Οι μεγάλες λύπες

Οι μεγάλες λύπες
Συγγραφέας:


Eκείνο το πρωί που ο πατέρας κι η μητέρα γύρισαν απ’ το ταξίδι, ήμαστε έξω στο δρόμο και παίζαμε με τ’ άλλα τα παιδιά.

– O Γιαννάκης τα φυλάει!

– Kαλά, κι εγώ δεν παίζω, Θοδωράκη!

– Mιχαλάκη, θα σε βαρέσω.

– Kι εγώ θα σε βαρέσω.

Έρχεται τότε έν’ αμάξι μακρουλό και σταματάει απ’ έξω από το σπίτι μας. Kι εγώ, κι ο αδερφός μου ο πιο μικρός, και τ’ άλλα τα παιδιά παρατούμε το παιγνίδι και πάμε στ’ αμάξι. Eίχε απάνω στρώματα ριγωτά, σιδερικά του κρεβατιού με χρυσά πόμολα, του κομού το μάρμαρο, κι αψηλά αψηλά έν’ αρνάκι· έν’ αρνάκι ζωντανό. H θεια μου μας φώναξε μέσ’ από το παράθυρο:

– Nά, σας φέρνουνε κι έν’ αρνάκι!

Όλα τ’ αρνάκια του κόσμου είν’ όμορφα –και ποιο δεν είναι; Kαι το δικό μας ήταν όμορφο, κι ας ήταν μοναχά άσπρο –και τίποτ’ άλλο. Πολλά έχουνε πινελιές, πότε στο πόδι, πότε στην ουρά, πότε στη μούρη. Tούτο δεν είχε τίποτα… Όμως, μόλις το κατεβάσανε κάτω, έδειξε τόσο καλό! Eμένα, με πήρε ευθύς ξωπίσω. Tρέχω εγώ, τρέχει κι εκείνο. Aνεβαίνω εγω, ανεβαίνει και κείνο. Eίχε κάτι ποδαράκια, το πετσί και το κόκαλο! Kαι, καθώς πηδούσε, νομίζεις πως θα σπάσουν στη μέση τα γόνατά του. Σαν τρελό.

T’ αγκαλιάζω απ’ το λαιμό, βάνω το κούτελό μου πάνω στο δικό του και του λέω:

– Bρε κουτό, πού με ξέρεις;

Έκανε σα να με ξέρει!

Ύστερ’ από λίγο, ήρθανε κι ο πατέρας με τη μητέρα. O πατέρας εγκρίνιαζε, είπε πως είμαστε αδύνατοι, πως το σπίτι είναι υγρό και πρέπει να βρούμε άλλο.

Aλήθεια, ξέχασα: θέλουμε να περάσουμε στ’ αρνάκι ένα κομμάτι σχοινί απ’ το λαιμό, για να μη μας φύγει.

– Ωσότου να του βάλουμε την κόκκινη κορδέλα! είπε η μητέρα.

Σκέφτηκα κι εγώ πως, αν είχε μια κόκκινη κορδέλα, θα ’τανε, αλήθεια, τρέλα απ’ την ομορφιά.

– Eγώ θα του την περάσω.

– Aν τα καταφέρνεις! είπε κείνη και γέλασε.

Mα το αρνάκι ήτανε πάντα τόσο κοντά με μας, που το σχοινί του σερνόταν χάμω ή μπερδευόταν στα πόδια του.

Ήταν στα μισά της Σαρακοστής, στα τέλη του Μάρτη, και, κατά τα μεσημέρια, ο καιρός έδειχνε ανοιξιάτικος. Ανοίγαμε την πόρτα κατά το περιβολάκι, το πουλάκι πάνω στο κλουβί κελαδούσε, στο δρόμο γινόταν ησυχία άκρα, και τη γιαγιά την έπιανε νύστα. Έγερνε το καλογερίστικο το κεφάλι της πάνω στο ξυλένιο το πόμολο του καναπέ… Αχ, πού να κλείσει μάτι, αν δεν ησύχαζε κείνο! Σηκωνόταν απάνω, το ’πιανε, το πήγαινε στη γωνιά κι ήθελε εκεί με το στανιό να το ξαπλώσει.

– Κοιμήσ’! Κοιμήσ’!

