Ὁ μαγνητισμός
Συγγραφέας:
Τὰ Ἅπαντα (1873)


ΘΑΥΜΑΤΑ ἀκούω στῆς Ἀθηνᾶς τὴν ξακουσμένη πόλη!
Μαγνητισμὸς ἐδῶ κ’ ἐκεῖ,
Πιστεύουνε καλοὶ κακοὶ
Καὶ μαγνητίζουν ὅλοι.

Ἀρχήνισα τὸν σκύλο μου κ’ ἐγὼ νὰ μαγνητίσω,
Βάνω τὰ χέρια… τί χαρά!
Εὐθὺς ὁ σκύλος τὴν οὐρὰ
Κουνάγει ὀμπρὸς καὶ ὀπίσω.

Παίρνω μιὰ κόττα στὴν αὐλὴ καὶ βάνω στὰ φτερά της
Τὰ χέρια μου καὶ καρτερῶ…
Τινάζει ἡ κόττα τὸ φτερὸ
Καὶ πάγει εἰς τὴ δουλειά της.

Παίρνω σιμὰ τὴ γάττα μου, τὴ σφίγγω, νιαουρίζει…
Δὲν καλοπρόφθασα νὰ διῶ
Καὶ μὲ τὰ πόδια της τὰ δυὸ
Τὰ χέρια μοῦ ξεσχίζει.

Βάνω τὰ χέρια στὸ πουγγὶ καὶ στέκω καὶ προσμένω·
Σὰν πούπουλο γυρίζει αὐτὸ,
Καὶ τὸ κυττάζω… οὐδὲ λεπτὸ
Δὲν εἶχε τσακισμένο.

Καλὰ καὶ μὲ καλέσανε σὲ φίλου μου τραπέζι.
Πίνομε, πίνομε… καὶ αὐτὸ
Μ’ ὅλο τὸ σπίτι, χορευτὸ
Ἀρχήνισε νὰ παίζῃ.

Πᾶμε νὰ μαγνητίσωμε καὶ τοῦ Διὸς μιὰ στήλη.
Γυρίζει ἡ στήλη ἐδῶ κ’ ἐκεῖ…
Μᾶς ’φάνη ἡ θάλασσα φακῆ
Καὶ ὁ οὐρανὸς σφονδύλι.