Δε μου λες εψές το βράδυ
ο θυμός σου τι ‘τανε,
δυο σου φίλοι μ’ απαντήσαν
αχ μ’ απαντήσαν αμάν και για σένα μ’ είπανε.
Δεν μπορώ να καταλάβω
τα δικά σου πείσματα,
στους γιατρούς θέ’ να με ρίξεις
αχ να πεθάνω αμάν να πεθάνω φθυσικιά.
Τα τσακίρικά σου μάτια
μου πλήγωσαν την καρδιά,
και στον Άδη θα με βάνουν
αχ με αυτήν αμάν με αυτήν την απονιά
Στον κατιφένιο σου οντά
θέλω να ‘ρθω μια βραδιά,
να σου πω τα βάσανά μου
αχ βάσανά μου αμάν να με κλαίν’ τα μάτια σου.
Μαύρα μάτια έχεις φως μου
μαύρα είναι σαν την ελιά,
κι όποιος τα γλυκοφιλήσει
αχ χάρο δεν αμάν χάρο δε φοβάται πια.
Σαν τα μάρμαρα της Πόλης
που ‘ναι στην Αγιά-Σοφιά,
έτσι τα ‘χεις ταιριασμένα
αχ ταιριασμένα αμάν μαύρα φρύδια και μαλλιά.