Μα εκείνο δεν ήταν άξιο μήτε για μια στιγμή να την ξεγελάσει. Μονομιάς, να σηκωθεί! Του ζουλούσε κείνη το λαιμό, κείνο πατούσε τα μπροστινά του πόδια στερεά χάμω, για νά ’βρει πάτημα να ξανασηκωθεί· μα το νύχι του γλιστρούσε στο πάτωμα, και πάλι ξαπλωνόταν χάμω· και πάλι έβανε τη φορά του· έκανε σαν άγριο άλογο που γλίστρησε στον πάγο κι έπεσε, και πάσχει.

– Μυαλό που το ’χεις, καημένη μητέρα! έλεγε η θεια μου, με τα γέλια· να βάλεις τ’ αρνί να κοιμηθεί…

Τότε, το ’παιρνα εγώ και τρέχαμε στο δρόμο, ώς τη γωνία.

Για κείνο είχα ξεχάσει και το γατάκι και τη μαϊμού της γειτόνισσας, που ερχόταν στα κρεβάτια μας κι έκανε τούμπες γύρω απ’ τις σιδερένιες ρίγες.

Εκείνο τον καιρό το γρασίδι δεν ήταν και πολύ μακριά απ’ το σπίτι. Πράσινο χορταράκι ξεφύτρωνε κάμποσο παραπέρα, ώς είκοσι λεπτά δρόμο· πράσινο χορταράκι σε λακκούβες, σε ισιώματα, άκρη σε πεσμένους τοίχους· κάπου κάπου, και κόκκινες παπαρουνίτσες, με την ογρή τη μυρωδιά, που μυρίζει μουσκεμένη γης. Τότε, έμαθα πως το χόρτο το λένε «γρασίδι» και πως το αγαπάνε τα πρόβατα, όπως εμείς, τα παιδιά, αγαπάμε τις πατάτες. Λοιπόν, πιο πολύ από όλα, μ’ άρεσε να πηγαίνω τότες κοντά στ’ αρνάκι, να σκύβω μπροστά στη μούρη του, και να τ’ ακούω να τρώει. Εκείνο καθόλου δεν με πρόσεχε, μόνο κάπου κάπου γυρνούσε τη μούρη του και κατά μένα κι έκανε «χου»· ύστερα ξανάπιανε το γρασίδι. Κι εγώ, τ’ άκουγα να το ξεριζώνει απ’ το χώμα, και την ίδια ώρα, να το κόβει με τα δόντια, να το μασουλίζει… χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… έκοβε, έκοβε, σα να πεινούσε χρόνια και χρόνια, ή σα να φοβόταν πως το γρασίδι ήθελε σωθεί. Χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… Ούτε πουλάκι τόσο γλυκά δεν κελάδησε, όσο τρώει έν’ αρνάκι το γρασίδι. Κι έπειτα ν’ ακούς από τόσο σιμά ένα πρόβατο να τρώει είναι σα να μπαίνεις στο πιο βαθύ το μυστικό που έχει.

Ήθελα να το φιλήσω, μα το μαλλί του συχνά ήτανε πηχτό, κολλημένο απ’ τις λάσπες, είχε και φούχτες σκόνη επάνω του, και μύριζε. Δεν μπορούσα να το φιλήσω, όμως μου άρεσε να το μυρίζω. Της κότας τα πούπουλα και του προβάτου το μαλλί είναι δυο μυρωδιές που σου μαθαίνουνε πολλά, πιο πολλά κι από ένα παραμύθι. Και μια μέρα, όλ’ αυτά τα καταλαβαίνεις, μα τα παραμύθια τα λησμονάς και πάνε.

Πολλά πολλά μου ’μαθε τ’ αρνάκι, με τα πηδήματά του, με τα τρεχάματά του, με τα δόντια του, με την αγκαλιά του, που έφτανε ώς το λαιμό του. Πολλά πράματα ωραία, που δεν τα ’μαθα στο σχολειό και που δεν ξέρω να τα πω. Έβλεπα αρνάκια και πρώτα απάνω, τις τετράψηλες καμάρες –τα πλατάνια– χάμω τα θολά νερά των αυλακιών, και στο πλευρό, τα μεγάλα τα μαντριά με τα πολλά τα πρόβατα. Και στο σπίτι μας μέσα στη σάλα, ήταν αρνάκια –ζωγραφιστά. Ήταν ένα κάδρο στον τοίχο… Στο βάθος, φεγγαράκι κοκκινωπό. Εδώ κι εκεί, σκοτεινά ρείκια και θυμάρια. Έν’ αμαξάκι εξοχικό, πήγαινε. Στη μέση, ένα κοπάδι πρόβατα, το ένα πάνω στ’ άλλο· και ξοπίσω η βοσκοπούλα, κι είχε –για φαντάσου!– είχε έν’ αρνάκι περασμένο στο λαιμό της: με τα χέρια της, κρατούσε τα ποδαράκια του, δυο δυο. Η μαμά μού ’λεγε πως το κάδρο είχε γίνει απάνω στο τραγούδι:

«Μια βοσκοπούλα –τ’ αρνί της χάνει– στην ερημιά».

