Ο Τρύφων και η Χρυσόφρυδη

Σκαραβαίοι και Τερρακότες
Συγγραφέας:
Ο Τρύφων και η Χρυσόφρυδη


Ο ΤΡΥΦΩΝ ΚΑΙ Η ΧΡΥΣΟΦΡΥΔΗ

ΤΑ τρία τἀδέρφια ἐμέρασαν καὶ πῆραν
καθένας χωριστὰ κι ἀπὄνα δρόμο:
ὁ πρῶτος τῆς Δουλειᾶς, ὁ ἄλλος τῆς Μοίρας
καὶ τῆς Ἀγάπης ὁ στερνὸς πῆρε τὸ δρόμο.
-Ἐγὼ εἶμαι ὁ Τρύφων ὁ στερνός, ποῦ πῆρα
τῆς Ἀγάπης τὸ δρόμο!

Μαζεύει ὁ πρῶτος χεροπάλαμα
τἀσῆμι καὶ τὸ μάλαμα,
σκορπάει στὴ στράτα ὁ ἄλλος χεροπάλαμα
τἀσῆμι καὶ τὸ μάλαμα,
κι ὁ Τρύφων ὁ στερνὸς σκορπάει τραγούδια
καὶ μαζεύει λουλούδια.

Καὶ κάτω ἀπ’ τὰ λουλούδια ὀχιές, δεντρογαλιές,
μιὰν ἁρμαθιὰ δένουν φιλιὲς
καὶ τὰ πουλιὰ ἀπὸ τὶς φωλιὲς
τὸ κελαϊδοῦνε:
τὸ πῶς μερώνουν κ’ οἱ ὄχεντρες
σὰν ἀγαποῦνε!

Κι ὁ Τρύφων ὁ στερνός σκορπάει τραγούδια
καὶ μαζεύει λουλούδια.
. . . . . . . . . . . . .
Κάπου ἀπαντάει τὸ γέρο του παπούλη
ποῦ μεροφάγι μεροδούλι
ξεφάντωσε ὅλα του τὰ νιᾶτα
καὶ γύριζε ἀπ’ τὴν ἴδια στράτα
καὶ τοῦ ἀκλουθούσανε πολλοί,
μοῦλες καὶ μοῦλοι...

—Ὧρες καλές, τἀνίψι μου· ἀμετάνοιωτος
νὰ γύρῃς σὰν καὶ μένα πάλι πίσω.
-Μὲ τὴν εὐχή σου, γέρο· τὴ Χρυσόφρυδη
θὰ πάω νὰ κυνηγήσω.
―Ὧρες καλές, τἀνίψι μου· μἀνάνιωσες
ποῦ δὲν ντροπιάζεις τὴ γενιά σου.
-Μὲ τὴν εὐχή σου, γέρο· τὴ Χρυσόφρυδη
θὰ πάω νὰ ξελογιάσω.

Κι ἀπ’ τὸ ἡλιοστάσι ὡς τὸ ἡλιοτρόπι
χῶρες περνάει, περνοῦνε τόποι,
κι ἀπ’ τὸ ἡλιοτρόπι ὡς τὸ ἡλιοστάσι
προβαίνει δίχως ν’ ἀποστάσῃ·

τὰ στήθια δὲν τοῦ καί’ ἡ ἀλήθεια·
βρίσκει τἀθάνατο νερὸ
-ἕναν καιρὸ καὶ μιὰ φορὰ- στὰ παραμύθια.

Καὶ κάπου μιὰ νυχτιά, κ’ ἦταν ἡλιόκριση
τοῦ φεγγαριοῦ, τὴ βρίσκει
ποῦ τὸν ἀνάμενε ἡ Χρυσόφρυδη
στὴν κρουσταλλένια τῆς Ἀγάπης βρύση,
κι ὁ νοῦς του δὲν ταράχτη
ποῦ λάμπαν τὰ ξανθά της σὰν χρυσόνεμα
στὸ ἐλεφαντένιο ἀδράχτι...

-Χαρὰ στὸν ἐρωτόκριτο, τὸν ἄξιο ἀρχαύλη
ποῦ σέρνει ἀγάπες πίσω του κοπάδια
μὲ τὰ γλυκὰ τραγούδια του καὶ τὸ σουραύλι
καὶ μὲ τἀβάσκαντα γλυκά του μάτια,
ποῦ στοίχημα θενὰ τοῦ βάλω:
ἂν μ’ ἀποστάσῃς στὸ χορό, μὲ παίρνεις σκλάβα,
κι ἂν σ’ ἀποστάσω λάλημα, σὲ παίρνω σκλάβο!
. . . . . . . . . . . . .
Ἐγὼ εἶμαι ὁ Τρύφων, δόξα μου! ποῦ πῆρα
τὴ Χρυσόφρυδη σκλάβα!