὰ εἰπῶ, διότι αὐτὸς φορεῖ πάντοτε κασκέτον τώρα.

Ξανθοσ Νεοσ βυθιζόμενος ἀνεπαισθήτως εἰς ἀχανεῖς σκέψεις. — Λοῦστρος!…

Φιφιτσα. — Πῶς ἐσώθησαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ χρυσόβουλλα καὶ αἱ περγαμηναὶ εἶνε θαῦμα, διότι ἐν Ἑλλάδι εἶναι πολὺ ὀλίγαι αἱ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι κατώρθωσαν νὰ σώσουν ἔπειτα ἀπὸ τόσας καὶ τόσας καταστροφάς, ἀπὸ τόσους διωγμοὺς καὶ τὴν παραμικροτέραν ἔνδειξιν τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς εὐγενείας αὐτῶν. Ἡ ἰδική σας οἰκογένεια ἐννοῶ κάλλιστα, ὅτι θὰ ὑπέφερε περισσότερα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας, διότι αὐτὴν κατεδίωξαν περισσότερον οἱ Τοῦρκοι μετὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην νύκτα τῆς 29 Μαΐου τοῦ 1453… Ἀλλὰ τί ἔχετε;.... ἀναστενάζετε;… δακρύζετε;… Σᾶς ἀνέμνησα τὴν θλιβερὰν τύχην τῶν προγόνων σας;… Ὤ, μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Παλαιολόγε.... μὲ συγχωρεῖτε, Ὑψηλότατε....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ σύννους βυθίζων τὸ βλέμμα εἰς τὸ ἀχανὲς μέχρι Κωνσταντινουπόλεως καὶ νομίζων ὅτι βλέπῃ τὸν τροῦλλον τῆς Ἁγίας Σοφίας. — Εἶμαι Παλαιολόγος!…

Φιφιτσα ἰδίᾳ. — Πῶς διασώζει ἀκόμη τὸ οἰκογενειακὸν φίλτρον ἔπειτα ἀπὸ τόσους αἰῶνας!....

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ ἐγείρων ὑπερηφάνως τὴν κεφαλὴν ἀφοῦ ἐπεσκόπησε καλῶς τὸν τροῦλλον τῆς Ἁγίας Σοφίας μεταβάλλων δ’ ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ ἐν ταῖς καθ’ ἑαυτὸν σκέψεσι τὸ λεκτικὸν αὐτοῦ. — Καὶ διατί νὰ μὴν εἶμαι; Δὲν λέγομαι τάχα Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀνήκω εἰς τὴν αὐτοκρατορικὴν οἰκογένειαν;

Φιφιτσα ἰδίᾳ. — Τί αἰσθήματα πρέπει νὰ ἔχῃ.... καὶ πῶς φαίνεται ὅτι εἶνε γόνος αὐτοκρατορικοῦ οἴκου.... τὸ ἀνάστημα, ἡ ὡραιότης του.... ἔπειτα πῶς εἶνε ξανθός; ὅλοι οἱ Παλαιολόγοι ἦσαν ξανθοί.... Καλὰ ἔκαμα καὶ τὸν ἀπεκάλεσα Ὑψηλότατον.... Ἴσως ἡ μετριοφροσύνη του νὰ ἐπειράχθη καὶ δι’ αὐτὸ δὲν μοῦ ὁμιλεῖ, ἀλλὰ τὸ εἶπα χωρὶς νὰ θέλω… δὲν τὸ ἤθελα… Ὅταν εἶδα ἐκεῖνο τὸ δάκρυ του δὲν ἠξεύρω κ’ ἐγὼ πῶς μοῦ ἐφάνη.... ἐνόμιζα ὅτι ἔβλεπα ἐμπρός μου αὐτὸν τὸν υἱὸν τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου!… Ὤ, θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ γυνὴ εὐτυχεστέρα ἐὰν θελήσῃ;… Θεέ μου, Θεέ μου, τί λέγω;… Εἶνε ποτὲ δυνατὸν νὰ κατέλθῃ μέχρις ἐμοῦ;

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ σύννους καὶ ἀγέρωχον λαμβάνων στάσιν. — Ὅσον καὶ ἂν φέρω τὸν νοῦν μου πρὸς τὰ ὀπίσω δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ μοῦ δίδῃ τὴν παραμικροτέραν λαβήν.... ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ τόσας καταστροφάς, ἔπειτα ἀπὸ τόσους διωγμοὺς εἶνε δυνατὸν τοῦτο; Τίς οἶδε τί συνέβη.... διεσκορπίσθημεν ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, τὰ ἔγγραφά μας ἐχάθησαν, τὰ χρυσόβουλλα μας ἐξηφανίσθησαν, καὶ εὑρέθημεν εἰς αὐτὴν τὴν γωνίαν ἐδῶ μὲ μόνον τὸ ὄνομά μας καὶ τὴν ἀνάμνησιν τοῦ παρελθόντος!… Τί εὐτυχὴς αὐτὸς ὁ λοῦστρος νὰ ἔχῃ ἐν τάξει τὰς περγαμηνάς του!…

Γερων Σκαφαρεντζοσ, ὅστις ἀπὸ πολλῆς ὥρας περιέρχεται τὸν κῆπον βραδυπορῶν καὶ πᾶσαν συστάδα δένδρων ἐξετάζων καὶ πᾶν θρανίον διερευνῶν, ἀνακαλύπτων ἐπὶ τέλους τὴν Φιφίτσαν. — Ἐδῶ εἶσαι; καὶ σὲ ζητεῖ τόσην ὥραν ὁ καϋμένος ὁ Δρέλλιας.

Φιφιτσα. — Μπᾶ;… ἔχει δίκαιον.... εἶχα μαζῆ του τὴν καδρίλλιαν ποῦ ἐχόρευσαν καὶ τὸ ἐλησμόνησα…

Γερων Σκαφαρεντζοσ μειδιῶν ἐνδεικτικῶς. — Αἴ, βέβαια, ὅταν ἔχῃ κανεὶς καλὴν συντροφιάν.

Φιφιτσα. — Κρῖμα ὅμως ὅτι δὲν ἔρχεται, διότι θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ μοῦ φέρῃ ἕνα ποτῆρι νερόν.

Ξανθοσ Νεοσ ἐγειρόμενος. — Νερόν; δεσποινίς, ἀμέσως νὰ σᾶς φέρω....

Φιφιτσα ἀνθισταμένη. — Ὤ, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Κωνσταντῖνε… ὄχι, ὄχι… ὄχι σεῖς....

Ξανθοσ Νεοσ ἐξαφανιζόμενος ὡς ἀστραπή. — Πῶς τὸ λέγετε, δεσποινίς;

γερων Σκαφαρεντζοσ καθήμενος πλησίον τῆς Φιφίτσας. — Αἴ, πῶς σοῦ φαίνεται;

Φιφιτσα πνίγουσα στεναγμόν. — Χαριτωμένος ἄνθρωπος.

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Διατὶ ἀναστενάζεις; ἀφοῦ εἶνε χαριτωμένος πρέπει νὰ χαίρεσαι μάλιστα.... καὶ ἀφοῦ ἦλθε μὲ τὸν σκοπὸν νὰ πάρῃ ἕνα καλὸ καὶ εὔμορφο κορίτσι, ἐγὼ νομίζω ὅτι καλλίτερον ἀπὸ σὲ δὲν δύναται νὰ εὕρῃ.

Φιφιτσα. — Μὲ κολακεύετε πολύ, διότι μ’ ἀγαπᾶτε καὶ πολὺ, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶνε λόγος διὰ νὰ προτιμήσῃ ἐμένα ὅταν ὑπάρχουν τόσαι ἄλλαι νέαι....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Τώρα δὲν τὰ πιστεύεις αὐτά… καί…

Φιφιτσα. — Μὲ συγχωρεῖτε, τὰ πιστεύω καὶ πολὺ μάλιστα, διότι εἶνε ἡ ἀλήθεια…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀνυπομόνως. — Μὰ πῶς τὰ λέγεις αὐτά, κόρη μου.... πρέπει νὰ εἶσαι τυφλή, διὰ νὰ μὴ βλέπῃς ὅτι σὲ ἀγαπᾷ ἤδη....

Φιφιτσα ἔκπληκτος. — Ἐμένα;

γερων Σκαφαρεντζοσ, οὗτινος ἡ ἀνυπομονησία βαθμηδὸν αὐξάνει. — Τὸν εἶδες νὰ ὁμιλήσῃ μὲ καμμίαν ἄλλην; δὲν παρετήρησες ὅτι ἀμέσως ἦλθε σὲ σένα; τί σημαίνουν ὅλα αὐτὰ ἢ ὅτι σὲ θέλει;

Φιφιτσα. — Μή βάζετε τέτοιαις ἰδέαις εἰς τὸ κεφάλι μου.... Αὐτὸς τόσον πλούσιος, ἀπὸ τόσον μεγάλην οἰκογένειαν....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Εἶνε καὶ ἀπὸ οἰκογένειαν;

Φιφιτσα. — Καλὲ τὶ λέτε; Παλαιολόγος!…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἔκπληκτος. — Εἶνε μεγάλη οἱκογένεια οἱ Παλαιολόγοι; πρώτην φορὰν ποῦ τὴν ἀκούω.

Φιφιτσα ἐξανισταμένη καὶ μετὰ περιφρονήσεως σχεδὸν παρατηροῦσα τὸν γέροντα Σκαφαρέντζον. — Πρώτην φοράν; Καὶ οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως;

γερων Σκαφαρεντζοσ ἔκπληκτος. — Αἴ;

Φιφιτσα μετ’ ἐμφάσεως. — Εἶνε κατ’ εὐθεῖαν ἀπόγονος τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου!

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐμβρόντητος. — Μπρὲ μίλα καλά!…

Φιφιτσα. — Μάλιστα, κύριε Σκαφαρέντζε.

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐν ἐξάψει. — Καὶ τὸν ἀφίνεις; καὶ δὲν τὸν ἐπῆρες ἀκόμη;

Φιφιτσα. — Τί κάθεσθε καὶ λέτε τώρα....

γερων Σκαφαρεντζοσ. ω Νὰ σοῦ δώσω μίαν συμβουλήν;

Φιφιτσα. — Τὶ πρᾶγμα;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Νὰ τοῦ ἀνοίξῃς πρώτη ὁμιλίαν περὶ γάμου.

Φιφιτσα ἔντρομος. — Ἐτρελαθήκατε; καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά μου;…

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Μὰ ἄκουσέ με, κόρη μου....

Φιφιτσα ἐν νευρικῇ ταραχῇ. — Πᾶ, πᾶ, πᾶ!… Θεὸς φυλάξοι!…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἄπελπις. — Ἄ, τί νὰ σοῦ κάμω… ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ μητέρα σου εἰς τὴν θέσιν σου, διὰ νὰ ἰδῇς ἂν εἰμποροῦσε νὰ φύγῃ αὐτὸς ἀπ’ ἐδῷ ἀστεφάνωτος.

Φιφιτσα, διαμαρτυρομένη. — Σᾶς παρακαλῶ, μὴ λέγετε τέτοια πράγματα, διότι....

γερων Σκαφαρεντζοσ τύπτων τὸ μέτωπον αὑτοῦ. — Μπρέ, τί κάθομαι καὶ χάνω τὸν καιρόν μου.... Ἐσὺ δὲν θὰ κάμῃς τίποτε.... αὔριον τὸν βλέπει καμμιὰ ἄλλη καὶ σοῦ τὸν παίρνει.... Ἐννοεῖς ὅτι ἐγὼ παλαιὸς φίλος τοῦ πατρός σου δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφήσω νὰ πέσῃ μιὰ τέτοια δουλειὰ ’ς τὸ νερό. Κάνω τόσον καιρὸν Λαύρεια καὶ πάντοτε οἱ συνδυασμοί μου ἐπέτυχαν καὶ δὲν θὰ ἐπιτύχω τώρα; Ἡ μόνη ἡ ὁποία εἶνε ἱκανὴ νὰ τὸν καταφέρῃ εἶνε ἡ μητέρα σου.... Πηγαίνω νὰ τὴν εὕρω....

Φιφιτσα ζητοῦσα νὰ κρατήσῃ ἀπὸ τοῦ βραχίονος τὸν γέροντα Σκαφαρέντζον ὅστις ἠγέρθη. — Σᾶς παρακαλῶ…

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Νά τος, σιωπή, ἔρχεται.

Ξανθοσ Νεοσ ἐρχόμενος σπεύδων. — Σᾶς ἔφερα, δεσποινίς, καὶ νερὸν καὶ βυσσινάδαν, τί προτιμᾶτε;

Φιφιτσα αἰδημόνως ἐντείνουσα τὴν χεῖρα. — Νὰ λάβετε αὐτὸν τὸν κόπον;… τὴν βυσσινάδαν, ἂν θέλετε....

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐν συστολῇ. — Μοῦ δίδετε κ’ ἐμὲ τοῦ γέροντος τὸ νερόν, ἂν δὲν τὸ χρειάζεσθε, κύριε Παλαιολόγε;

Ξανθοσ Νεοσ προσφέρων τὸ ποτήριον. — Σᾶς παρακαλῶ, κύριε....

