Μνημόσυνον επί της νεκρικής κλίνης Στεφάνου Μεσσαλά μόλις ἐφήβου

Μνημόσυνον ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης Στεφάνου Μεσσαλᾶ μόλις ἐφήβου
Συγγραφέας:


Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε τὴ γῆ ποὺ τόνε τρέμει.
Τ᾿ αὐλάκια του εἶναι μνήματα, ὁ σπόρος του φαρμάκι...
Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε! Τὰ μαῦρα του τὰ βόδια
φυσομανοῦν στὸ κέντημα τῆς ἄσπλαγχνης βουκέντρας.
Ὅθε περάσει τὸ γενί, ξαναγυρίζει δέντρα,
ξεθεμελιώνει ριζιμιὰ καὶ συνεπαίρνει κόσμους.
K᾿ ἐσύ, βλαστάρι τρυφερό, στὸ δρόμο του τί θέλεις;...
Στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας σου, στὸν κόρφο τοῦ πατέρα,
νὰ σὲ ποτίζει τὸ φιλί, νὰ σ᾿ ἀνατρέφει ἡ ἀγάπη,
παιδί, γιατί δὲν ἔμενες;... Σοῦ φάνηκε ποὺ εἶναι
γλυκὸς ὁ ὕπνος μὲς στὴ γῆ, παιδί, καὶ δὲ γνωρίζεις
πὼς θέλει ὁ τάφος συντροφιά, κ᾿ ἐσὺ στὴ σκοτεινιά σου
θὰ μείνεις ἔρμο κι ὀρφανό. Ἐκεῖ ποὺ κατεβαίνεις
δὲ θά ῾βρεις τοῦ πατέρα σου τὰ κόκαλα στρωμένα·
θὰ πέσεις ὁλομόναχο... Παιδί, γιατί νὰ φύγεις;...

K᾿ ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἄκουσε, τὴν ὥρα ποὺ χιλιάδες
κόσμοι κι ὀνείρατα χρυσὰ ὁλόγυρά του ἐλάμπαν,
ἐχαμογέλασε γλυκά, σὰ νά ῾λεγε: «Πατέρα,
δὲν εἶν᾿ ὁ τάφος ἐρημιά, εἶναι ζωὴ κι ἀγάπη».

Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε. Τὸν κάματο δὲν παύει·
μέρα καὶ νύχτ᾿ ἀκοίμητο τ᾿ ἀλέτρι του δουλεύει.
Ἐσυνεπῆρε τὸ βλαστό, τὸν ἔγειρε στὸ χῶμα
καὶ δίχως σάλαγο, βουβός, περνᾷ καὶ διβολίζει.

Πατέρα, μάνα, ἐπέταξε. Ἐκλείστηκε τὸ μνῆμα·
φχηθεῖτε τὸ παιδάκι σας. Στὸ μακρινὸ ταξίδι
μὲ τὸ στερνό σας τὸ φιλί, μὲ τὸ πικρό σας δάκρυ
θὰ ν᾿ ἀρμενίσει σὰν πουλί... Ὤχ! νά ῾μουνα μαζί του,
νά ῾βλεπ᾿ ἀκόμα μιὰ φορὰ κ᾿ ἐγὼ τὴ θυγατέρα!...