Καπετάνιος-Παππάς
Συγγραφέας:
Από τη συλλογή διηγημάτων Αητοί και λελέκια.


Ἀποβραδίς, παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, ὁ καπερὰν Ἅγρας παράγγειλε στὸ Νιοχώρι τοῦ παπᾶ νἄρθῃ τὴν αὐγή, μόλις ἀπολύσῃ ἡ ἐκκλησιὰ στὴν καλύβα του, φέρνοντας μαζῆ του καὶ τὴν ἅγια μετάληψη, γιὰ νὰ μεταλάβουνε ὅλοι τους ποὺ γι' ἀφτὸ νηστέψανε ὅλο τὸ σαρανταήμερο καὶ τὸ περσότερο νὰ μεταλάβῃ ἕνας λαβωμένος, ποὺ φόβος εἴτανε μήν πεθάνῃ καὶ πάει ἀμεταλάβωτος στὸν ἄλλον κόσμο.

Τὸ Νιοχῶρι εἴτανε μικρὸ χωριὸ μὲ ψαράτικες καλύβες ἀντὶς γιὰ σπίτια, κοντὰ στὴ λίμνη τῶν Γενιτσῶν, ἕνα ἀπ' τὰ πολλὰ χωριά, ποὺ εἶναι ὁλόγυρα στἀκρόλιμνο, ποὺ ἔτσι μοιάζουνε σὰν κοπάδια ἀγριόπαπιες δίπλα ἀπ' τοὺς ψηλοὺς καλαμιῶνες, ἕτοιμες νὰ κολυμπήσουνε καὶ νὰ βουτήξουνε στὰ βαθειὰ νερά. Κοντὰ στὸ Νιοχώρι, εἴχανε ἀπὸ καιρὸ οἱ Βούργαροι στημένα τὰ λημέρια τους στἀπόμερα τὰ λιμνοτόπια στὰ καλαμοσκεπασμένα, μέσα σὲ βαλτονέρια, ἔχοντας τὶς καλύβες τους χτισμένες μέσα στὸ νερὸ, σὰν τῶν κυνηγῶνε τὶς φυλάχτρες καὶ τίς κρυψῶνες. Μὰ δὲν ἀργήσανε νὰ κάμουνε τὸ ἴδιο καὶ μερικοὶ ικοί μας, ὑπερασπίζοντας τὰ χωριά τους ἀπὸ τοὺς ληστάδες.

Τὸ σήμαντρο τοῦ μικροῦ χωριοῦ ἡχολογάει χαρμόσυνα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὸ γλυκός του ἦχος διαπερνώντας τὸν παγωμένο αἰθέρα φέρνει ἀναγάλλιαση σὲ κάθε χριστιανικὴ καρδιά. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὰ σπίτια ἀνεβαίνει νὰ σμίξῃ κἐκεῖνος μὲ τὰ σύγνεφα. Ὁ χειμῶνας βαρὺς ἐκείνη τὴ χρονιά, ὁ χειμῶνας τῆς ψυχῆς κάθε Μακεδόνα βαρύτερος ἀκόμα, ποὺ στὴ χώρα του, κακὸ στοιχειό, ἡ Βουργάρικη ἀρκούδα κατέβηκε καὶ τὰ νύχια της εἶχε βυθίσει κοκκινίζοντας τὸ χιόνι, σὲ χιονισμένους κι ἀχιόνιστους τόπους, μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἀθώου καὶ ἀκάκου χωρικοῦ.

Μόλις τέλειωσε ἡ λειτουργιὰ κι ὁ κόσμος τουρτουρίζοντας ἀπ' τὴν παγωνιὰ ἔτρεχε νὰ χωθῇ στὰ καλύβια του, ὁ παπᾶς μὲ τὸ πετραχείλι του τὸ χρυσοφορεμένο, πῆρε τἅγιο δισκοπότηρο, σκεπασμένο μἕνα κόκκινο μεταξωτὸ παννὶ καὶ τράβηξε, ἴσα, ὄξω ἀπ' τὸ χωριό, γιὰ τὴν καλύβα τοῦ καπετάνιου. Στὸ μοναχικὸ μονοπάτι ποῦ πῆρε ἀνάμεσα στοὺς ψηλοὺς καλαμιῶνες καὶ στἄφθονα τὰ βοῦρλα, ποὺ φυτρώνουν ὁλοτρόγυρα στὴ μεγάλη λίμνη καὶ σἀρκετὸ μάλιστα διάστημα πρὸς τὰ βαθειὰ νερά, κρύβοντας ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ διαβάτη ὁλάκαιρη τὴ λίμνη, σὅλο τὸ δρόμο του σαλεύανε τὰ χείλη του ἀπὸ κάποια προσευχὴ καὶ κάποια ψαλμῳδία μὲ τὰ λόγια τῆς ἐκκλησιᾶς, ποὺ τἄλεγε ἀπὸ μέσα του. Σὅλο του τὸ δρόμο τὸν συνώδευε ὁ γλυκύτατος ἦχος τοῦ σημάντρου, ἀπόμακρα τα ἀντηχώντας σὰ μιὰ φωνὴ ἑνὸς μικροῦ ἀγγέλου.