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀφοῦ ἔπιε βλέπων τὸν Ξανθὸν Νέον ἑτοιμαζόμενον νὰ λάβῃ τὸ ποτήριόν του. — Ἄ, ὄχι, ὄχι.... τὰ ἐφέρατε σεῖς, θὰ τὰ ἐπιστρέψω ἐγώ.... [Λαμβάνων ἀπὸ τῆς χειρὸς ταῦ Ξανθοῦ Νέου τὸ κενὸν ποτήριον τῆς βυσσινάδας] Αὐτὸ εἶνε τὸ δίκαιον.... καὶ ἔπειτα σεῖς πρέπει νὰ μείνετε ἐδῷ μὲ αὐτὴν τὴν χαριτωμένην νέαν ἥτις εἶνε ἡ καλλιτέρα τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὰς Ἀθήνας.... ἡ καλλιτέρα!.. δὲν τὸ λέγω διότι εἶμαι φίλος τῆς οἰκογενείας, ἀλλά, διότι τὸ λέγει ὁ κόσμος ὅλος.... ἡ καλλιτέρα!… [ὑποκλίνων] Κύριε, κύριε… [ἰδίᾳ] Νὰ πάρῃ ὁ διάβολος ἐλησμόνησα πάλιν τὸ ὄνομά του… [Μεγαλοφώνως] Κύριε Κωνσταντῖνε, εἶμαι πάντοτε πρόθυμος τῶν διαταγῶν σας, Λεονάρδος Σκαφαρέντζος, μεσίτης εἰς τὸ Χρηματιστήριον. [Ἰδίᾳ] Νὰ τοῦ εἰπῶ τίποτε γιὰ Λαύρεια; Ὄχι, ἂς μὴ τοῦ εἰπῶ ἀκόμα.... [Μεγαλοφώνως] Ἡ καλλιτέρα χωρὶς καμμίαν ἀμφιβολίαν.... [Ἀπερχόμενος] Ἡ καλλιτέρα!....

Ξανθοσ Νεοσ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρανίου. — Ἡ καλλιτέρα!… πῶς τὸ ἔλεγεν!.... ὡς νὰ εἶχον ἐγὼ καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου…

Φιφιτσα κάτω νεύουσα. — Κύριε Παλαιολόγε....

Ξανθοσ Νεοσ. — Εἶνε πολὺ φίλος σας αὐτὸς ὁ γέρων;

Φιφιτσα. — Πολύ, εἶνε ἀρχαῖος συμμαθητὴς τοῦ μπαμπᾶ καὶ αὐτὸ μ’ ἐπαινεῖ καὶ τόσον πολύ.

Ξανθοσ Νεοσ. — Καὶ τὸν βλέπετε συχνά;

Ξανθοσ Νεοσ. — Καθ’ ἡμέραν σχεδόν.

Ξανθοσ Νεοσ. — Τί εὐτυχής!

Φιφιτσα. — Διατί;

Ξανθοσ Νεοσ στένων. — Διότι σᾶς βλέπει καὶ αὐτὸς κάθε ἡμέραν.

Φιφιτσα μειδιῶσα ἐλαφρῶς, ἀλλ’ εἶτα στρέφουσα τὸ πρόσωπον πρὸς τὸ μέρος τοῦ ξενοδοχείου καὶ ἰδίᾳ. — Θεέ μου.... δὲν ἠξεύρω τί ν’ ἀπαντήσω.

Ξανθοσ Νεοσ ἰδίᾳ. — Δὲν τολμῶ, δὲν τολμῶ.... μήπως δυσηρεστήθη ὅτι τῆς τὸ εἶπα;

Φιφιτσα στρεφομένη βιαίως πρὸς τὸν Ξανθὸν Νέον. — Καὶ πῶς εὑρίσκετε τὰς Ἀθήνας μας;

Ξανθοσ Νεοσ, ὅστις ἦτο εἰσέτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τελευταίας αὐτοῦ σκέψεως ταρασσόμενος ὀλίγον εἰς τὸ ἐρώτημα, συνερχόμενος ὅμως ἀμέσως. — Ὡραῖαι εἶνε, ἀλλὰ προτιμῶ τὸν Πειραιᾶ....

Φιφιτσα ἰδίᾳ. — Περίεργος προτίμησις!… τί εἶνε ὅμως ἡ πρώτη πόλις πάντοτε ὅταν ἔρχεται κανεὶς ἀπ’ ἔξω, καὶ πρέπει νὰ ἦλθε μὲ τὸ ἀτμόπλοιον.

Ξανθοσ Νεσ ἰδίᾳ. — Προφανῶς δυσηρεστήθη ὅτι τῆς τὸ εἶπα, διότι ἄλλαξε τὴν ὁμιλίαν ἀμέσως.... ἐβιάσθην πολύ.

Φιφιτσα. — Ἐν τούτοις μὲ τὰ νέα σχέδια ἡ πόλις μας θὰ γείνῃ πολὺ ὡραία....

Ξανθοσ Νεοσ ἀναλαμβάνων τὴν στάσιν τοῦ Μανουὴλ Παλαιολόγου, ὅτε οὗτος συνήντησε κατὰ πρῶτον τὸν Βαγιαζήτ, καὶ ἔστη θαρραλέος ἀπέναντι αὐτοῦ. — Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ τὸν ἀέρα τοῦ Πειραιῶς δὲν θὰ τὸν ἔχῃ ποτέ.

Φιφιτσα χαριέντως. — Ἄ, ὅσον γιὰ δροσιάν, μάλιστα.. ἔχετε δίκαιον....

Νεοσ Δρελλιασ προσερχόμενος ἐν σπουδῇ. — Ἄ, μὰ κυρία Φιφίτσα, τί μοῦ κάμνετε.... παρ’ ὀλίγον νὰ μὴ χορεύσω τὴν καδρίλλιαν μου.

Φιφιφτσα ἔκπληκτος. — Ποίαν καδρίλλιαν;

Νεοσ Δρελλιασ. — Τὴν τετάρτην.... αὐτὴν ποῦ θὰ χορεύσωμεν τώρα....

Φιφιτσα διαμαρτυρομένη. — Ἔχετε λᾶθος, δὲν σᾶς ἔδωσα τὴν τετάρτην, σᾶς ἔδωσα τὴν τρίτην καὶ δὲν ἤλθετε οὔτε κἂν νὰ μὲ ζητήσετε....

Νεοσ Δρελλιασ. — Πῶς ἔχω λᾶθος, κυρία μου; ἀφοῦ ἐγὼ δὲν ἐχόρευσα καθόλου ἀπόψε καὶ μίαν μόνην καδρίλλιαν ἐζήτησα.... αὐτὴν τὴν ἰδικήν σας.

Φιφιτσα. — Εἶνε ἀδύνατον.

Νεοσ Δρελλιασ δυσθύμως. — Αἴ, μὰ τώρα δὲν ἠξεύρω ἐγώ;

Φιφιτσα. — Πολὺ καλά, δὲν ἐπιμένω, ἂν θέλετε, ἀλλὰ ἦτο ἡ τρίτη καὶ ὄχι ἡ τετάρτη.

Νεοσ Δρελλιασ. — Σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, κυρία Φιφίτσα, ὅτι τὴν τετάρτην σᾶς ἐζήτησα καὶ ἔγραψα μόνος μου τὸ ὄνομά μου εἰς τὸ καρνέ σας.... ποῦ εἶναι τὸ καρνέ σας;.. Κυττάξετε καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔχω δίκαιον.

Φιφιτσα ἀναζητοῦσα κατὰ τὴν ἄκραν τοῦ ῥιπιδίου τὴν σχέδην αὐτῆς. — Νά το, ἀλλὰ δὲν βλέπω τίποτε εἰς αὐτὸ τὸ σκότος.

Νεοσ Δρελλιασ, ἀνάπτων θειοκηρίδα καὶ πλησιάζων αὐτὴν πρὸς τὴν σχέδην.}} — Ἰδοὺ τὸ ὄνομά μου, Δρέλλιας.

Φιφιτσα παρατηροῦσα ἐν ἐκπλήξει, ἐνῷ ὁ νέος Δρέλλιας βλέπει κρυφίως τὸν Ξανθὸν Νέον. — Ἔχετε δίκαιον.... πῶς ἔκαμα ἐγὼ αὐτὸ τὸ λᾶθος;

νεοσ Δρελλιασ ἀκούσας τοὺς πρώτους ἤχους τοῦ τετραχόρου προσφέρων τὸν βραχίονα του ἀνυπομόνως. — Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, μόλις θὰ προφθάσωμεν, ἤρχισαν.

Φιφιτσα λαμβάνουσα τὸν βραχίονα τοῦ νέου Δρέλλια καὶ χαιρετίζουσα ἐπιχαρίτως τὸν Ξανθὸν Νέον. — Κύριε Κωνσταντῖνε, μὲ συγχωρεῖτε....

Ξανθοσ Νεοσ ἐγειρόμενος καὶ ὑποκλίνων βαθέως. — Δεσποινίς....

νεοσ Δρελλιασ ταχύυων τὸ βῆμά του πρὸς τὸ ξενοδοχεῖον. — Ποιὸς εἶνε πάλιν αὐτὸς ὁ Κωνσταντῖνός σας; ποῦ τὸν ἐψαρέψατε;

Φιφιτσα. — Εἶνε ἕνας κύριος ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν.

Νεοσ Δρελλιασ. — Κατ’ εὐθεῖαν;

Φιφιτσα. — Πολὺ πιθανόν.

νεοσ Δρελλιασ. — Εἶνε πλούσιος;

Φιφιτσα. — Δὲν ἠξεύρω....

νεοσ Δρελλιασ. — Πρέπει νὰ εἶνε ὅμως, διότι εἶχε ἕνα κόρδωμα ποῦ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι κάθεται ἐπάνω εἰς τὰ ἑκατομμύριά του.

Φιφιτσα. — Ὄχι δὰ;

νεοσ Δρελλιασ. — Καὶ τώρα ἐννοῶ πῶς ἐκάματε τὸ λᾶθος νὰ λησμονήσετε τὴν καδρίλλιαν μου.

Φιφιτσα. — Τὶ θέλετε νὰ εἰπῆτε;

νεοσ Δρελλιασ ἐπιταχύνων πλειότερον τὶ βῆμά του, διότι ἤδη ἐχόρευον ἐν τῇ αἰθούσῃ. — Θέλω νὰ εἰπῶ, κυρία Φιφίτσα, ὅτι ὅταν ἔρχωνται αὐτοὶ οἱ πλούσιοι ὁμογενεῖς εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡμᾶς τοὺς καϋμένους οὔτε γυρίζετε νὰ μᾶς κυττάξετε πλέον....

Φιφιτσα δυσαρέστως. — Εἶμαι βεβαία ὅτι δὲν τὰ πιστεύετε αὐτὰ ποῦ λέγετε....

νεοσ Δρελλιασ. — Τόσον τὰ πιστεύω, ὥστε ἀρχίζω νὰ μετανοῶ, διότι σᾶς ἐσήκωσα ἀπὸ τέτοιαν καλὴν συντροφιάν.... Ποιὸς ἠξεύρει ἂν αὐτὸς ὁ χορὸς δὲν ἔγεινε διὰ νὰ χορεύσητε τὸν ἄλλον μὲ αὐτὸν τὸν κύριον Κωνσταντῖνον, τὸ Ἠσαΐα χόρευε…

Φιφιτσα ἐν ὀργῇ. — Κύριε Δρέλλια, λέγετε ἀνοησίας....

νεοσ Δρελλιασ εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ χοροῦ. — Αἱ ὁποῖαι ὅμως ἠμποροῦν νὰ ἔβγουν καὶ εἰς καλόν.... Νὰ τὸ βιζαβί μας, πάρτε τὴν θέσιν σας, ἐμπρός, ἡμεῖς εἴμεθα.... ἀν ἀβὰν κάτρ!....

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐπανερχόμενος ἐκ τοῦ κήπου εἰς τὸ ξενοδοχεῖον διὰ τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς καὶ συναντῶν πρὸ τῆς θύρας τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην. — Ποῦ πᾷς;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος. — Εἶμαι πεθαμμένος ἀπὸ κούρασιν καὶ φεύγω κρυφὰ κρυφὰ ἀπὸ ’δῷ νὰ μὴ μὲ ἰδῇ καὶ καμμία πατρωνέσσα.

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ἔχεις ἁμάξι;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ σείων μετὰ θλίψεως τὴν κεφαλήν. — Μακάρι νὰ εἶχα....

γερων Σκαφαρεντζοσ λαμβάνων τὸν βραχίονά του ὅπως τὸν συνοδεύσῃ. — Αἴ, καὶ πῶς θὰ πᾷς;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Μὲ τὸν σιδηρόδρομον. Θέλει κ’ ἐρώτημα; Πᾶμε ἀπ’ ἑδῶ ’ς τὰ σκοτεινὰ νὰ μὴ μὲ ἰδῇ καὶ κανείς.

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀκολουθῶν τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην καὶ ἀνὰ πᾶν βῆμα προσκόπτων, διότι τὸ σκότος εἶνε ψηλαφητόν. — Μὰ ὁ σιδηρόδρομος θὰ φύγῃ εἰς τὰς τρεῖς καὶ τώρα εἶνε μόλις μία…

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Μὰ ὁ σιδηρόδρομος εἶνε ἐδῶ καὶ περιμένει. Θὰ πάγω νὰ καθήσω μέσα σ’ ἕνα βαγόνι καὶ θὰ τραβήξω ἕναν ὕπνον.... αὐτὸ μόνον σοῦ λέγω....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Καὶ θὰ ἠμπορέσῃς νὰ κοιμηθῇς; ἔπειτα δὲν θὰ σὲ ξυπνήσωμεν ὅταν θὰ φύγωμεν; θὰ χάσῃς τὸν ὕπνον σου.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος. — Ἔχω τέτοια νύστα ποῦ δὲν θὰ σᾶς ἐννοήσω κἂν ὅταν θὰ ἔλθετε καὶ ἕως εἰς τὰς τέσσαρας ποῦ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας θὰ κάμω τριῶν ὡρῶν ὕπνον μονορροῦφι!....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Μὰ τί ἦλθες τότε;

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ σείων τὴν κεφαλήν. — Σ’ ἐρωτῶ κ’ ἐγώ… τί ἦλθα; Ἠμπορεῖς ὅμως νὰ μὴν ἔλθῃς;.... εἶνε μερικαὶς ὑποχρεώσεις!… τῇς ἔστειλα ποῦ τῇς ἔστειλα αὐταὶς τῇς κυρίαις πατρωνέσσαις, διότι δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἀγοράζεις τὰ εἰσιτήρια, σὲ θέλουν καὶ νὰ ἔλθῃς, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ὄψιν μπαλμασκὲ ὁ χορός των.... καὶ ἦτον ἀπόψε ἡ σάρα καὶ ἡ μάρα....

γερων Σκαφαρεντζοσ ἱστάμενος παρὰ τὴν θύραν τῆς ἐξόδου τοῦ κήπου καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ἰωάννης Μαθιμάλης ἡτοιμάζετο νὰ τὸν ἀποχαιρετίσῃ. — Ἄ, δὲν σοῦ εἶπα… τὸ πρᾶγμα τελειόνει.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Ποιὸ πρᾶγμα;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὁ γάμος τῆς Φιφίτσας μὲ αὐτὸν τὸ νέον, τὸν… τὸν Κωνσταντῖνον.... ἄχ, πῶς τὸν λέγουν, εἶνε καὶ ἀπὸ μεγάλην οἰκογένειαν.... τὸν.... τὸν.... δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὸ ὄνομά του.... Κωνσταντῖνον....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Ἂς εἶνε, δὲν θὰ τὸν ἐνθυμηθῇς ποτέ.... ἐκεῖνον ποῦ ἔλεγες τέλος πάντων, τὸν ὁμογενῆ....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ναί, ναί, ποῦ σοῦ ἔδειξα.... ποῦ ὡμιλοῦσε μαζῆ της.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χαίρων. — Πῶς αὐτό; τὴν ἐζήτησεν;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὄχι ἀκόμη, ἀλλ’ ἰδοὺ τί τρέχει… Ὅταν.... [Βλέπων ὅτι ὁ κ. Ἰωάννης Μαθιμάλης χασμᾶται] Μὰ ἐσὺ δὲν εἰμπορεῖς νὰ κρατηθῇς ἀπὸ τὴν νύστα σου....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος καὶ ὁμιλῶν. — Ναί, ἀδελφέ, ἀλλὰ λέγε πάντοτε, σὲ ἀκούω…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἐξερχόμενος καὶ παρασύρων τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην. — Πᾶμε πρὸς τὸν σταθμόν, σὲ συνοδεύω ὀλίγα βήματα.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ ἐρειδόμενος ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ γέροντος Σκαφαρέντζου. — Λοιπόν;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὅταν σὲ ἄφησα δὲν ἔχασα τὸν καιρόν μου καὶ ἀπὸ ἁπλῆν περιέργειαν ἐβάλθηκα νὰ τοὺς εὕρω. Ἐπῆγα δεξιᾷ, ἐπῆγα ἀριστερᾷ, ἐπάνω, κάτω.... τέλος πάντων τοὺς εὑρίσκω κ’ ἐκάθηντο εἰς ἕνα μπάγκον. Ξεύρεις τί ἀγαθὸ κορίτσι εἶνε ἡ Φιφίτσα, καὶ πῶς εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχει θάρρος. Ἐγὼ ἀμέσως τὸ ἐκατάλαβα καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπα ὅτι δὲν ἔπαιρνε ἀπὸ συμβουλαὶς συλλογίζομαι νὰ πάγω νὰ εὕρω τὴν μητέρα της καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ὑπόθεσιν. Ἅμ’ ἔπος, ἀμ’ ἔργον. Ἡ Πατεριάδαινα παραδέχεται τὴν γνώμην μου, πηγαίνομεν εἰς τὸν κῆπον, τὸν ἀναζητοῦμεν, τὸν εὑρίσκομεν, τῆς τὸν παραδίδω εἰς τὰ χέρια της καὶ ἐννοεῖς ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν ποῦ σοῦ ὁμιλῶ τὸ πρᾶγμα θὰ εἶνε τελειωμένον.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ χασμώμενος. — Ὅλ’ αὐτά, μάτια μού, εἶνε καλὰ καὶ ὡραῖα.... δὲν μοῦ λέγεις ὅμως τίποτε βέβαιον ἐκ μέρους του.

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀνυπομόνως. — Οὔ, καϋμένε καὶ σύ, τί δύσπιστος ἄνθρωπος ποῦ εἶσαι....

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Μὰ τοὺς ξεύρω ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς ὁμογενεῖς, γλυστροῦν σὰν χέλια… [Χασμώμενος] Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν…

γερων Σκαφαρεντζοσ δυσθύμως ἀποχωριζόμενος αὐτοῦ καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. — Καληνύκτα, πήγαινε νὰ κοιμηθῇς.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ μόλις βηματίζων ἐκ τοῦ νυσταγμοῦ. — Καλὴν νύκτα....

κ. Πατεριαδησ παρακολουθῶν διὰ τοῦ βλέμματος τὴν χορεύουσαν μετὰ τοῦ νέου Δρέλλια θυγατέρα του. — Εἶνε ὁμολογουμένως ἡ ὡραιοτέρα τοῦ χοροῦ καὶ δὲν ἀπορῶ ὅτι τοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Τὠρα αὐτὸν τὸν χορὸν ἠμποροῦσε νὰ τὸν χορέψῃ μαζῆ του.... τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τὸν δώσῃ εἰς τὸν κ. Δρέλλιαν, ὁ ὁποῖος Δρέλλιας πρέπει νὰ τῆς λέγῃ πράγματα πολὺ δυσάρεστα, διότι τὴν κάμνει καὶ θυμόνει. Πολὺ αὐθάδης νέος εἶνε αὐτὸς ὁ Δρέλλιας, κακὰ ἔκαμε νὰ χορέψῃ μαζῆ του.... Ὤ, ὤ, κἄτι τοῦ εἶπε τώρα καὶ αὐτός ἀνοίγει τὰ μάτια του καὶ κοκκινίζει.... κατεβάζει τὸ κεφάλι του κάτω.... θὰ τὸν ἔβαλεν εἰς τὴν θέσιν του, διότι αὐτὸς δὲν τῆς ἀποτείνει πλέον τὸν λόγον… Εὖγε, Φιφίτσα μου!… Ἄ, νὰ καὶ ἡ γυναῖκά μου εἰς τὸ μπράτσο αὐτοῦ τοῦ νέου… Τί εὐχαριστημένη ποῦ φαίνεται… πετᾷ ἀπὸ τὴν χαράν της… καὶ αὐτὸς εἶνε τόσον γελαστός!… νὰ τὰ ἐτελείωσεν ἡ γυναῖκά μου;… αὐτὸ θὰ εἶνε λαμπρόν.... Πρέπει κἄτι νὰ εἶπαν, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἀλλέως αὐτὴ ἡ χαρὰ καὶ τῶν δύο.... Καὶ ἤρχετο μὲ τόσην δυσαρέσκειαν ἡ καϋμένη εἰς αὐτὸν τὸν χορόν. Εἶχε προαίσθημα, ὅτι κἄτι κακὸν θὰ τῆς συμβῇ καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἔλθῃ.... μόλις τὴν κατέπεισα πρὸς χάριν τῆς Φιφίτσας.... Τώρα αὐτὴ ἡ χαρά της.... ἄ, βεβαίως κἄτι τρέχει ἐδῷ.... Ἄ, ἐτελείωσε καὶ ἡ καδρίλλια.... ἡ Φιφίτσα ἀρνεῖται νὰ πάρῃ τὸ μπράτσον τοῦ Δρέλλια, τὸν χαιρετᾷ ψυχρά, τοῦ γυρίζει τῇς πλάταις.... μὲ βλέπει.... ἔρχεται ἐδῷ…

Φιφιτσα πλησιάζουσα τὸν πατέρα της. — Εἶδες πουθενὰ τὴν μαμά;

κ. Πατεριαδησ προσφέρων τὸν βραχίονά του. — Ἐδῷ εἶνε· ἔλα νὰ σὲ πάγω. Τί σοῦ συνέβη μὲ τὸν Δρέλλιαν;

Φιφιτσα δυσθύμως. — Ἄ, εἶνε ἕνας αὐθάδης πρώτης τάξεως.

κ. Πατεριαδησ. — Καλὰ τὸ ἐνόησα, ἐγώ· τί σοῦ ἔλεγεν;

Φιφιτσα. — Ἀνοησίαις διὰ τὸν κύριον Παλαιολόγον.

κ. Πατεριαδησ. — Ποῖον Παλαιολόγον;

Φιφιτσα, Αὐτὸν τὸν κύριον ποῦ εἶνε μὲ τὴν μαμά.

κ. Πατεριαδησ αἰσθανθεὶς βίαιον κλονισμόν. — Παλαιολ.... αὐτὸς εἶνε Παλαιολόγος;

Φιφιτσα ἀφελῶς. — Ναί, μπαμπᾶ, σοῦ φαίνεται παράξενον;

κυρια Πατεριαδου, ἥτις ἐπλησίασεν ἐρειδομένη ἐπὶ τοῦ βραχίονος του Ξανθοῦ Νέου. — Ὁ κ. Παλαιολόγος δὲν ἔχει ντάμαν διὰ τὸ κοτιλλιὸν καὶ θὰ καθήσῃ κοντά σου.

Φιφιτσα μειδιῶσα. — Μὰ οὔτ’ ἐγὼ δὲν ἔχω καβαλιέρον, μαμά, δὲν τὸ ἔδωσα καθόλου, ὥστε πῶς θὰ γείνῃ;

κυρια Πατεριαδου χαίρουσα. — Αἴ, μὰ τότε λαμπρά.... τὸ χορεύετε μαζῆ....

Φιφιτσα. — Μοῦ φαίνεται, μαμά, ὅτι διαθέτεις τὸν κύριον Παλαιολόγον χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσῃς καὶ ἂν θέλῃ νὰ χορεύσῃ.

Ξανθοσ Νεοσ ὑποκλίνων ἐπιχαρίτως. — Ὤ, δεσποινίς....

νεοσ Δρελλιασ ἐν τῷ κυλικείῳ καταβροχθίζων τρωγάλια μηχανικῶς ὅπως διασκεδάσῃ μεγίστην τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἀνησυχίαν. — Ὥστε ἔχει μεγάλην περιουσίαν;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Δύο ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον.

νεοσ Δρελλιασ. — Καὶ κάθηται εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ναί.

νεοσ Δρελλιασ δάκνων τὰ χείλη. — Διάβολε!…

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Τί ἔχεις;

νεοσ Δρελλιασ. — Ἔκαμα μίαν ἀνοησίαν....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Μίαν μόνον;

νεοσ Δρελλιασ. — Μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶνε κανένας ὑπάλληλος ἐμπορικοῦ καταστήματος τῇς ἀράδιασα τὸν ἀναβαλλόμενον δι’ αὐτόν.

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Τί κάθεσαι καὶ λές; Ὁμογενὴς σωστός, πλούσιος καὶ ἀπὸ μεγάλην οἰκογένειαν.... ἀφοῦ ἔφαγα μαζῆ του.... Ἔπειτα τί ὑπάλληλος; πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ὑπάλληλος ἐμπορικοῦ καταστήματος ἐδῷ;

νεοσ Δρελλιασ. — Δὲν ἠμπορεῖ; ποιὸς τὸ λέγει; ἅμα ἔχει δέκα δραχμὰς νὰ πετάξῃ ἔρχεται καὶ παραέρχεται· ποιὸς θὰ τὸν ἐμποδίσῃ; ὁ χορὸς δὲν γίνεται διὰ τοὺς πτωχούς; καὶ ὅποιος θέλει δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλεήσῃ; Νάα, αὐτὸς ἐκεῖ μέσα ποῦ ὁμιλεῖ μὲ αὐτὸν τὸν κύριον κοντὰ εἰς τὴν κολῶνα εἶνε ὑπάλληλος καταστήματος, τὸ ὁποῖον πωλεῖ τσόχαις, καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖ κάτω μὲ τὰ γενάκια, ἐκεῖνος ὁ νόστιμος ποῦ ἐσήκωσε τὴν βεντάλια ἐκείνης τῆς κυρίας κ’ ἐκεῖνος εἶνε γραφεὺς ἢ μᾶλλον κλητὴρ ἑνὸς πρακτορείου ἀσφαλιστικῆς ἑταιρίας. Τί θέλεις ὅμως καὶ πηγαίνεις μακρυά; αὐτὸς ποῦ περνᾷ παρέκει δὲν εἶνε ὁ υἱὸς τοῦ Τρίγκου τοῦ μπακάλη;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Αἴ, καὶ τί τῆς ἔλεγες;

νεοσ Δρελλιασ. — Τῆς ἔλεγα ὅτι ἀφοῦ δὲν τῆς τὸν ἐσύστησε κανεὶς δὲν ἔπρεπε νὰ κάθηται τόσην ὥραν μαζῆ του, διότι ἐνδεχόμενον νὰ εἶνε καὶ κανένας βαγαμπντες....

γερων Σκαφαρεντζοσ ὑψῶν τοὺς ὤμους. — Βλᾶκα!… ἠμπορεῖς νὰ κάμῃς ποτέ σου σωστὸν πρᾶγμα; Κύτταξέ τον ἂν ἔχῃ ἀέρα βαγαμπόντη....

