Μόν’ οἱ Μαραθωνομάχοι
Συγγραφέας:
Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922)


Μόν’ οἱ Μαραθωμονάχοι
Δὲν σ’ ἐδόξασαν, πατρίδα,
Δὲν σ’ ἐδόξασαν μονάχοι
Οἱ τριακόσιοι τοῦ Λεωνίδα.

Ἐβαστάξαν τὰ παιδιά σου,
Παλληκάρια διαλεμμένα,
Πάντα σὰν τὰ ἰδρυὰ τοῦ δάσου,
Σὰν τοὺς βράχους, ἕνα κ’ ἕνα·

Ὅμοι’ ἀκλόνιστοι κι’ ἀγνάντια
’Σ τῶν ὀχτρῶν τὴν ἄγρια φόρα
Κι’ ὅμοια στέρεοι ’ςτὴ γιγάντια
Καὶ κακὴ τῆς τύχης μπόρα.

Ἀλλ’ ἀκόμα πλειὸ μεγάλη
Τῶν παιδιῶν σου ἡ δόξα ἐφάνη
Εἰς μίαν ἄλλη ἅγια πάλη
Γιὰ ἕνα πλει’ ὄμορφο στεφάνι·

Εἰς τὴν πάλη, ὅπου τὸ πνέμα
Τ’ οὐρανοῦ νικᾷ τὸν ᾍδη,
Τῆς ἀλήθειας μὲ τό ψέμα,
Τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι.