Οι στίχοι στην πατρίδα μου

Οι στίχοι στην πατρίδα μου
Συγγραφέας:
Το ποίημα συγγράφηκε τον Μάρτιο του 1883.


Οι στίχοι στην πατρίδα μου είναι καθάριο μέλι,
απ’ της καρδιάς βυζαίνονται το άνθος μυστικά,
μέσα στο νου φυλάγονται, σα μέσα σε κυψέλη,
κι είναι στολίδια της χαράς, της λύπης γιατρικά.
Οι στίχοι στην πατρίδα μου είναι καθάριο μέλι.

Όταν γλεντούμ’ ακούραστα του γάμου τις ημέρες
κι η νύφη σέρνει το χορό μπροστά καμαρωτή,
με στίχους την παινεύουνε παρθένες συμπεθέρες
και ζωντανεύ’ η όρεξη και ο χορός κρατεί
όσο γλεντούμ’ ακούραστα του γάμου τις ημέρες.

Οι στίχοι, όταν οι πληγές του χάρου μάς λαβώνουν,
σε μοιρολόγι’ ακούονται κατάμαυρα, βαριά,
μαζί ξεσχίζουν την καρδιά και τηνε βαλσαμώνουν
και φέρνουν με τα δάκρυα και την παρηγοριά
οι στίχοι, όταν οι πληγές του χάρου μάς λαβώνουν.

Κάθε αϊ-Βασίλη και Χριστού, κάθε Λαμπρή και Φώτα,
ημέρες για τα σπίτια μας ευχών και παιγνιδιών,
χελιδονάκια της χαράς μάς φτάνουν πρώτα πρώτα
και κελαηδούν οι στίχοι μας στα χείλη των παιδιών
κάθε αϊ-Βασίλη και Χριστού, κάθε Λαμπρή και Φώτα.

Του ριζικάρη τ’ αϊ-Γιαννιού γιορτή σαν ξημερώσει
κάθουντ’ οι νιες ολόγυρα στ’ αμίλητο νερό
και καθεμιάς τη μοίρα της θα ’ρθεί να φανερώσει
στιχάκι πότε ολόγλυκο και πότε αγκαθερό,
του ριζικάρη τ’ αϊ-Γιαννιού γιορτή σαν ξημερώσει.

Όταν η κόρ’ είναι σκυφτή στον αργαλειό μπροστά,
και η σαΐτα έξαφνα στα χέρια της βαραίνει,
οι στίχοι από τα χείλη της πετούν τραγουδιστά
και λησμονιέτ’ ο πόνος της κι η κόρη ξαποσταίνει
όταν δουλεύει ολόσκυφτη στον αργαλειό μπροστά.

— Σας αγαπώ κι έχω από σας μια δόξα να ζητήσω,
ω στίχοι, που αηδονόλαλοι φωλιάζετ’ εδώ πέρα·
ελάτε να με μάθετε να σας βαστώ το ίσο
επάνω στα δροσόχορτα με μια καλή φλογέρα!
Σας αγαπώ κι έχω από σας μια δόξα να ζητήσω!