νεοσ Δρελλιασ ἀναζητῶν αὐτὸν διὰ τοῦ βλέμματος. — Ποῦ εἶνε;

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Νά, ἐκεῖ μέσα.... δὲν τοὺς βλέπεις καὶ τοὺς τέσσαρας, τὸν Πατεριάδη, τὴν γυναῖκά του, τὴν κόρην του, καὶ αὐτόν;

νεοσ Δρελλιασ. — Ἄ, ναί, ναί....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Σοῦ φαίνεται νὰ ἔχῃ ἀέρα βαγαμπόντη ; Κύτταξε, κύτταξε… πῶς ἐχαιρετίσθησαν μὲ τὸν γάλλον τὸν ναύαρχον, ὅστις ἐπέρασεν ἀπὸ κοντά των; Κύτταξε πῶς τὸν χαιρετοῦν οἱ ὑπασπισταὶ τοῦ Ναυάρχου…

νεοσ Δρελλιασ. — Ὁ ναύαρχος στρέφει καὶ τὸν παρατηρεῖ....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Ὁμιλεῖ μὲ τοὺς ὑπασπιστάς του.... τὸν παρατηροῦν καὶ αὐτοί…

νεοσ Δρελλιασ. — Ἄχ, ἦλθαν ἐκεῖνοι κ’ ἐστάθησαν ἐκεῖ κάτω· δὲν ἠμποροῦμεν πλέον νὰ ἰδοῦμεν τίποτε....

γερων Σκαφαρεντζοσ. — Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον χαιρετᾷ ἔτσι ὁ γάλλος ὁ ναύαρχος σοῦ φαίνεται βαγαμπόντης ἐσένα;

νεοσ Δρελλιασ ξέων τὴν κεφαλήν του καὶ ἀπομάσσων τὸ μέτωπόν του. — Διάβολε!… ἔκαμα μεγάλην ἀνοησίαν καὶ πρέπει νὰ εὕρω τρόπον νὰ διορθώσω τὸ πρᾶγμα....

Ξανθοσ Νεοσ προσφέρων τὸν βραχίονά του τῇ Φιφίτσᾳ. — Θέλετε νὰ καθήσωμεν;

Φιφιτσα. — Ναί, διότι ὅπου καὶ ἂν εἶνε θ’ ἀρχίσῃ τὸ κοτιλλιόν.

Ξανθοσ Νεοσ διευθυνόμενος πρὸς τὸ ἀνατολικὸν τῆς αἰθούσης μέρος. — Νά, ἐκεῖ εἶνε δύο καθίσματα.... Ἂς καθήσωμεν ἐδῷ....

Φιφιτσα καθήμενη. — Καὶ ἂν εἶνε πιασμένα;

Ξανθοσ Νεοσ ὄρθιος πρὸ αὐτῆς. — Πῶς θὰ εἶνε πιασμένα;

Φιφιτσα. — Ξεύρω κ’ ἐγώ;

Ξανθοσ Νεοσ. — Ἀφοῦ εἶνε κενά, θὰ εἰπῇ πῶς εἶνε εἰς τὴν διάθεσίν μας.

Φιφιτσα. — Ὄχι πάντοτε.... [Παρατηροῦσα τοὺς πόδας τοῦ ἑδωλίου] Κυττάξετε ἂν εἶνε τὰ πόδια των δεμένα μὲ κανένα μανδῆλι;

Ξανθοσ Νεοσ ὅστις παρετήρησε καὶ αὐτός. — Ναί, εἶνε δεμένα, μὰ τί ἔχει νὰ κάμῃ αὐτό;

Φιφιτσα μειδιῶσα. — Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ κατέλαβον ἄλλοι καὶ πρέπει νὰ φεύγωμεν.

Ξανθοσ Νεοσ σχεδὸν ἠλιθίως. — Ἄ, αὐτὸ σημαίνει!

Φιφιτσα, ἥτις ἀφοῦ περιήγαγε τὸ βλέμμα της πέριξ τῆς αἰθούσης ἑτοιμάζεται νὰ ἐγερθῇ.}} — Καὶ τὰ βλέπω ὅλα πιασμένα, ὥστε πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ εὕρωμεν μόνοι μας.

Ξανθοσ Νεοσ βλέπων τὴν κίνησιν τῆς Φιφίτσας διὰ νεύματος τῆς χειρὸς ἐμποδίζων αὐτὴν νὰ ἐγερθῇ. — Καθήσατε, σᾶς παρακαλῶ, πηγαίνω νὰ τὰ φροντίσω.

Φιφιτσα, ἥτις παρηκολούθησεν αὐτὸν διὰ τοῦ βλέμματος. — Περίεργον! Φαίνεται εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν δένουν τῆς καρέκλαις των οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ κοτιλλιόν.

νεοσ Δρελλιασ πλησιάζων τὴν Φιφίτσαν καὶ καθήμενος παρ’ αὐτῇ. — Κυρία Φιφίτσα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ζητήσω συγγνώμην;

Φιφιτσα ψυχρῶς. — Δὲν ἔχω νὰ σᾶς ἐπιτρέψω τίποτε, κύριε Δρέλλια.

νεοσ Δρελλιασ ἱκετευτικῶς. — Σᾶς παρακαλῶ, κυρία Φιφίτσα, μὴν εἶσθε τόσον θυμωμένη μαζῆ μου… ἐγὼ σᾶς τὰ ἔλεγον ἀστειευόμενος.

Φιφιτσα διὰ φωνῆς ἐπιτιμητικῆς. — Ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσετε ὅμως ὅτι αἱ ἀστειότητές σας δὲν ἦσαν καθόλου καθὼς πρέπει.

νεοσ Δρελλιασ. — Ὁμολογῶ ὅ,τι θέλετε, κυρία Φιφίτσα, ἀρκεῖ νὰ μὲ συγχωρήσετε… Ἠξεύρετε πῶς εὑρίσκεται καμμιὰ φορὰ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς νὰ θέλῃ λέγει πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε κἂν σκέπτεται....

Φιφιτσα ἐξαπτομένη βαθμηδόν. — Ἔχετε μίαν μανίαν σεῖς οἱ νέοι τῶν Ἀθηνῶν.... ἀσυγχώρητον.... Χωρὶς νὰ γνωρίζετε ἕναν ἄνθρωπον, χωρὶς νὰ τοῦ ὁμιλήσετε κἄν, ἔχετε τὴν μανίαν νὰ τὸν κατηγορῆτε καὶ νὰ προσπαθῆτε νὰ τὸν διαβάλλετε ὡς τὸν χειρότερον τυχοδιώκτην…

νεος Δρελλιασ ἐν ταπεινώσει. — Ἔχετε δίκαιον, κυρία Φιφίτσα, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, τί ἄλλο θέλετε;

Φιφιτσα, ἥτις ἐπραΰνθη κατά τι. — Πρῶτον γνωρίζετε ποῖος εἶνε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον ἐζητήσατε νὰ ἐξευτελίσετε εἰς τὰ ὄμματά μου;

νεοσ Δρελλιασ. — Ὄχι κυρία Φιφίτσα, ἀλλὰ ἔμαθον περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶνε ἀπὸ μεγάλην οἰκογένειαν, καὶ ἔπειτα εἶδα πῶς τὸν ἐχαιρέτισεν ὁ γάλλος ὁ ναύαρχος, ὅταν ὡμιλούσατε μαζῆ.... Καὶ ἂν μοὶ ἔμεινε καμμία ἀμφιβολία δὲν μοῦ μένει πλέον ἀφοῦ τὸν ὑπερασπίζετε σεῖς, τόσον ἐκθύμως.... Πῶς ὀνομάζεται;

Φιφιτσα ὑπερηφάνως. — Παλαιολόγος.

νεοσ Δρελλιασ προσπαθῶν νὰ ἐνθυμηθῇ. — Παλαιολόγος; Παλαιολόγος; ὁ ἀδελφός μου ὁ μεγάλος εἶχεν ἕνα συμμαθητὴν Παλαιολόγον ἀπὸ τὴν Σέριφον.... μήπως εἶνε ἀπὸ τὴν Σέριφον;

Φιφιτσα συνοφρυουμένη. — Ὄχι, κύριε Δρέλλια, εἶνε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν.... οἱ Παλαιολόγοι κατάγονται ὅλοι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν.

νεοσ Δρελλιασ ὑπομειδιῶν εἰρωνικῶς. — Μήπως εἶνε ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴν οἰκογένειαν τῶν Παλαιολόγων;

Φιφιτσα τονίζουσα τὰς λέξεις αὐτῆς. — Μάλιστα καὶ κατ’ εὐθεῖαν γραμμήν.

νεοσ Δρελλιασ καταστέλλων τὸ μειδίαμά του παρατηρήσας τὴν σοβαρὸτητα τῆς Φιφίτσας. — Ἀλλ’ αὐτὸς εἶνε λαμπρὸς ἄνθρωπος.... καὶ λέγουν ὅτι ἔχει καὶ δύο ἑκατομμυρίων περιουσίαν.

Φιφιτσα σχεδὸν ἐν ἀγανακτήσει. — Κύριε Δρέλλια, δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω τί ἔχει…

νεοσ Δρελλιασ ἐνθουσιωδῶς. — Νὰ σᾶς εἰπῶ ἕνα πρᾶγμα, κυρία Φιφίτσα; καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσετε, διότι τὸ λέγω μὲ ὅλην μου τὴν καρδιάν.... Εὔχομαι νὰ σᾶς ἀγαπήσῃ, διότι τέτοιον ἄνθρωπον ἀξίζετε....

Φιφιτσα ἐρυθριῶσα. — Κύριε Δρέλλια, σᾶς παρακαλῶ.

νεοσ Δρελλιασ. — Διατί κοκκινίζετε; μήπως σᾶς ἀγαπᾷ ἤδη; Ὤ, ἀλλ’ αὐτὸ εἶνε λαμπρόν, θαυμάσιον. Ὤ, σᾶς ὁρκίζομαι εἰς ὅ,τι ἔχω ἱερώτερον ἐπὶ τοῦ κόσμου τούτου, ὅτι αὐτὴν τὴν τύχην τὴν ἀξίζετε.... Νά τος ἔρχεται.... Τί μεγαλοπρέπειαν ποῦ ἔχει.... συστήσατέ με, σᾶς παρακαλῶ....

Ξανθοσ Νεοσ προσερχόμενος ἐν μεγίστῃ στενοχωρίᾳ. — Δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω οὔτε ἕν…

Φιφιτσα περίλυπος. — Δὲν ηὕρατε;

Ξανθοσ Νεοσ ἀπελπιστικῶς. — Τίποτε.

νεοσ Δρελλιασ ἐγειρόμενος καὶ διὰ νεύματος τῶν ὀφθαλμῶν ἐπιρρωνύων τοὺς λόγους του. — Συστήσατέ με....

Φιφιτσα. — Νὰ σᾶς συστήσω τὸν κύριον Δρέλλιαν…

νεοσ Δρελλιασ ὑποκλίνων βαθέως. — Κύριέ μου....

Φιφιτσα. — Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος.

Ξανθοσ Νεοσ χαιρετίζων δι’ ἐλαφρᾶς τῆς κεφαλῆς κινήσεως καὶ μόλις ἐπιδεικνύων ἐλαφρὸν μειδίαμα. — Κύριε....

νεοσ Δρελλιασ δεικνύων τὸ ἑδώλιον ὅπερ κατέλιπε. — Καθήσατε, παρακαλῶ.

Ξανθοσ Νεοσ ἀρνούμενος δι’ ἐλαφροῦ τῆς κεφαλῆς νεύματος.] — Σᾶς εὐχαριστῶ, πρέπει νὰ εὕρω καθίσματα διὰ τὸν ἔγκυκλον.

νεοσ Δρελλιασ. — Πῶς; δὲν ἔχετε;

Ξανθοσ Νεοσ ὑψῶν τὰς ὀφρῦς ἐλαφρῶς. — Δυστυχῶς δὲν ἐφρόντισα νὰ δέσω κ’ ἐγὼ τὸ ῥινόμακτρόν μου, ὅπως φαίνεται εἶνε ἡ συνήθεια, καὶ....

νεοσ Δρελλιασ προθύμως. — Ἆ, μὰ σᾶς παρακαλῶ τότε νὰ πάρετε τὰ ἰδικά μου καθίσματα.... Κἄπου ἐδῷ τὰ εἶχα δέσει.... ποῦ εἶνε; ποῦ εἶνε;… Αἴ, μὰ εἶνε ἀκριβῶς αὐτὰ ἐδῷ ποῦ κάθησθε....

Φιφιτσα περιχαρής. — Εἶνε ἰδικά σας;

νεοσ Δρελλιασ, ὅστις κύψας ἔλυσε τὸ μανδήλιον αὐτοῦ. — Βεβαίως ἰδοὺ καὶ τὸ μανδῆλί μου. [Προσφέρων τὸ ἑδώλιον τῷ Ξανθῷ Νέῳ] Καθήσατε, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Παλαιολόγε.

Φιφιτσα. — Καὶ σεῖς;

νεοσ Δρελλιασ. — Ἐγὼ θὰ εὕρω, κυρία Φιφίτσα, μὴ σᾶς μέλῃ… καὶ ἐπὶ τέλους ἂν δὲν εὕρω, δὲν θὰ χορεύσω.... μικρὸν τὸ κακὸν.... Καθήσατε, παρακαλῶ, κύριε Παλαιολόγε.... Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε.

Ξανθοσ Νεοσ χαιρετίζων ἐλαφρῶς καὶ καθήμενος ἐπὶ τοῦ εἰδωλίου ὡς ὁ Μιχαὴλ Παλαιολόγος ὅτε ἐξεθρόνισε τὸν Ἰωάννην Λάσκαριν. — Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε....

