Ὁ Πανταρώτας
Συγγραφέας:


Ὁ μπάρμπ᾿ - Ἀλέξης ὁ Καλοσκαιρῆς δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάρωνος, διὰ νὰ πηδήση εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του. Καλὰ ποὺ εὑρέθη καὶ αὐτὸ τὸ ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, διὰ νὰ θαλασσοπνίγεται καὶ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ὁ μπαρμπ᾿ - Ἀλέξης. Ἦτο πτωχός, πάμπτωχος. Τόσα χρόνια ποὺ ἐγύριζε στὴν ξενιτειὰ κι ἐταξίδευε μὲ ξένα καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπὴν δὲν εἶχε ἰδεῖ. Παραπάνω ἀπὸ λοστρόμος δὲν κατώρθωσε νὰ φθάση. Ἄλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες, ἀπέκτησαν σκοῦνες καὶ βρίκια, καὶ δυὸ - τρεῖς μάλιστα εὑρίσκοντο τὸ-σήμερο σὲ μπάρκα. Κι αὐτὸς δὲν εἶχε τὸ-σήμερο οὐδ᾿ ἕνα κότερο, μόνον ἦτο ἠναγκασμένος μ᾿ αὐτὴν τὴν παλιόβαρκα, ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ πορισθῆ τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας του. Καὶ εἶχεν οἶκοι δυὸ «ἀδύνατα μέρη», ἐν ὥρᾳ γάμου, καὶ οἱ γαμβροί, κατάλαβες, τὸ-σήμερο, γυρεύουν πολλά: σπίτι, ἀμπέλι, ἐλαιῶνα, παλιοχώραφα, τὰ χρειαζούμενα τοῦ σπιτιοῦ ὅλα, καὶ τὸ μέτρημα χωριστά.

Μήπως εἶχε τουλάχιστον, βοήθειαν ἀπὸ κανένα; Ἐκ τῶν δυὸ υἱῶν τοῦ ὁ νεώτερος, ὁ Δημήτρης, καλή του ὥρα, ὑπηρετοῦσε, ἂς εἶχε ζωή, εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Καλὰ ναυτικὰ ἤθελε μάθη! Ὁ ἄλλος, ὁ Ἀποστόλης, ὁ μεγαλείτερος, ἔλειπε χρόνια εἰς τοὺς ὠκεανούς. «Οὔτε γράμμα, οὔτε ἀπηλογιά». Πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶχε μάθει, ὅτι ἦτο μὲ ἓν ἀγγλικὸν ἀτμόπλοιον ναύτης, καὶ ὅτι περνοῦσε γιὰ Ἰταλός. Ἂς πὰ-νὰ περνοῦσε καὶ γιὰ Σκλαβοῦνος! Αὐτὸς διάφορο δὲν εἶχε. Ὡς ὁ κατάδικος εἰς τὸ ἰκρίωμά του, ὡς ὁ κοχλίας εἰς τὸ κέλυφός του, ὁ μπάρμπ᾿ - Ἀλέξης ἦτο προσηλωμένος εἰς τὴν λέμβον του. Ἐταξίδευε μεταξὺ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ὠρεῶν καὶ Αἰδηψοῦ. Διεπόρθμευε κάτι μικρὰ ἐμπορεύματα, σπανίως ἐπιβάτας. Ἅπαξ τοῦ μηνὸς κατέπλεεν εἰς τὴν χθαμαλήν, εὐλίμενον νῆσον του, διὰ νὰ φέρῃ ἐξοικονόμησιν εἰς τὴν γριὰ καὶ τὰς δυὸ κόρας του.