Χωρὶς νὰ τὸ μάθει ποτέ, ἐδάκρυσε,
ἴσως γιατὶ ἔπρεπε νὰ δακρύσει,
ἴσως γιατὶ οἱ συφορὲς ἔρχονται.


Ἀπόψε εἶναι σὰν ὄνειρο τὸ δείλι·
ἀπόψε ἡ λαγκαδιὰ στὰ μάγια μένει.
Δὲν βρέχει πιά. Κι ἡ κόρη ἀποσταμένη
στὸ μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σὰ δυὸ κεράσια χώρισαν τὰ χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ὡς ἀνασαίνει,
στὸ στῆθος της ἀνεβοκατεβαίνει
τὸ πλέον ἁδρὸ τριαντάφυλλο τ' Ἀπρίλη

Ξεφεύγουνε ἀπ' τὸ σύννεφον ἀχτίδες
καὶ κρύβονται στὰ μάτια της· τὴ βρέχει
μιὰ λεμονιὰ μὲ δυὸ δροσοσταλίδες

ποὺ στάθηκαν στὸ μάγουλο διαμάντια
καὶ ποὺ θαρρεῖς τὸ δάκρυ της πὼς τρέχει
καθὼς χαμογελάει στὸν ἥλιο ἀγνάντια.