νεοσ Δρελλιασ μειδιῶν καὶ κρυφίως πρὸς τὴν Φιφίτσαν. — Τώρα, κυρία Φιφίτσα, πιστεύετε εἰς τὴν εἱλικρίνειαν τῶν λόγων μου;

Φιφιτσα δίδουσα αὐτῷ τὴν χεῖρα. — Ναί.

νεοσ Δρελλιασ σφίγγων τὴν χεῖρα τῆς Φιφίτσας. — Περασμένα ξεχασμένα.

Φιφιτσα μειδιῶσα. — Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

νεοσ Δρελλιασ ὑψῶν τὴν φωνήν.}} — Ἐμὲ μὲ συγχωρεῖτε, πρέπει νὰ φροντίσω διὰ τὰ καθίσματά μου.... διότι βλέπω ὅτι θ’ ἀρχίσῃ τὸ κοτιλλιόν. [θλίβων τὴν χεῖρα τοῦ Ξανθοῦ Νέου] Κύριέ μου, χαίρω πολὺ ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσω....

Ξανθοσ Νεοσ ὑπεγειρόμενος ἐλαφρῶς. — Ἐπίσης, κύριε....

κ. Πατεριάδησ κρατῶν ὑπὸ τὸν ἀριστερὸν βραχίονα τὴν σύζυγόν του, ἧς θλίβει τὴν χεῖρα διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς καὶ ἐξερχόμενος εἰς τὸν κῆπον. — Μπρὲ γυναῖκα, ἔλα, ’πὲς μου πῶς τὰ ἐκατάφερες!…

κυρια Πατεριαδου περιχαρής — Εἰς τὸν Σκαφαρέντζον τὸ χρεωστῶ καὶ αὐτό.

κ. Πατεριαδησ. — Πῶς;

κ. Πατεριαδου. — Νὰ ἰδῆς πῶς.

κ. Πατεριαδησ. — Λαμπρὸς ἄνθρωπος αὐτὸς ὁ Σκαφαρέντζος, δὲν ἠξεύρεις τί εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔχω.... διότι ἂν δὲν ἦτον αὐτὸς νὰ σοῦ εἰπῇ ὅτι ἔφαγεν εἰς τὸ ἴδιον ξενοδοχεῖον, ἡμεῖς οὔτε εἴδησιν θὰ εἴχαμεν τοῦ πράγματος καὶ θὰ ἐχάναμεν τὴν περίστασιν.... θὰ τὴν ἐχάναμεν!… Τί λαμπρὸς ἄνθρωπος αὐτὸς ὁ Σκαφαρέντζος!…

κ. Πατεριαδου. — Λοιπὸν αὐτὸς ἔρχεται τρεχᾶτος καὶ μοῦ λέγει ὅτι τοὺς εὗρεν εἰς τὸ περιβόλι καὶ ὡμιλοῦσαν. Ἔτυχε νὰ ζητήσῃ ἡ Φιφίτσα ὀλίγον νερὸν καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ἐπετάχθη σὰν πουλὶ νὰ τῆς τὸ φέρῃ. Ὅταν ἔμεινε μόνος ὁ Σκαφαρέντζος ἤρχισε νὰ τῆς λέγῃ τί πρέπει νὰ κάμῃ, ἀλλ’ ἡ Φιφίτσα καθὼς τὴν ξέρεις μὲ τὴν ψηλή της τὴ μύτη ἤθελε νὰ προέλθῃ τὸ πρᾶγμα ἀπ’ αὐτόν, ἤθελε μὲ ἀξιοπρέπειαν, ἔλεγεν....

κ. Πατεριαδησ δυσανασχετῶν. — Ἀξιοπρέπεια!… εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ποιὸς προσέχει εἰς τὴν ἁξιοπρέπειαν!…

κ. Πατεριαδου. — Αὐτὸ λέγω κ’ ἐγώ.

κ. Πατεριαδησ. — Λοιπόν;

κ. Πατεριαδου. — Ἔρχεται τότε καὶ μοῦ λέγει ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἡ Φιφίτσα δὲν θὰ ἔκαμνε τίποτε, καὶ νὰ πάρω τὸ πρᾶγμα ἐξ ἐφόδου.

κ. Πατεριαδησ ἔχων σπασμωδικὰς κινήσεις ἕνεκα τῆς χαρᾶς. — Ἔφοδος!… ἡ ἔφοδος εἶνε τὸ καλλίτερον πρᾶγμα....

κ. Πατεριαδου. — Ἐννοεῖς ὅτι ἐγὼ κατέστρωσα τὸ σχέδιόν μου ἀμέσως.... Πηγαίνομεν, τὸν εὑρίσκομεν, τὸν παίρνω μπράτσο, ἀφίνομεν τὸν Σκαφαρέντζον καὶ μία, δύο εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα.

κ. Πατεριαδησ ἔχων πάντοτε τὰς σπασμωδικὰς αὐτοῦ κινήσεις. — Λαμπρά, ὡραῖα!… εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις δὲν πρέπει νὰ χάνῃ κανεὶς καιρόν.

κ. Πατεριαδου. — Ἐννοεῖς ὅτι μ’ ἐβοήθησεν ὀλίγον καὶ ἡ τύχη, διότι ἐκεῖνο τὸ πέσιμον τῆς Φιφίτσας εἰς τὴν σκάλαν καὶ ἠ γληγοράδα του νὰ τὴν ἁρπάξῃ ’ς τὰ χέρια του ἦσαν τὰ κυριώτερά μου ὅπλα.... Κανόνια πρώτης τάξεως.... Ἄρμστρογκ!… Μ’ αὐτὰ τὸν ἔκαμα θρύμματα.... διότι ἐγὼ ἔκαμα πῶς δὲν ἠξεύρω οὔτε ποιὸς εἶνε, οὔτε ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, οὔτε τί κάμνει, οὔτε ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ περιουσίαν, οὔτε τίποτε.... Αὐτὸς μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά του καὶ ἠθέλησε νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ....

κ. Πατεριαδησ ἐνθουσιωδῶς. — Παλαιολόγος!… καλέ, φαντάζεσαι ὅτι πραγματοποιοῦνται τὰ ὄνειρα τῆς Φιφίτσας μας ποῦ ἤθελε νὰ πάρῃ ἄνθρωπον πλούσιον, ὡραῖον, μὲ μεγάλο ὄνομα.... καὶ σὺ τὴν περιγελοῦσες πάντοτε…

κ. Πατεριαδου — Μὰ ποῦ νὰ φαντασθῶ, ποῦ νὰ φαντασθῶ αὐτὴν τὴν τύχην… Ἔπειτα ἀπὸ τὸ μασκαραλίκι ποῦ ἐπάθαμεν εἰς τὴν Ζάκυνθον μὲ ἐκεῖνον τὸν Καλόφωνον....

κ. Πατεριαδησ καταπνίγων στεναγμόν. — Ἀλήθεια, ἐξωδεύσαμεν τόσα χρήματα ἄδικα τῶν ἀδίκων καὶ ἐπέσαμεν εἰς ἕνα ἐφημεριδοπώλην....

κ. Πατεριαδου. — Εὐτυχῶς ποῦ τὸ ἐνόησε καὶ μόνη της....

κ. Πατεριαδησ. — Ἐνῷ αὐτὸς εἶνε ὁμογενής, πλούσιος…

κ. Πατεριαδου. — Καὶ Παλαιολόγος!… μικρὸν πρᾶγμα τὸ ἔχεις Παλαιολόγος;

κ. Πατεριαδησ. — Εἶνε μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ Καλόφωνος;

κ. Πατεριαδου. — Τί λὲς τώρα; εἶσαι μὲ τὰ σωστά σου; Ἔχομεν καὶ ἀρχαιότερον ὄνομα ἀπὸ τὸ Παλαιολόγος;

κ. Πατεριαδησ. — Δὲν ἔχομεν, αἴ; Δὲν ἠξεύρω, τὰ Καλόφωνος μοῦ ἄρεζεν ὡς ὄνομα, ὄχι ὡς ἀρχαιότης, ἀλλὰ καὶ τὸ Παλαιολόγος δὲν εἶνε κακόν, γεμίζει τὸ στόμα. Φαντάσου νὰ κατάγεται καὶ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς Παλαιολόγους....

κ. Πατεριαδου. — Αὐτὰ θὰ τὰ εὕρῃ μόνη της ἡ Φιφίτσα… καὶ νὰ ἰδῇς ὅτι αὐτὸς θὰ εἶνε ἀπ’ ἐκείνους.

κ. Πατεριαδησ. — Μὴ μὲ τρελαίνῃς, γυναῖκα!… Καὶ τί ὡραῖος ἄνθρωπος αἴ; δὲν εἶνε ὡραῖος;

κ. Πατεριαδου. — Πλάσμα!..

κ. Πατεριαδησ. — Μόνον ἐκείνη ἡ μύτη του ποῦ εἶνε ὀλίγον χονδρή, καὶ τὰ μάτια του ποῦ πετάγονται πολὺ ἔξω, κ’ ἐκείναις ἡ πιτσιλάδες ποῦ ἔχει....

κ. Πατεριαδου δυσανασχετοῦσα. — Οὔ, καϋμένε καὶ σύ, τὴ μύτη του ηὗρες τώρα νὰ τοῦ κατηγορήσῃς;

κ. Πατεριαδησ. — Ὄχι, λέγω, δηλαδή....

κ. Πατεριαδου. — Ἔτσι θὰ τὴν εἶχαν ὅλοι οἱ Παλαιολόγοι…

κ. Πατεριαδησ. — Ἄ, σὰν τὴν εἶχαν ἔτσι....

κ. Πατεριαδου. — Αὐτὸ δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ εἶνε αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

κ. Πατεριαδησ μὴ δυνάμενος νὰ συγκρατήσῃ τὴν χαράν του. — Αὐτοκράτορες, αἴ;… Καὶ σὺ δὲν ἤθελες νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν χορόν, διότι εἶχες προαίσθημα, ὅτι θὰ σοῦ συμβῇ κἄτι τι πολὺ δυσάρεστον....

κ. Πατεριαδου. — Ναί, εἶδες, εἶδες;… νὰ ποῦ ἐβγῆκε σὲ καλό....

κ. Πατεριαδησ μορφάζων περιφρονητικῶς. — Πίστευε, λέγει, ἔπειτα εἰς τὰ προαισθήματα!…

κ. Πατεριαδου. — Μὰ ποῦ νὰ ὑποθέσω ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα;

κ. Πατεριαδησ. — Λοιπὸν τί ἤθελε νὰ σοῦ ἐξηγήσῃ;

κ. Πατεριαδου. — Ἄ, ναί, ἤθελε νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τί κάμνει, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸν ἄφησα νὰ μοῦ εἰπῇ τίποτε.... καὶ τὰ ἔρριξα ὅλα εἰς τὴν ἀγάπην, εἰς τὴν τρέλαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Φιφίτσα δι’ αὐτόν. Τοῦ εἶπα ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη της δὲν θὰ παύσῃ παρὰ μὲ τὴν τελευταίαν της πνοήν.... ὅτι ὅταν τὸν εἶδεν ἔπειτα εἰς τὴν σάλαν τοῦ χοροῦ ἐλυπήθη ὅτι δὲν ἐκτύπησε διὰ ν’ ἀποθάνῃ τοὐλάχιστον εἰς τὰ χέρια του…

κ. Πατεριαδησ ἀνασκιρτῶν. — Ν’ ἀποθάνῃ;

κ. Πατεριαδου. — Ἤθελα δηλαδὴ νὰ τοῦ δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ Φιφίτσα μας θὰ προετίμα τὸν θάνατον μᾶλλον παρὰ τὴν ζωήν της χωρὶς αὐτόν.

κ. Πατεριαδησ. — Ἄ, ναὶ βεβαίως, τώρα ἐννοῶ.... Αὐτὸ θὰ τοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν…

κ. Πατεριαδου. — Ἂν τοῦ ἔκαμεν;… καλέ, μ’ ἐκύτταζε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ μὲ πιστεύσῃ....

κ. Πατεριαδησ σχεδὸν ἔνδακρυς. — Παίζεις; Φιφίτσα εἶνε αὐτή!

κ. Πατεριαδου. — Ἔπειτα δὲν ἠξεύρεις τί συνέβη ὅταν ἐχόρευσε εἰς τὴν ἀρχὴν μαζῆ του.

κ. Πατεριαδησ. — Τί συνέβη;

κ. Πατεριαδου. — Ἐπειδὴ δὲν τὸν ἐγνώριζεν, ὅταν ἐτελείωσεν ὁ χορὸς τὸν ἔφησε μέσ’ ’ς τὴ μέση χωρὶς νὰ τὸν χαιρετίσῃ σχεδόν.... ἐνῷ αὐτὸς ὁ καϋμένος ἔσκυψεν ἕως κάτω διὰ νὰ τὴν εὐχαριστήσῃ.... Αὐτὸ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου.... δὲν σοῦ τὸ εἶπα προτήτερα.... Πῶς νὰ κολάσω λοιπὸν τὸ πρᾶγμα; τοῦ λέγω τότε ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν τόσην αἰσθάνθηκε ζάλην ἡ Φιφίτσα μας ἀπὸ τὴν ὡραιότητά του καὶ τὴν συμπάθειαν τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ ἔχῃ δι’ αὐτόν, ὥστε ἐβιάσθη νὰ στρέψῃ διὰ νὰ μὴ πέσῃ καὶ γείνῃ κανὲν σκάνδαλον....

κ. Πατεριαδησ. — Τὸ ἐπίστευσε;

κ. Πατεριαδου. — Ἀκοῦς, λέγει, ἐπίστευεν ὅ,τι τοῦ ἔλεγα καὶ μ’ ἐκύτταζε μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα....