Ὁ ἥλιος τὴ μεγάλη κείνη μέρα σκεπασμένος ἀπὸ τὴ συγνεφιά, καθὼς καὶ ἡ Χριστουγεννιάτικη χαρὰ μέσα στὰ χαροκαμένα σπίτια συγνεφιασμένη ἀπὸ τὴν ἀπαρηγόρητη θλίψη τῶν πολυαγαπημένων, ποὺ χαθήκανε ἀδικοσκοτωμένοι.

Ὅταν πάψανε νὰ σαλεύουνε τὰ χείλη τοῦ παππᾶ κἐσώθηκεν ἡ προσευχή του, ὁ νοῦς του λεύτερος πετοῦσε σἄλλους κόσμους μαγικοὺς κι ὡνειρεμένους, σὲ μεγαλεῖα περασμένα, στὴν παλιὰ Δόξα τῆς Πατρίδας του. Δίχως μάλιστα νὰ τὸ θέλῃ κι ὁ ἴδιος, πρᾶμα ποὺ τοὐρχότανε σὰν παράξενο καὶ τοῦ φαινότανε σὰ μεθύσι θεϊκό. Θέλεις ἡ ὥρα κείνη, ἡ μεγάλη μέρα, τἅγιο δισκοπότηρο, ποὺ βαστοῦσε στὰ χέρια του καὶ τοῦ γιόμιζε τὴν καρδιὰ ἕνα θάρρος ἀλλοιώτικο, σὰ νὰ κρατοῦσε τὸ δυνατῶτέρο ὅπλο καὶ τὸ κοφτερώτερο σπαθί, ποὺ τὸν ἔκανε ἀπρόσβλητο ἀπὸ κάθε κακὸ κἔννοιωθε τὸν ἑαυτό του ἀκατανίκητο; Θέλεις ἡ μοναξιά; Θέλεις ἡ ἰδέα, πὼς πήγαινε νὰ μεταλάβῃ τὰ παλληκάρια, ποὺ πολεμοῦσαν γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς Πατρίδας; Κἐκεῖνος δὲ μπόρηγε νὰ τὸ ξεδιαλύνῃ.

Ὅλα μαζῆ ξανάβανε τὴ φαντασία τοῦ δύστυχου παππᾶ κἐρχόντουσαν τώρα στὸ νοῦ του λησμονημένες ἱστορίες, πἄκουσε μιὰ μέρα ἀπὸ ἕνα δάσκαλο γιὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, κοντὰ στὴ λίμνη τῶν Γενιτσῶν, πὼς τάχα, ἐκεῖ, σιμά, βρισκόντουσαν τὰ λουτρὰ τοῦ μεγάλου Ἀλεξάντρου καὶ τὰ λειβάδια μὲ τὰ κοσμοξακουσμένα ἄτια τοῦ Φίλιππου τοῦ βασιλιᾶ.

Νά, ἔτσι δά, καὶ θἀκούσῃ τὸ χλιμίντρισμα τοῦ περίφημου τοῦ Βουκέφαλου καὶ θὰ τὸν ξαφνιάσῃ τὸ πήδημα τοῦ ἀλόγου πίσω ἀπ' τὶς καλαμιές. Νά, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ προβάλῃ καβάλλα στὸ Βουκέφαλο ὁ μέγα Ἀλέξαντρος, μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι γιὰ νὰ χαιρετίσῃ τἅγιο δισκοπότηρο, ὁ ἕνας βασιλιὰς τὸν ἄλλο Βασιλέα καὶ Θεό. Καί, νάσου, ἀκόμα ποὺ τὰ ψηλὰ καλάμια καὶ τἀγκαθωτὰ τὰ βοῦρλα, ξαναγεννημένα σὲ χιλιανθισμένες ροδοδάφνες, ὅλα τὰ κραξίματα τῶν βατράχων ποὺ τὸν ξεκουφαίνουνε μέσα στῆς παγωνιᾶς τὴ μουγκάδα, ὅλα κελαϊδήματα θεϊκῶν πουλιῶν καὶ ἀηδονιῶν, μέσα σὲ μιὰν ἀνοιξιάτικη ὠνειρεμένη χαραυγή!