Μα στο κάδρο, η βοσκοπούλα το είχε ξαναβρεί τ’ αρνάκι της, και το ’χε βάνει έτσι, να την αγκαλιάσει.

Ωστόσο, όλα εκείνα τ’ αρνάκια ήτανε ξένα· τούτο ήτανε δικό μου. Τ’ άλλα ήτανε σαν ψεύτικα· αυτό ήτανε ζωντανό. Άλλο είναι να ’χεις ένα πράμα δικό σου, και να σ’ αγαπάει.

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, ο ουρανός συννεφιάζει κι αλαφροψιχαλίζει. Η μητέρα λέει: «Κι ο ουρανός πενθεί». Έπειτα, αρχίζουν οι λυπητερές καμπάνες. Ο δρόμος, γεμάτος παιδιά. Σμίγουν, χωρίζουν, βαράνε στράκες, ανάβουν από κείνες τις «τρελές», σου ’ρχονται ανάμεσα στα πόδια. Κάπου κάπου, από μακριά, ακούς και τα βαρελότα.

Τ’ απόγεμα, σε πηγαίνουν στην εκκλησία ν’ ασπαστείς. Μα πού βρίσκονται σήμερα τόσα παιδιά; Άλλα παιδιά και δω! Τα πιο πολλά κορίτσια. Κι όλες τους κάτι κάνουν, κάτι σιάχνουν, κάτι φέρνουν, κάτι καταπιάνουνται. Η εκκλησία, περιβόλι.

Κι η καρδιά του περιβολιού, η Αγια-Τράπεζα, στημένη στη μέση· έν’ άσπρο μεταξωτό πανί, κι απάνω χρυσοκέντητος ο Ιησούς Χριστός, πεθαμένος ο Ιησούς Χριστός… κρύο το χρυσάφι του, κρύα τα τριαντάφυλλα που είναι σκόρπια πάνω του και τα πιότερα χάμω… Σου ’ρχεται να κλάψεις, και πάλι ντρέπεσαι· καλά καλά δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται· λες: «καλύτερα να φύγουμε», κι όμως πιο πολύ θέλεις να μείνεις. Κι εσύ δεν ξέρεις… Μα εκείνο που δεν το θέλεις καθόλου, είναι να περάσεις από κάτω απ’ την Αγια-Τράπεζα, μια, δυο, τρεις φορές –να μπεις απ’ τη μια μεριά και να βγεις απ’ την άλλη· και τ’ άλλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, να σε κοιτάνε… Κι όμως πρέπει, αλλιώς δε γίνεται.

Όταν φύγαμε για ν’ ασπαστούμε τον Επιτάφιο, ήθελε νά ’ρθει και τ’ αρνάκι. Σκοτώθηκε να μας πάρει ξοπίσω! Κι άμα το αποτράβηξαν, τίναξε το σχοινί του και ξέφυγε και μας έφτασε. Τότε, γυρίσαμε πίσω, για να το ξεγελάσουμε και να μείνει. Κι εγώ, πρώτη φορά τότε του θύμωσα και, στο θυμό μου, του ’δωσα μια πάνω στο κεφάλι. Στο τέλος, το ’δεσα σφιχτά απ’ το δέντρο, να φωνάζει εκεί του κάκου.

Στο γυρισμό, τ’ αρνάκι έλειπε! Η αυλίτσα ήταν μούσκεμα στα νερά, κι εκείνο έλειπε.

– Τ’ αρνάκι μάς έφυγε! είπε η μητέρα.

Έφυγε τ’ αρνάκι; Και ποιος τ’ άφηκε να φύγει; Πού είχατε το νου σας;

Πρώτη μου φορά θύμωσα που με πήραν τα κλάματα.

– Εγώ θα πάω να το βρω! είπα. Γιατί στοχάστηκα πως κι εγώ έφταιγα. Έν’ από τα δυο: ή το ’κανε επειδή το χτύπησα και δεν τ’ αγαπούσα, ή –το κακόμοιρο– έτρεξε να μας βρει και χάθηκε.

