Ὁ Ἀμφίωνας
Συγγραφέας:


Σὰν ὁ Θηβαῖος, ὁποῦ σὲ τόσα μέρη
τοὺς βράχους μὲ τὴ λύρα εἶχε κινήσει,
εἶδε τ' ὡραῖο βασιλικό του ταῖρι
ἔρμη πέτρα βουνοῦ νὰ καταντήσῃ.

Μὲ τ' ἀκουσμένο ἑφτάχορδο στὸ έρι
ἐβάλθηκε ἁρμονία τέτοια νὰ χύσῃ,
πὤμειναν τ' ἄστρα, ἐστάθηκε τ' ἀέρι,
δίχως ἡ ἀθλία νὰ ξαναλλάξῃ φύση.

Ἄχ! τοῦ κάκου τῆς λύρας κάθε τόνο
ἐδοκίμασε ὸ μαῦρος· κρεμασμένη
τὴν ἄφηκε γι' αὐτὸ σὲ δένδρου κλῶνο·

κ' εἶπε: Μήτε Θεὸς τὴν ἀνασταίνει
ἀνίσως λάχῃ ἀπὸ θανάτου πόνο
νἆσαι μάνας καρδιὰ μαρμαρωμένη.