Ὅλο ἔτσι πήγαινε περπατώντας ὁ παππᾶς στὸ μονοπάτι, ὡς ποὺ στρίβοντας σὲ μιὰ μεριά, ποὺ τὸν ἀποκρύβανε πυκνὰ καλάμια βρέθηκε κοντὰ στὸν ὅχτο τὸ βαθὺ τῆς λίμνας, ποὺ τὸν πρόσμεναν δυὸ παλληκάρια μὲ τὰ ντουφέκια τους κἕνα μονόξυλο.

Ξεσκούφωτα τὰ παλληκάρια κάνουν τὸ σταυρό τους μόλις τὸν εἴδανε καὶ σκυμμένα προσκυνοῦσαν τἅγιο δισκοπότηρο.

Ἡ πλάβα, πλάβες λένε οἱ Μακεδόνες τὰ μονόξυλα, φέρνοντας τὸν παππᾶ μὲ τὰ δυὸ παλληκάρια, καθὼς εἴτανε ἀνάλαφρη μὲ τὸ τράβηγμα τῶν κουπιῶν γλίστρισε σὰ χέλι στὰ νερά, ἀνάμεσα στοὺς ψηλοὺς καλαμιῶνες ἀκολουθώντας ἕνα στρυφτογυριστὸ πέραμα, καὶ δὲν ἄργησε νὰ φτάσῃ στὴν πολεμικὴ καλύβα τοῦ καπετὰν Ἄγρα.

Ἐκεῖ, ὅλοι ξεσκούφωτοι καὶ σκύβοντας νὰ προσκυνήσουνε τἅγιο δισκοπότηρο, περιτριγυρίσανε τὸν παππᾶ, προσμένοντας νὰ μεταλάβουνε με τὴν ἀράδα. Πρῶτο, ποὺ γύρεψε νὰ μεταλάβῃ ὁ παππᾶς, εἴτανε ὁ λαβωμένος. Σὲ μιὰ κόχη τῆς καλύβας κοίτουνταν ξαπλωμένο τὸ δύστυχο παιδί, πάνου σὲ μιὰ ψάθα, περιτυλιγμένο σὲ κάτι παλιὲς κουβέρτες μάλλινες. Τὸ πρόσωπό του τὸ χλωμό, ποὺ τὄψαινε ἡ θέρμη κ' εἴτανε, σὰ μῆλο μαραμένο, ζωήρεψε καὶ λάμψανε τὰ μάτια του, τὰ χωμένα βαθειὰ στὶς κόχες τους ἀπὸ τὸ βάσανο τῆς λαβωματιᾶς ποὔχε στὸ κορμί του. Ἀνασηκώθηκε μὲ τὸ στανιό, ἀναστενάζοντας ἀπὸ τὸν πόνο καὶ σκύβοντας πρὸς τὸ ψλωμό του τὸ κεφάλι ὁ παππᾶς, ἀκούμπησε τἀργυρὸ κουταλάκι μὲ τὴν ἅγια μετάληψη στὰ χείλη του.

Στερνὰ ὁ παππᾶς τραβήχτηκε στὸ πιὸ φωτεινὸ μέρος τῆς καλύβας, μπροστὰ σἕνα μικρὸ παραθυράκι, ποὺ σκεδὸν τὸ σκέπασε μὲ τὶς πλάτες του κἐκεῖ προσκάλεσε τοὺς ἄλλους γιὰ νὰ μεταλάβουνε. Πρῶτος ἦρθε ὁ καπετάνιος, ξεσκούφωτος κάνοντας τὸ σταυρό του. Μές στὴν πολεμικὴ καλύβα, ποὺ ὡς τὴν ὥρα οἱ ντουφεκιὲς βουΐζαν τῶν παλληκαριῶν καὶ τῶν ἁρμάτων πάντα ὁ ἦχος, ἀκούστηκαν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ παππᾶ ἅγια λόγια, οἱ εὐχὲς τῆς ἐκκλησιᾶς. Κανεὶς δὲν ἔβγανε ἀχνιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του, γιὰ νὰ πάρουνε καλὰ τἀφτιά τους τὰ θεῖα λόγια. Ξάφνου ἐσφύριξε ἕνα βόλι, σιμὰ στἀνοιγμένο παράθυρο τῆς καλύβας κἕνα, ἄχ, ἀκούστηκε ἀπ' τοῦ παππᾶ τὸ στόμα, κόβοντας τὴν προσευχή του. Ὁ καπετάνιος, ποὺ ἀκόμα βρισκότανε σιμά του, πρόφτασε καὶ πῆρε τἅγιο δισκοπότηρο στὰ χέρια του, τὴν ὥρα ποὺ ὁ παππᾶς σωριάζονταν μπροστὰ στὰ πόδια του.

Ἄλλη ντουφεκιὰ δὲν ἀκούστηκε, οὔτε ποὺ φάνηκε κανένας. Κανένας δὲν εἶχε βάνει στὸ νοῦ του τὸ κακὸ ἀπ' τὸ παραθυράκι, ποὺ ἀντίκριζε τὴ βουργάρικη καλύβα.

