Νικηφόρος ὁ Βρυέννιος
Συγγραφέας:
Ο Πολυλάς επεξηγεί: «Ἄννα ἡ Κομνηνὴ ἱστορεῖ ὅτι ὁ Ἀλεξιος, ὁ πατέρας της, στρατηγὸς τότε τοῦ προκατόχου του Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου, ἐνῷ συνοδοιποροῦσε μὲ τὸν ἐπαναστάτη Νικηφόρο Βρυέννιο, δοῦκα τοῦ Δυρραχίου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἶχε νικήσῃ καὶ κάμῃ αἰχμάλωτο, κοπιασμένος τοῦ δρόμου ἐπέζεψε, νὰ ἡσυχάσῃ ἀποκάτω εἰς πολύφυλλο δέντρο. Ὁ Βρυὲννιος ἔμεινε ἔξυπνος, κ' ἐνῷ ἐσυλλογίζετο τὴ συμφορά του, σηκώνει τὰ μάτια καὶ βλέπει τὸ σπαθὶ τοῦ στρατηγοῦ κρεμάμενο ἀπὸ τὸ δέντρο, καὶ τοῦ ἔρχεται ὁ στοχασμὸς νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του φονεύοντας τὸν ἐχθρό του. «Καὶ ἴσως τὸ ἔκανε», λέει ὁ ἱστοριογράφος, «ἄν κάποια δύναμις ἄνωθε δὲν τὸν ἐμπόδιζε, ἡμερώνοντας τὴν ἐξαγριεμένη ψυχή του, ὥστε αὐτὸς ἔμεινε μὲ τὰ μάτια ἱλαρὰ προσηλωμένα εἰς τὸν Ἀλέξιο.»

Ὁ Σχίλλερ εἰς τὴ Διατριβή του· «Πόσον ὠφελεῖ τὰ ἤθη ἡ φιλοκαλία», ἀναφέρει τούτην τὴν πράξη, εἰς τὴν ὁποίαν, λέγει, ἡ φυσικὴ ὁρμὴ ἀναγνωρίζει Κριτὴ τὸ λόγο, καὶ εὐθὺς εἰς αὐτὸν ὑποτάσσεται.
Ἡ παρατήρηση τοῦ σοφοῦ τῆς Γερμανίας, καὶ ἡ σκέψις ὅτι εἰς εκεῖνον τὸν ἀνήθικον αἰῶνα ἔτυχε νὰ ἀνθίσῃ, κατὰ τήν ἱστορικὴ μαρτυρία, τοῦτο τὸ ὑψηλὸ φρόνημα, ἐπαρακίνησαν τὸ Σολωμὸ νὰ σχεδιάσῃ ἕνα ποίημα, εἰς τὸ ὁποῖο ἰδανοποιοῦσε τὸ Βρυέννιο, τὸν ἐπαράσταινε ὅτι αἰσθάνεται ὅλη τὴ διαφθορά τῆς ἐποχῆς του, καὶ ὅτι ἐνταυτῷ προαισθάνεται λαμπρότατα τὸ μέλλον αὐτοῦ τοῦ ξεπεσμένου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Θὰ κλείσω (μοῦ ἔλεγε ὁ ποιητὴς) εἰς τὴν ψυχή του τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας.
Τοῦ συνθέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ἄν ὁ ποιητὴς ἐτελείωσε, δὲ σώζονται εἰς τὰ εὑρισκόμενα χειρόγραφα εἰμὴ τὰ ἑξῆς ὀλίγα, καὶ αὐτὰ ἤθελε μείνουν ἀκατανόητα, ἄν δὲν ἐγνώριζα κάτι τοῦ σχεδίου.»


1.
Ὁ Βρυέννιος ἄγρυπνος ἐνῷ ὁ ἐχθρός του κοιμᾶται·
«Καὶ σύ, ἀνθισμένο κλαδί, ὅπου αὐτὸς ἐκρέμασε τὸ σπαθί του, τοῦ κάκου μὲ προσκαλεῖς εἰς τὴ ζωή καὶ μοῦ δείχνεις τὸν τρόπο νὰ τὴ γλυτρώσω. Ἄν ποτέ... κάνω γλήγορα νὰ τὸν ξυπνήσω.»

2.
(Ἔβλεπε εἰς πόση ματαιότητα εἶχε βυθισθῇ τὸ ἔθνος, καὶ χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα τοῦ καιροῦ του μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια·)
«Καὶ τὸ θεῖον αἴσθημα, μὲ τὸ ὁποῖο πλησιάζει τὴ θεότητα, καὶ αὐτὸ μὲ ὅλους τοὺς ναούς του, εἶναι καθὼς ὅλα τὰ ἄλλα,
Ἀπάνου 'ς τ' ἄδειο τῆς ψυχῆς πολύτιμο στολίδι».

3.
Ὁ νοῦς του ἐβυθίζετο εἰς τὸ μέλλον, κ' ἔλεγε πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
«Ἐγὼ σὲ ἀσπάζομαι εἰς τὸ μέλλον ἐντυμένην μὲ ἄπειρη δόξα·
................. ἡ ψυχή μου ἐδέχτη
Τὸν ἥλιο τῆς ἐλπίδας μου, ἥλιο μὲ δίχως γνέφι.
Καὶ μὲ τοὺς ἤχους τ' ἀηδονιοῦ θεοτικὰ τὴ θρέφει».

4.
Στενὸς ὁ τόπος, σκοτεινός, κ' ἐβρόντουνε ἀπὸ γέλια.

5.
Μ' ἁρέσει, δρῦ, νὰ σὲ θωρῶ μέσ' 'ς τοὐρανοῦ τ'ς ἀγκάλαις.