κ. Πατεριαδησ — Σὰν κομμάτι χονδρὸν ἔτσι ἀμέσως ἀμέσως.... ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἐπίστευσεν....

κ. Πατεριαδου. — Ἔπειτα ἤλθαμεν εἰς τὸ ζήτημα, τῆς προικός.

κ. Πατεριαδησ. — Πῶς; τοῦ ὡμίλησες καὶ διὰ τὴν προῖκα;

κ. Πατεριαδου. — Ἀμ’ τί; Θ’ ἄφινα ἐγὼ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ κάμνομεν διότι ἔχει χρήματα;

κ. Πατεριαδησ. — Μπρὲ γυναῖκα, ἐσὺ εἶσαι λαμπρὸς ἄνθρωπος!

κ. Πατεριαδου. — Τοῦ εἶπα λοιπὸν ὅτι ἡ Φιφίτσα μας ἔχει ὀγδοῆντα χιλιάδες δραχμάς....

κ. Πατεριαδησ δυσαρέστως. — Ὤχ, καϋμένη, γιατί νὰ εἰπῇς ὀγδοῆντα;

κ. Πατεριαδου ἔκπληκτος. — Μὰ τόσαις δὲν ἔχεις σκοπὸν νὰ τῆς δώσῃς;

κ. Πατεριαδησ, οὗτινος ἡ δυσαρέσκεια ἐπιτείνεται. — Ἔπρεπε νὰ εἰπῇς ἑκατόν.... εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις στρογγυλεύουν οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀριθμούς.

κ. Πατεριαδου ὀλίγον συγκεχυμένη. — Μά....

κ. Πατεριαδησ. — Τῇς ὀγδοήντα τῇς ἔχω, θὰ εὕρω καὶ τῇς ἄλλαις εἴκοσι, δὲν ἐχάθηκε ὁ κόσμος…

κυρια Πατεριαδου. — Αἴ, καλά, δέν πειράζει, τῇς δίδεις τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου.

κ. Πατεριαδησ. — Ναί, μὰ θὰ ἔκαμναν περισσοτέραν ἐντύπωσιν....

κ. Πατεριαδου μειδιῶσα. — Νὰ κάμουν εἰς αὐτὸν ἐντύπωσιν ποῦ ἔχει τόσην περιουσίαν;.. Ἔπρεπε νὰ ἔβλεπες πῶς μ’ ἐκύτταζεν ἐκείνην τὴν ὥραν.... πῶς ἄνοιξε τὰ μάτια του… πῶς ἐχαμογέλασεν, ὡς νὰ μοῦ ἔλεγεν.... τί νὰ τὴν κάνω ἐγὼ αὐτὴν τὴν πρέζαν.... ἐγὼ δὲν πίνω ταμπάκον....

κ. Πατεριαδησ. — Ὥστε σὺ θὰ ὥρισες καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου;…

κ. Πατεριαδου. — Ἄ, ὄχι.... τοῦ εἶπα νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ σπίτι διὰ νὰ τὰ εἰποῦμεν καλλίτερα.

Ὁ {{sc|κ. Πατεριαδησ. — Καὶ θὰ ἔλθῃ;

κ. Πατεριαδου. — Βεβαίως.

κ. Πατεριαδησ κατά τι ἀνήσυχος. — Τὸ σπίτι τὸ ἠξεύρει καλά; Ὁδὸς Κλεομένους....

κ. Πατεριαδου. — Ἀριθμὸς 473, τοῦ τὰ εἶπα ὅλα, μὴ σὲ μέλῃ… Θὰ ἔλθῃ νὰ προγευματίσωμεν καὶ ἔπειτα θὰ τὰ εἰποῦμεν ἐν ἐκτάσει.

κ. Πατεριαδησ περιχαρής. — Φαντάσσυ ὅτι θὰ μᾶς εἰπῇ ποιὸς εἶνε.... τὴν περιουσίαν του… τὴν θέσιν του....

κ. Πατεριαδου μυστηριωδῶς. — Ἡμεῖς θὰ κάμωμεν ὅτι δὲν ἠξεύρομεν τίποτε… εἶπα καὶ τῆς Φιφίτσας κρυφὰ κρυφὰ νὰ κάμῃ ὅτι δὲν ἠξεύρει τίποτε.... καὶ ἀπόψε μάλιστα ν’ ἀποφύγῃ μὲ κάθε τρόπον ὁμιλίαν περὶ τοῦ προσώπου του....

κ. Πατεριαδησ περιχαρέστερος. — Καὶ θὰ τὸ κάμῃ ἡ Φιφίτσα μου.... εἶνε τόσον ἔξυπνη!…

κ. Πατεριαδου συμμεριζομένη ἀνεπαισθήτως τὴν χαρὰν τοῦ συζύγου της. — Ὅταν λοιπὸν αὐτὸς αὔριον θὰ μᾶς λέγῃ περὶ τῆς περιουσίας του ἡμεῖς θὰ κάμνωμεν ὅτι δὲν τὸν πιστεύομεν....

κ. Πατεριαδησ περιχαρέστατος. — Ἕως ὅτου ν’ ἀναγκασθῇ νὰ μᾶς φέρῃ ἀποδείξεις ὅτι εἶνε ὑπέρπλουτος!… Ἄ, τί θαυμάσιον!… Ἄχ, ἐκεῖνος ὁ Σκαφαρέντζος εἶνε λαμπρὸς ἅνθρωπος, λαμπρός, λαμπρός!....

Ὁ χορὸς ἐτελείωσεν· ὁ σιδηρόδρομος συρίζει ἐπανειλημμένως καὶ πάντες ἐξέρχονται τοῦ ξενοδοχείου τρεπόμενοι εἰς τὸν σταθμόν. Ὁ Ξανθὸς Νέος, ὅστις πετᾷ ἐκ χαρᾶς, ἣν μεταδίδει καὶ εἰς τὴν Φιφίτσαν, εἶνε τὸ ἀντικείμενον τῆς γενικῆς ὁμιλίας, διότι ἂν καὶ οὐδὲν ἐκοινολογήθη περὶ ἀρραβῶνος, ἐν τούτοις ὁ κόσμος ἔκ τινων λόγων τοῦ νέου Δρέλλια, ἔκ τινων ἡμιεμπιστευτικῶν φράσεων τοῦ γέροντος Σκιφαρέντζου, ἐκ τῆς διακεχυμένης χαρᾶς ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀνδρογύνου Πατεριάδου, καὶ τέλος ἐκ τοῦ ὄλβου, ὅστις ἐφαίνετο ἐκχειλίζων εἰς πᾶσαν κίνησιν, εἰς πᾶν βλέμμα, εἰς πάντα λόγον τοῦ Ξανθοῦ Νέου καὶ τῆς Φιφίτσας, ὁ κόσμος ὅλος εἶχε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο τετελεσμένον καὶ τὴν ἑπομένην θ’ ἀνηγγέλλετο ἐπισήμως. Αἱ νέαι κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ ξενοδοχείου συνωστίζοντο ἐν τῷ κήπῳ ἵνα τοὺς ἰδῶσι νὰ διέλθωσιν, αἱ δὲ μητέρες ἀπέστρεφον τὰ ὄμματα ἐκ φθόνου καὶ μόλις συνεῖχον τὴν ὀργὴν αὐτῶν, διότι ἐπὶ τέλους οὔτε τόσον ὡραία ἦτο, οὔτε ὄνομα γνωστὸν ἔφερεν, οὔτε εἶχεν ἄλλας χάριτας ἱδιαιτέρας ἵνα κατακτήσῃ εὐθὺς ἀμέσως τὴν καρδίαν τοῦ Ξανθοῦ Νέου, ὅστις ἦλθε μόνον καὶ μόνον ὅπως νυμφευθῇ τὴν ἐντελεστέραν νέαν τῶν Ἀθηνῶν

— Εἶδες τύχην!.... ἔλεγε πολύσαρκός τις κυρία σύζυγος ἐμπόρου τινος τῆς ὁδοῦ Αἰόλου ἀποφασίσασα νὰ ἐξοδεύσῃ τόσα χρήματα διὰ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ὡραίαν αὐτῆς κόρην, ἐπὶ τῇ μόνῃ ἐλπίδι ὅτι θὰ εὑρεθῇ δι’ αὐτὴν καλὸς γαμβρός, εἶδες τύχην τὸ κορίτσι τοῦ Πατεριάδου!…

Καὶ αἱ ὀλίγαι κυρίαι τῆς ὑψηλῆς περιωπῆς, αἵτινες περιεκύκλουν τὴν ἄγνωστον κυρίαν ἐκίνουν τὴν κεφαλὴν σιγῶσαι, καὶ ἐπένευον εἰς τοὺς λόγους αὐ{{ακατανόητο|[τ]|ῆς. Αἱ θυγατέρες των!… ἠδύναντο κἂν νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὴν Φιφίτσαν; καὶ πῶς θὰ κατεδέχοντο νὰ τὰς συγκρίνωσι μὲ τὸ κορίτσι τοῦ Πατεριάδου; Ἅμα δά!

Γοργοί, γοργοὶ ἐξῆλθον πρῶτοι τῆς θύρας τοῦ κήπου ἐν μέσῳ τοῦ συνωστιζομένου κόσμου ὁ Ξανθὸς Νέος ὑπὸ τὸν βραχίονά του κρατῶν τὴν Φιφίτσαν, ἥτις προσεπάθει ν’ ἀποκρύψῃ τὴν εὐδαιμονίαν της νεύουσα κάτω καὶ προσκολλωμένη μεθ’ ὅσης ἠδύνατο δυνάμεως ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ συνοδοῦ αὐτῆς. Κατόπιν ἤρχετο ἀσθμαῖνον καὶ προσπταῖον ἐπὶ τῶν λίθων ἕνεκα τοῦ σκότους τὸ ἀνδρόγυνον Πατεριάδου, ὅπερ ἐχαιρέτιζε τοὺς πάντας μετ’ ἀνεκ φράστου ἀγαλλιάσεως ὡς νὰ ἔλεγε: «Σκάστε, σκάστε, τὸν ἐπήραμεν!» Τέλος ὁ γέρων Σκαφαρέντζος ἐρειδόμενος ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ νέου Δρέλλια ταχύνων τὸ βῆμά του μετὰ μεγάλου κόπου, ἵνα μὴ τοὺς χάσῃ, καὶ ἀφηγούμενος εἰς τὸν συνοδὸν αὐτοῦ διὰ φωνῆς, ἥτις ἦτο μᾶλλον γεγωνυῖα, τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ἀπ’ ἀρχῆς, πῶς συνήντησε τὸν Ξανθὸν Νέον ἐν τῷ ξενοδοχείῳ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, πῶς ἐνόησε κατὰ τὸν χορὸν τὴν συμπάθειαν αὐτοῦ πρὸς τήν Φιφίτσαν, τί ἐσκέφθη ἀμέσως, τί διενήργησε μετὰ ταῦτα καὶ ὅτι ἐθεώρει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πράξεώς του ταύτης πολὺ ἀνώτερον παρὰ ἐὰν ἔκαμνε δέκα πράξεις χρηματιστικὰς καὶ ἐπώλει δέκα Λαύρεια διὰ ν’ ἀγοράσῃ ὃεκα ἑκατομμύρια Κωπαΐδας!

Ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ εὗρε θέσιν ὁ κόσμος ὅλος, εὐτυχῶς δὲ καὶ οἱ ἓξ οὗτοι κατώρθωσαν νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν ἑνὶ ἡμιδιαμερίσματι βαγονίου πρώτης θέσεως, ὅπερ εἶχε καὶ ἐξώστην. Τὸ ἕτερον ἡμιδιαμέρισμα ἦτο κατειλημμένον παρ’ ἄλλων, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Μαθιμάλης νήδυμον κοιμώμενος ὕπνον καὶ οὐδὲν ἐννοῆσας, ὡς δικαίως ἔλεγε, κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν ἐπιβατῶν. Ἐκοιμᾶτο ἔν τινι γωνίᾳ τὴν κεφαλὴν ἐρείδων ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς χειρός, ἥτις εἶχεν ὡς ἀντέρεισμα τὸ γεῖσον τοῦ ἑδράσματος, περιτετυλιγμένος ἐν τῷ ἐπενδύτῃ αὐτοῦ καὶ φορῶν μικρὸν μετάξινον κασκέτον, ὅπερ ἔκρυπτε καὶ αὐτὰ τὰ ὦτά του. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἀντιθέτου μέρους χωριζόμενος ἀπ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ καλαμωτοῦ ἐπικλίντρου τοῦ ἑδράσματος, ἐκάθησεν ὁ κ. Πατεριάδης ἔχων ἀπέναντι αὐτοῦ τὴν σύζυγόν του. Παρ’ αὐτὴν ἐκάθησεν ὁ νέος Δρέλλιας καὶ παρὰ τὸν κύριον Πατεριάδην ὁ γέρων Σκαφαρέντζος. Τὰς γωνίας πρὸς τὸν ἐξώστην κατεῖχον ὁ Ξανθὸς Νέος καθήμενος παρὰ τῷ νέῳ Δρέλλιᾳ καὶ ἡ Φιφίτσα καθημένη παρὰ τῷ γέροντι Σκαεραρέντζῳ, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐκάθηντο σχεδόν, διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐξήρχοντο εἰς τὸν ἐξώστην καὶ κατελάμβανον τὰς θέσεις των ὁσάκις ἡ φωνὴ τῆς κυρίας Πατεριάδου ἐκάλει αὐτούς, ἵνα καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγον τὰς ἐγκαταλίπωσιν ἐξερχόμενοι εἰς τὸν ἐξώστην, διότι τίς οἶδε πόσα εἶχον νὰ εἴπωσιν....

