Μεθύσι
Συγγραφέας:
Φεβρουάριος 1880.


Παιδί μου, ἔλα,
φέρε ρετσίνα
ἀπ' τὴ βαρέλα...
φέρε κλαρῖνα,
μεζέδες, φροῦτα,
βιολιά, λαγοῦτα,
ν' ἀρχινήσω
τὸ χορό,
νὰ γλεντήσω,
νὰ χαρῶ.

Νά! νά!... τὸν κόσμο χάλασα,
ἂς γίνουν ὅλα θάλασσα,
καὶ τὸ κρασὶ ἂς τρέξῃ...
ἀμάν, Χριστέ, κι' ἂς φέξῃ!

Εἶμαι κουτοῦκι...
θὰ τραγουδήσω,
βαστᾶτε, κοῦκοι,
καλὰ τὸ ἴσο...

Χρυσῆ κοπέλα,
μοὔρχεται τρέλλα
σὰν κυττάξω...
δὲν μπορῶ
νὰ φωνάξω
τιριρό.

Μὲ συγχωρεῖτε, φίλοι μου,
ἂν μπέρδεψα τὰ χείλη μου,
καὶ ὅμως, μὰ τὸ γένος,
δὲν εἶμαι μεθυσμένος.

Τεἶναι ὁ Βοῦρος,
ὁ Γιακωβᾶτος,
ὁ Κουμουνδοῦρος,
ὁ Τσουτσουνᾶτος;
Εἶμαι ἀπ' ὅλα...
ἔξω πιστόλα.
Εἰς τὸ χέρι
νά! ἁρπῶ
τὸ μαχαῖρι
καὶ κτυπῶ.

Ὤχ! ὤχ! Θαρρῶ πὼς κτύπησα
τὸ χέρι μου ἐτρύπησα...
Παραμερίστε ὅλοι,
θὰ ρίξω τὸ πιστόλι.

Θραῦσι θὰ κάνω
ἄχ! καὶ νὰ σ' εἶχα
ἐδῶ, Σουλτᾶνο,
ἤθελα τρίχα
νὰ μὴ σ' ἀφήσω,
καὶ νὰ σὲ σχίσω
μὲ μαχαῖρα
κοφτερὴ
πέρα πέρα
σὰν τυρί.

Ἐμπρός, βρὲ Ἑλληνόπουλα,
ἐμπρὸς μὲς στὰ στρατόπεδα
τῶν Τούρκων ὁλοΐσα
μὲ δύναμι καὶ λύσσα.

Μωρὴ Εὐρώπη
ξετσιπωμένη,
τόσοι μας κόποι
θὰ πᾶν' χαμένοι;
Πάει κι' ἐκεῖνο
τὸ Βερολῖνο;
Ἂν ἀκόμα
μᾶς τιμᾷς,
δῶσε χῶμα
καὶ σ' ἐμᾶς.

Ἂν τώρα ζητιανεύωμε,
καὶ ἔλεος γυρεύωμε,
εἰς ἄλλα χρόνια ὅμως
εἴμαστε σ' ὅλους τρόμος.

Σπάστε τα ὅλα...
ἔ! ταβερνιάρη,
φέρε μπριζόλα
στὸ παλληκάρι.
Σπάστε γεμᾶτα
καὶ ἄδεια πιάτα.
Φλόγαις χύνω,
πῦρ κρατῶ,
νὰ κι' ἐκεῖνο,
νὰ κι' αὐτό.

Ἀδέλφια μου, τρελλάθηκα,
βαστᾶτε με κι' ἐχάθηκα
λόγο τιμῆς σᾶς δίνω
πὼς πιὰ κρασὶ δὲν πίνω.