«Μια βοσκοπούλα –τ’ αρνί της χάνει– στην ερημιά…»

– Τέτοια ώρα, πού θα πας; φώναξε η μητέρα. Τώρα νύχτωσε, θα περάσει κι ο Επιτάφιος.

– Εγώ θα πάω! φώναξα με τα κλάματα. Κι έτρεξα κατά την πόρτα. Μα το ’λεγα επίτηδες. Πού να πάω; Εγώ περίμενα να κάνω τους άλλους να κουνηθούν… Στάθηκα κι αφογκραζόμουν, μήπως ακούσω απ’ τα στενά τη φωνή του. Τίποτα! Μοναχά οι στράκες, τα βαρελότα… Γύρισα κατά μέσα. Στο μαγερειό, ήτανε κιόλας φως. Είχαν ανάψει τη λάμπα, και σ’ ένα τραπέζι απάνω βρίσκονταν ένα σωρό κόκκινα κόκαλα, κόκκινα κρέατα και πέτσες άσπρες. Η θεια μου είχε ένα ξυλαράκι, ψιλό σα μολύβι, και γρήγορα, το περνούσε μέσα από τ’ αντεράκια που δεν είχαν τελειωμό. Στάθηκα και κοιτούσα κι απολησμονήθηκα. Όμως μονομιάς ξανάρθα στο σκοπό μου.

– Πάμε να βρούμε τ’ αρνάκι! Πάμε να το βρούμε! Έλα σήκω!

Και την τραβούσα.

Μπα! Μήτε σάλευε, μήτε με παρηγορούσε κανείς.

Στο τέλος, είπε η μητέρα:

– Αύριο, άμα ξημερώσει, θα στείλω εγώ άνθρωπο να το βρει, να μας το φέρει.

Μα όχι, ώς το πρωί θα μας το ’χουν πάρει σ’ άλλο σπίτι· μπορούσαν να το βρούνε οι λύκοι να το φάνε!

– Τώρα θέλω, τώρα! Θύμωσα, χτύπησα τα πόδια μου, κουνούσα το τραπέζι, έσχισα το τετράδιό μου που έγραφα τις αριθμητικές… Τότε η μητέρα μου μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου ’δωσε μια μπάτσα στο μάγουλο.

– Δεν ήθελα να σε χτυπήσω τέτοια μέρα, μα εσύ είσαι θηρίο.

Κι εγώ τα παράτησα πια όλα! Έτρεξα μέσα, στον καναπέ της γιαγιάς, ανέβηκα πάνω, έγινα όλος μια φούχτα, κι εκεί, στα σκοτεινά, ζούλησα το κούτελό μου πάνω στα «μακάτια» που μύριζαν αλαφρό λιβάνι, κι έκλαιγα. Μ’ έτσουζε το μάγουλό μου, μα δεν έκλαιγα γι’ αυτό. Καλά να πάθεις! έλεγα στον ίδιο τον εαυτό μου. Εσύ πονάς· εκείνο τάχα δεν πονούσε, που το χτύπησες στο κεφάλι; Κι άλλες, κι άλλες μπάτσες να φας στα μάγουλα!

Ακούς, να χαθεί τ’ αρνάκι και κανέναν να μην τον μέλει! Ώς αύριο! Τόσες ώρες, ώς αύριο το πρωί! Και να το ’χω και χτυπήσει στο κεφάλι!…

Μήτε αύριο, μήτε ποτέ. Δεν εξαναβρέθηκε. Μου ’μεινε πάλι η γάτα κι η μαϊμού της γειτόνισσας. Πέταξα τη γαβάθα του, που του ζύμωνα κάποτε το φαΐ του, και την έσπασα. Είχα βρει και μια κόκκινη κορδέλα να του περάσω στο λαιμό, άμα θα γινόταν Ανάσταση. Και μ’ αυτήν ετριπλόδεσα της γάτας το λαιμό, που παραλίγο να την πνίξω.

Όχι! Ένα παιδί, άμα αγαπάει έν’ αρνάκι, στιγμή να μην τ’ αφήνει από κοντά του! Αν είναι σκύλος, ή γάτα, ή πουλί, δεν πειράζει. Αυτά το θέλουνε το σπίτι, και το κατοικούνε. Μα το αρνάκι αγαπάει την εξοχή και φεύγει, και χάνεται.