Ὁ σιδηρόδρομος εἶχε διέλθει πρὸ τοῦ Ἀμαρουσίου ὡς ἀστραπὴ καὶ κατήρχετο εἰς τὰς Ἀθήνας, δι’ ὅλης αὐτοῦ τῆς ταχύτητος, ἐνῷ ἄνωθεν τῆς Πεντέλης ὑπέφωσκε τὸ λυκαυγές, οἱ δ’ ἐν τῷ ἑτέρῳ διαμερίσματι, πλὴν τοῦ κ. Ἰωάννου Μαθιμάλη, ὅστις ἔρρεγχε, συνωμίλουν χαμηλοφώνως περὶ τῶν μελλονύμφων καὶ τῆς ἐκτάκτου τῆς Φιφίτσας τύχης.

κ. Πατεριαδησ, ὅστις ἤκουσε λέξεις τινὰς τῆς γενομένης κατὰ τὸ ἕτερον ἡμιδιαμέρισμα ὁμιλίας ἐκτείνων ἀπὸ τῆς θέσεώς του τὴν χεῖρα καὶ θλίβων κρυφίως ἀλλ’ ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα τοῦ γέροντος Σκαφαρέντζου, ὃν ἤρχιζε νὰ καταλαμβάνῃ ὁ ὕπνος. — Σκαφαρέντζε μου!....

Γερων Σκαφαρεντζοσ, ἀνοίγων τὰ ὄμματα ἐξαπίναιος. — Τί εἶνε;

κ. Πατεριαδησ μειδιῶν — Ὄχι, τίποτε... τὶ ἐτρόμαξες; [δεικνύων διὰ τοῦ βλέμματος τὸν Ξανθὸν Νέον καὶ τὴν Φιφίτσαν, οἵτινες κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξήρχοντο τετάρτην ἤδη φορὰν εἰς τὸν ἐξώστην καὶ κύπτων πρὸς αὐτὸν] Εὐχαριστῶ!

γερων Σκαφαρεντζοσ, ἐννοῶν, μειδιῶν καὶ προσπαθῶν ν’ ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά του, ἣν ὁ κ. Πατεριάδης δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ. — Ἄ, ναί.... Δι’ αὐτὸ εἶνε οἱ φίλοι!....

κ. Πατεριαδου εὔχαρις, ἀλλὰ κατά τι ἀνήσυχος. — Παιδιά, ἐλᾶτε μέσα, θὰ κρυώσετε…

Φιφιτσα προκύπτουσα τὴν κεφαλὴν ἐκ τῆς ἡμιανοικτῆς θυρίδος. — Ὄχι, μαμά, δὲν κρυώνομεν.... εἶνε τόσον ὡραῖα ἐδῶ....

κ. Πατεριαδησ ἀνυπομόνως. — Ἄφησέ τους καὶ σὺ τώρα!.. ποῦ θὰ κρυώσουν.... ἔπειτα ὅπου καὶ ἂν εἶνε ἐφθάσαμεν!…

νεοσ Δρελλιασ ἰδίᾳ κεκλεισμένα ἔχων τὰ βλέφαρα. — Πολὺ εὐχάριστον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διὰ τὴν καϋμένην τὴν Φιφίτσαν, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ ἀπελπίζεται, διότι ἔχει καὶ τὰ χρονάκια της κ’ ἐγὼ εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς ὅτι δὲν μοῦ ἐκράτησε κάκια δι’ ὅσα τῆς εἶπα. Τί τῆς εἶπα δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον!… μὰ εἶμαι κ’ ἐγὼ τόσον ἀνόητος καμμιὰ φορά!… τὸν ἐπῆρα γιὰ βαγαμπόντην! ποιόν; αὐτόν; τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι δὲν μοῦ γεμίζει τὸ μάτι, ἀλλὰ τέλος πάντων ἀφοῦ εἶνε τόσον καθὼς πρέπει ἄνθρωπος!… ἔπειτα δὲν θέλω τίποτε ἄλλο.... μόνον ὁ χαιρετισμὸς τοῦ γάλλου ναυάρχου καὶ τῶν ὑπασπιστῶν του μοῦ φθάνει.... πῶς τὸν ἐκύτταξαν!… ὡς νὰ ἔλεγαν· Μὰ ἀφοῦ αὐτὸς εἶνε ἐδῷ, διατί τάχα ἐκάμναμεν ἡμεῖς δυσκολίας καὶ δὲν ἠθέλαμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὸν τὸν χορόν;.... Πρέπει νὰ εἶνε πολὺ σημαντικὸν ὑποκείμενον… Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος!… δὲν εἶνε παῖξε γέλασε....

κ. Πατεριαδου ἰδίᾳ κεκλεισμένα ἔχουσα τὰ βλέφαρα. — Ἔσκασαν, ἔσκασαν, ἔσκασαν!.. Τῇς ἔβλεπα ἐγώ, δὲν εἶνε νὰ εἰπῇς ὅτι δὲν τῇς ἔβλεπα!… Ἐπῆγαν νὰ τὴν φάγουν τὴν καϋμένην τὴν Φιφίτσα μου μὲ τὰ μάτια των.... Κ’ ἐγὼ τὸ εἶχα, μαράζι ’ς τὴν καρδιὰ μου ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν παντρέψω.... Νὰ πῶς ἔρχονται τὰ πράγματα καμμιὰ φορά.... ἀργεῖς, ἀργεῖς, μὰ ἡ τύχη δουλεύει.... τὸ καλὸ τὸ ῥιζικὸ δὲν χάνεται καὶ ἡ Φιφίτσα μου παντρεύεται κ’ ἐγὼ ἡσυχάζω, καὶ ᾑ ἄλλαις σκάζουν καὶ πλαντάζουν.... Θὰ ἔχῃ σπίτι δικό της τώρα, θὰ ἔχῃ ἁμάξας, ὑπηρέτας, θὰ δίδη συναναστροφὰς κ’ ἐγώ θὰ τὴν καμαρώνω.... καὶ ᾑ ἄλλαις θὰ σκάζουν!.. θὰ εἶνε ἡ πρώτη μέσ’ ’ς τήν Ἀθήνα.... μὲ τέτοιον ἄντρα πῶς νὰ μὴν εἶνε ἡ πρώτη; τί θὰ εἰπῇ; Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος εἶνε αὐτός!

κ. Πατεριαδησ ἰδίᾳ κεκλεισμένα ἔχων τὰ βλέφαρα καὶ τὴν χεῖρα τοῦ Σκαφαρέντζου πάντοτε κρατῶν. — Ἐκεῖ ποῦ θὰ ζητήσω εἴκοσι χιλιάδες δραχμαὶς δὲν ζητῶ καλλίτερα ἑβδομῆντα; τί ὀγδοῆντα τί ἑκατὸν πενῆντα;… διότι ἑκατὸν πενῆντα πρέπει νὰ τῆς δώσω… Ὁ Σκαφαρέντζος θὰ μοῦ εὕρῃ τὸ δάνειον, αὐτὸς μοῦ ηὗρε τὸν γαμπρὸ καὶ δὲν θὰ μοῦ εὕρῃ ἑβδομῆντα χιλιάδες δραχμαίς;… Αὐτὸς δὲν θὰ τῇς δεχθῇ, διότι εἶνε ἑκατομμυριοῦχος, ἀλλ’ ἐγὼ πρέπει νὰ δείξω ὅτι ἡ κόρη μου ἔχει τὴν προῖκά της.... Μὰ ἂν πρόκειται νὰ μὴν τῇς δεχθῇ, ὅπως καὶ δὲν θὰ τῆς δεχθῇ, ἀφοῦ εἶνε ἑκατομμυριοῦχος, διατί τότε νὰ μὴν τῇς κάμω διακόσιαις χιλιάδες; μήπως θὰ χάσω τίποτε; τὸν τόκον μόνον ποῦ θὰ πληρώσω δι’ ὀλίγας ἡμέρας!… Διακόσιαις ὀλίγαις εἶνε.... καλλίτερα τριακόσιαις.... κτυποῦν περισσότερον εἰς τὰ μάτια.... Ναί, μὰ ἂν ἔξαφνα κατὰ στραβοῦ διαβόλου τῇς δεχθῇ; ἂν ἔξαφνα τὴν πάθω; τί γινόμεθα ὕστερα; Ὄχι, ὄχι… ἂς μείνωμεν εἰς τὰ πρῶτα.... εἰς τῇς ὀγδοήκοντα χιλιάδες!… Καλὰ ἔκαμε ἡ γυναῖκά μου καὶ τοῦ εἶπεν ὁγδοήκοντα.... μὲ βγάζει κ’ ἐμένα ἀπὸ χίλιους μπελλιάδες… Ἐπὶ τέλους ἐγὼ εἶμαι Πατεριάδης καὶ αὐτὸς εἶνε Παλαιολόγος!… ὁ καθεὶς μὲ τὰ μέσα του!…

γερων Σκαφαρεντζοσ ἰδίᾳ κεκλεισμένα ἔχων τὰ βλέφαρα. — Ἐγώ, ἐγώ, ἐγὼ τὰ κατώρθωσα.... ναί, ἐγώ, μάλιστα.... καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁ Πατεριάδης δὲν ἐννοεῖ ν’ ταφήσῃ τὸ χέρι μου… ὅλον μ’ εὐχαριστεῖ.... Νομίζω ὅτι κοιμᾶται καὶ ὀνειρεύεται, ἔχει σπασμούς, διότι ὅλην τὴν ὥραν μοῦ σφίγγει τὸ χέρι.... Ἐγὼ τὰ κατώρθωσα, διότι ἐγὼ ἔφαγα μαζῆ του εἰς τὸ ξενοδοχεῖον, ἐγὼ τὸν εἶδα εἰς τὸν χορόν, ἐγὼ τὸν ἔδειξα εἰς τὴν Πατεριάδαινα, ἐγὼ τῆς εἶπα τί νὰ κάμῃ, ἐγὼ τὰ ἐτελείωσα καὶ δὲν θὰ μοῦ εἶνε εὐγνώμονες καὶ δὲν θὰ τοῦ πουλήσω δέκα χιλιάδες Λαύρεια; Μὰ ἂν δὲν τὰ ἀγοράσῃ θὰ εἷνε πολὺ μασκαρᾶς. Διότι ἐπὶ τέλους εἰς ἐμὲ θὰ χρεωστῆ τὴν εὐτυχίαν της ἡ Φιφίτσα. Τὴν κάνω Παλαιολογίνα, ὅπως ἔλεγεν ὁ Δρέλλιας καὶ πρέπει νὰ εἶνε πολὺ σπουδαῖον πρᾶγμα διὰ νὰ τὸ λέγῃ ἔστι.... καὶ τέλος πάντων τῆς δίδω ἑκατομμύρια, διότι ἐγὼ τῆς τὰ δίδω, ἐγώ, ἐγώ....

Φιφιτσα, ἥτις αἰσθανθεῖσα ψῦχος εἰσῆλθε πρὸ μικροῦ καὶ ἐκάθησε πλησίον τοῦ Σκαφαρέντζου ἰδίᾳ καὶ τὰ βλέφαρα ἔχουσα κεκλεισμένα. — Τὸ ὄνειρόν μου συνεπληρώθη!… ὡραῖος, πλούσιος.... εὐπατρίδης!… Καὶ τί εὐγένεια; αἰώνων εὐγένεια!… Οἱ Ἁψβοῦργοι τῆς Αὐστρίας ἀνῆλθον εἰς τὸν θρόνον εἰς τὰ 1273 δέκα δεκαπέντε ἔτη ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Παλαιολόγους.... οἱ Χοεντζόλερν εἶνε μία ἀρχαία οἰκογένεια τοῦ 800, πότε ὅμως ἐβασίλευσαν; μόλις εἰς τὰ 1700, ἕως τότε ἦσαν ἁπλοῖ πρίγκιπες.... Ἂ, ἂν ἐσώζετο ἡ οἰκογένεια τῶν Χοχενστάουφεν, μάλιστα, ἐκείνη δὲν λέγω, διότι οἱ Χοχενστάουφεν ἦσαν αὐτοκράτορες τῆς Γερμανίας εἰς τὰ 1138. Ὅσον διὰ τοὺς Ῥωμάνωφ τῆς Ῥωσίας δὲν λογαριάζονται σχεδόν, διότι αὐτοὶ εἶνε τοῦ 1600. Κρῖμα ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τίτλους εἰς τὴν Ἑλλάδα φανερά… θὰ ἤμουν πριγκιπέσσα.... Θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ φύγωμεν, θὰ πᾶμε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὑπομονή, τί νὰ γίνῃ, ἀφοῦ δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν οἱ ἀνόητοι τοὺς ἀποχαιρετίζομεν διὰ παντὸς.... καὶ πλέον εἰς τὸ Παρίσι Madame la princesse Chariclie de Paleologos des Empereurs de Constantinople!....

Ξανθοσ Νεοσ εἰσελθὼν μετὰ τῆς Φιφίτσας, ὄχι διότι ᾐσθάνθη ψῦχος ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, ἀλλὰ διότι δὲν δύναται πλέον νὰ μένῃ μακρὰν αὐτῆς οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ἰδίᾳ καὶ μετ’ ἀγάπης παρατηρῶν τὴν Φιφίτσαν. — Τί πλάσμα!… καὶ τί τύχην ποῦ εἶχα!… Ὁ ἀνόητος ἐγώ!… δὲν ἤθελα νὰ ἔλθω εἰς αὐτὸν τὸν χορόν, διότι δὲν ἐγνώριζα κανένα σχεδόν. Ἰδοὺ πῶς γίνονται αἱ γνωριμίαι.... Ναί, μὰ ἂν δὲν ἐγλυστροῦσεν εἰς τὴν σκάλαν καὶ ἂν δὲν εὑρισκόμουν ἐγὼ ἀπ’ ὀπίσω θὰ τὴν ἐγνώριζα;… Πῶς ὄχι;… ἀφοῦ τῆς ἔκαμα ἐντύπωσιν ἐκείνην τὴν στιγμὴν θὰ τῆς ἔκαμνα καὶ κατόπιν.... Ἀπόδειξις ὅτι ἐχόρευσε καὶ τὸ βὰλς μαζῆ μου… Πῶς παρεξήγησα ἐκείνην τὴν κίνησίν της ὅταν μ’ ἐχαιρὲτισεν… Εἶχε δίκαιον ἡ μητέρα της… αὐτὸ ἦτο, τῆς ἦλθε ζάλη καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ πέσῃ… τὴν εἶδα τὴν κίνησίν της.... Μὰ τόσον ὡραῖος εἶμαι λοιπόν; Εἶχα πάντοτε αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅτι εἶμαι εὔμορφος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν. Ὡραῖος καὶ Παλαιολόγος πῶς νὰ μὴ μ’ ἐρωτευθῇ ἀμέσως; Ἐγὼ θαυμάζω μάλιστα πῶς ἤργησα καὶ τόσον.... ἀλλὰ δὲν μ’ ἐγνώριζεν.... ἂν μ’ ἐγνώριζεν ὁ γάμος μας Θὰ εἶχε τελειώσει ἀπὸ πέρυσιν… Ἄχ, ἐκεῖνος ὁ λοῦστρος τῆς Ζακύνθου τί εὐτυχὴς νὰ ἔχῃ τὰ ἔγγραφά του ὅλα ἐν τάξει!… ἐγὼ ποῦ νὰ τὰ εὕρω τώρα; Αὐτὸ εἶνε μεγάλη δυστυχία καταστρέφουσα ἐν μέρει τὴν εὐτυχίαν μου!…

κ. Ιωαννης Μαθιμαλησ ὀνειρευόμενος. — Πολὺ καλά, ἐστεφάνωσα τήν Φιφίτσαν μὲ αὐτὸν τὸν ξανθὸν νέον, ὅστις εἶνε τόσον καλός, μὰ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ στεφανώσω τὸν Πατεριάδην μὲ τὸν Σκαφαρέντζον; ἔπειτα πῶς θὰ γείνῃ αὐτό;… εἶνε δυνατὸν δύο ἄνδρες νὰ στεφανωθοῦν; Ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ Πατεριάδης καὶ ἡ κοινωνία δὲν λέγει τίποτε τί μὲ μέλει ἐμένα; Τί πρόοδος!… νὰ ὑπανδρεύωνται δύο ἄνδρες!… καὶ αὐτὸ τὸ ὀφείλομεν εἰς τὸν ἠλεκτρισμόν.... Ἀμ’ δι’ αὐτὸ ἔγεινε καὶ ἡ Ἑταιρία τῶν Ἐργοληψιῶν· τώρα τὸ ἐννοῶ.... Τί πρόοδος ἀπίστευτος!… Ποῦ εἶνε τὰ στέφανα; Φέρετέ τα λοιπὸν νὰ τελειώσω καὶ μ’ αὐτοὺς τοὺς προοδευτικούς.... Τί εἶνε;… τὰ στέφανα σᾶς εἶπα.... Αἴ, καὶ τί μ’ ἐνδιαφέρει ἂν θὰ ἔλθῃ ἡ γυναῖκα του;… Ἐδῷ ἡμεῖς προοδεύομεν· ὁ γάμος γίνεται ἐπισήμως· νὰ καὶ ἡ ἄδεια τοῦ Μητροπολίτου.... Ποιός; αὐτός;… Καλὰ, ἂς εἶνε.... τὰ στέφανα σᾶς λέγω.... Μὰ νά της ἡ γυναῖκα του, τί φωνάζετε πῶς δὲν θέλει; δὲν τὴν βλέπετε ἐκεῖ κάτω;… νά, ἐκεῖ, ἐκεῖ, αὐτὴ ἡ κουκουβάγια, αὐτή, αὐτή, βέβαια.... αὐτὴ εἶνε ἡ γυναῖκά του.... Πῶς ἔγεινε κουκουβάγια;… ξεύρω κ’ ἐγὼ πῶς ἔγεινεν; ἐν τούτοις τὴν βλέπετε, δὲν εἶνε κουκουβάγια; καὶ δὲν εἶνε ἡ γυναῖκά του;… τί μ’ ἐρωτᾶτε λοιπόν;… Ἂ, τὰ στέφανα… πολὺ καλά… Αἴ, μὰ τί ἔπαθεν ὁ Πατεριάδης;… διατί τὸν δέρνει τὸν Σκαφαρέντζον; πῶς; ἀπὸ τώρα; πρὶν νὰ γείνῃ ὁ γάμος; Πιάστε τον....

Τὸ ὀξύτατον τοῦ σιδηροδρόμου σύριγμα φαίνεται διέκοψε τὸ ὄνειρον τοῦ κ. Μαθιμάλη, διότι ἀφυπνίσθη ἐπὶ τέλους καὶ ἐγερθεὶς εἶδεν ὅτι τὸ τραῖνον εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς Γ′ Σεπτεμβρίου πλησιάζον πρὸς τὸν σταθμόν.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ στρεφόμενος καὶ βλέπων πάντας τοὺς ἐν τῷ ἑτέρῳ ἡμιδιαμερίσματι εὑρισκομένους, οἵτινες ἤνοιξαν καὶ αὐτοὶ τὰ βλέφαρα μετὰ τὸν συριγμόν, ἐφαίνοντο δὲ πλέοντες ἐν πελάγει χαρᾶς. — Ἐδῷ εἷσθε ὅλοι; ἐφθάσαμεν λοιπόν; [Παρατηρῶν τὸν Ξανθὸν Νέον καὶ μειδιῶν] Μπρὲ Κωνσταντῆ καὶ σὺ ἐδῷ; Ἤσουν καὶ σὺ ’ς τὸ χορό;

Ξανθοσ Νεοσ ἐρυθριῶν καὶ ὑπεγειρόμενος ὅπως χαιρετίσῃ τὸν κ. Ἰωάννην Μαθιμάλην, δι’ ἀσθενοῦς δὲ φωνῆς. — Μάλιστα.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ εὑρισκόμενος εἰσέτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὕπνου ἀλλ’ αἰσθανόμενος μεγίστην χαρὰν δι’ ὅ τι ἔβλεπεν. — Μπράβο παιδί μου.... Ἐγὼ τὸ εἶπα, ἐσὺ θὰ πᾷς ἐμπρὸς, καθὼς εἶσαι καὶ κοσμογυρισμένος.... Ἆ, ἀλήθεια, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ ηὗρεν ὁ γάλλος ὁ ναύαρχος καὶ μοῦ ἐζητοῦσεν ἕνα τροφοδότην τῶν πλοίων. Λοιπὸν ἐγὼ τοῦ εἶπα ὅτι καλλίτερον τροφοδότην δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρη εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀπὸ τὸν Κωσταντῆ τὸν Παλαιολόγον.... Μοῦ εἶπε μάλιστα πῶς θὰ σὲ φωνάξῃ νὰ σὲ ἰδῇ ὁ ἴδιος… Σ’ ἐφώναξε; ἐπῆγες; τὸν εἶδες;

Ξανθος Νεοσ ἐν μεγίστῃ στενοχωρίᾳ τονθορύζων, — Μά… μά… λιστα.... σᾶς εὐχαριστῶ.

κ. Ιωαννησ Μαθιμαλησ. — Ἄ, τίποτε, παιδί μου.... Ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ γιατὶ ἀπὸ μικρὸς ἤσουν πάντοτε καλὸ παιδὶ καὶ ὅ τι θέλεις νὰ ἔρχεσαι νὰ μοῦ τὸ ζητᾷς ἐλεύθερα πάντοτε.... Αἴ, δὲν εἶσαι καλλίτερα τώρα τροφοδότης ’ς τὴν πατρίδα σου παρὰ ποῦ ἔτρεχες τὸν κόσμον ὅλον κουριέρης μὲ τοὺς ἄγγλους; Βλέπεις ὅτι ἡ συμβουλή μου δὲν ἦτον κακή.... Ἄ, ἐφθάσαμεν.... καλὴν νύκτα σας λοιπόν.... Αὔριον, Πατεριάδη, θὰ ἔλθω νὰ σ’ εὕρω νὰ σοῦ διηγηθῶ ἕνα περίεργον ὄνειρόν μου.... Καληνύκτα σας!… ἢ μᾶλλον καλημέρα σας!..

νεοσ Δρελλιασ ὡς ἐσταμάτησε τὸ τραῖνον ῥιπτόμενος ἔξω τῆς θύρας, διότι παρ’ ὀλίγον νὰ πάθῃ μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ τὸν γέλωτα βλέπων τὰ δεκαπηχιαῖα πρόσωπα πάντων. — Μωρὲ μπόμπα!....

Φιφιτσα, εἰς ἣν ὁ Ξανθὸς Νέος ἡτοιμάζετο νὰ δώσῃ τὸν ἐπενδύτην αὐτῆς ἁρπάζουσα τοῦτον καὶ κατερχομένη τοῦ βαγονίου. — Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε....

κυρια Πατεριαδου ἀκολουθοῦσα καταπόρφυρος τὴν θυγατέρα της. — Κύτταξε, ἔχει κανένα ἁμάξι;

γερων Σκαφαραεντζοσ κατερχόμενος ἀφοῦ ἐχαιρέτισεν ἐλαφρῶς τὸν Ξανθὸν Νέον ἰδίᾳ. — Τόση ὁμοιότης… εἶνέ τι περίεργον!…

κ. Πατεριαδησ διερχόμενος πρὸ τοῦ Ξανθοῦ Νέου χωρὶς νὰ τὸν χαιρετίσῃ. — Νά. ἐκεῖ κάτω, Φιφίτσα, εἶνε ἕνα ἁμάξι....

Ξανθοσ Νεοσ, ὅστις ἔμενεν ὡς στήλη ἁλὸς ἰδίᾳ. — Μὰ τί ἔπαθαν ὅλοι τους; Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω τίποτε....

γερων Σκαφαρεντζοσ ἀκολουθῶν ἐν τῇ ὁδῷ τὸν κατελθόντα μετ’ αὐτοῦ Πατεριάδην. — Νὰ μὲ πετάξετε κ’ ἐμένα εἰς τὸ σπίτι μου, ἀφοῦ ἔχετε ἁμάξι....

κ. Πατεριαδησ παρὰ τὴν θύραν τῆς ἁμάξης, ἐν ᾖ εὑρίσκονται ἤδη ἡ κυρία Πατεριάδου μετὰ τῆς θυγατρός της περίλυποι καὶ ἀποφεύγουσαι τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων ἐπιβατῶν, οἵτινες ἐνῷ διέρχονται σπεύδοντες καὶ ἀναζητοῦντες ἁμάξας ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τελευταίων συμβάντων, φαίνηται ἐν τούτοις εἰς τὰς περιλύπους γυναῖκας ὅτι μειδιῶσα χαιρεκάκως, στρεφόμενος πρὸς τὸν Σκαφαρέντζον. — Ἐσὺ δὲν ἔβλεπες καλλίτερα παρὰ μᾶς ἔκαμες αὐτὴν τὴν ἱστορίαν;…

γερων Σκαφαρεντζοσ διατελῶν ὑπὸ τὸ κράτος τὴ ἀπροσδοκήτου ἀποκαλύψεως. — Μπρὲ ἀδελφέ, μὲ ἠπάτησεν ἡ καταπληκτικὴ ὁμοιότης....

κ. Πατεριαδησ ἀνερχόμενος εἰς τὴν ἅμαξαν ὀργίλως. — Ὁμοιότης!.... Εἶσαι ἕνας γάϊδαρος πρώτης τάξεως....

γερων Σκαφαρεντζοσ, ὅστις ἡτοιμάζετο ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἅμαξαν ὀπισθοχωρῶν ἐμβρόντητος. — !!!!!

κ. Πατεριαδησ κλείων μετὰ πατάγου τὴν θυρίδα τῆς ἁμάξης. — Εἰς τὸ σπίτι, ἁμαξᾶ, τράβα!…

Φιλη, μεθ’ ἧς συνωμίλει ἐν ἀρχῇ τοῦ χοροῦ ἡ Φιφίτσα, ἐπὶ ἄλλης ἁμάξης εὑρισκομένη, ἀνακαλύπτουσα τὴν Φιφίτσαν καὶ ἐνῷ ἡ ἅμαξα τρέχει κραυγάζουσα. — Δὲν σὲ εἶδα, Φιφίτσα μου, καθόλου.... Νὰ ζήσῃς!… ἔπειτα ἀπὸ τὸ μεσημέρι θὰ ἔλθω νὰ μοῦ τὰ εἰπῇς.... Σὲ συγχαίρω....

κ. Πατεριαδου ἔνδακρυς. — Ἄχ, τὸ προαίσθημά μου!…

Φιφιτσα μόλις συνέχουσα τὰ δάκρυά της. — Τροφοδότης!…

κ. Πατεριαδησ στρεφόμενος ἐν ὀργῇ πρὸς τὸν ἐμβρόντητον ἀπομείναντα γέροντα Σκαφαρέντζον καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἅμαξα ἐκκινεῖ. — Γάϊδαρε!…

Δημ. Α. Κορομηλασ