Χριστούγεννα καὶ τὴν ἐπίσημη κείνη στιγμή, κανεὶς δὲν τὸ φανταζότανε.

Ἀνασηκώνει τὸ ξαπλωμένο τοῦ παππᾶ κορμὶ ἕνα παλληκάρι, στηρίζοντας τὸ ματωμένο του κεφάλι πάνου στὰ γόνατά του. Ἀλλοίμονο, ψυχομαχοῦσε. Ψυχομαχώτας κάτι λέει, κάτι γυρέβει, πρὶ νἄβγῃ ἡ ψυχοῦλα του. - Τὴν ἅγια μετάδοση, τὴν ἅγια μετάδοση. Ζυγώνει ὁ καπετάνιος μὲ τἅγιο δισκοπότηρο καὶ σκυφτὸς μεταλαβαίνει τὸν παππᾶ.

Τρέμουν τὰ χέρια τοῦ παππᾶ στὸ ξεψύχημά του. Τρέμουν τὰ χείλια τοῦ καπετάνιου ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς ψυχῆς του. Τρέμουν κι ὅλων γύρω τῶν παλληκαριῶν οἱ λιονταρήσιες καρδιές, ἀπ' τὴν τρανὴ συγκίνηση. Σἕνα λεφτὸ ξεψύχησε ὁ παππᾶς, ἕνα δάκρυ πύρινο ξύλισε ἀπ' τὰ μάτια τοῦ καπετάνιου πάνου στὸ κόκκινο μεταξωτὸ παννὶ, ποὺ σκέπαζε τἅγιο δισκοπότηρο. Ἀγκομαχήσανε τὰ παλληκαρήσια στήθια κι ὁλόγυρα στὰ βουρκωμένα μάτια, ποὺ παραστέκανε τὸ θέαμα, εἴτανε οἱ ψυχές τους ποὺ κλαίγανε θλιβερὰ κι ἀμίλητες καὶ φέγγανε, σὰν ἀναμμένες λαμπάδες λυόνοντες στὴ φωτιά τους.

Λίμνη ἡ καρδιά τους τὴν ὥρα κείνη ποὺ φουρτούνιαζε μέσα της ἡ χολὴ καὶ τὸ φαρμάκι, δίχως νὰ μπορῇ καὶ νὰ ξεσπάσῃ κάπου καὶ νὰ ξεχυθῇ, νὰ ξεθυμάνῃ.

Μαζῆ μὲ τὴν τρεμούλα τῶν χειλιῶν ἕτοιμη νἀκουστῇ κ' ἡ πιὸ τρανὴ βλαστήμια, ἀκράτητη, μὰ ποὺ τὴν ἔπνιγε ἕνας λυγμὸς κἕνας στὰ σπλάχνα σπαραγμός. Ἕνα σιδερένιο χέρι, ποὺ ἅπλωνε νὰ ξεκολλήσῃ τὴν καρδιά, ἀπάνου ποὺ αἰστανότανε τὸ πιὸ γλυκὸ καρδιόχτυπο. Ἕτοιμα τὰ μάτια νὰ σβυστοῦνε, νὰ κλείσουνε γιὰ πάντα, πάνου ποὺ ξανοίγανε τὄνειρο τὸ μαγικό.

Ὁ παππᾶς τους τώρα καπετάνιος κι ὁ καπετάνιος τους παππᾶς. Ὅλοι σύφωνοι καὶ νὰ τοὺς μεταλάβῃ.

Καθένας πέρνοντας τὴν ἅγια μετάληψη μὲ τὴν ἀράδα ἀπ' τἅγιο δισκοπότηρο, ποὺ κράταγε στὰ χέρια του ὁ καπετάνιος, γύριζε ἀμέσως κι ἀντίκρυζε τοῦ σκοτωμένου τὴν κατακίτρινη σεβάσμια μορφή, μὲ τἀνοιγμένα ἀκόμα μάτια. Τὶ τοὔλεγαν τἄγρια κι ὁλάνοιχτα ἀκόμα μάτια τοῦ νεκροῦ παππᾶ καὶ τὶ αἰσθανότανε τὸ κάθε παλληκάρι μεταλαβαίνοντας ἔτσι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀδύνατο κανένας νὰ τὸ περιγράψῃ.

Τὴν ὥρα κείνη ποὺ γινότανε τὸ μεταλάβωμα ἀπὸ τὸν καπετάνιο, ἀπὸ τὸ ἴδιο παραθύρι ποὖρθε τὸ φονικὸ τὸ βόλι, ξανθὲς τοῦ ἥλιου οἱ ἀχτῖδες πρόβαλαν, μέσ' τὴν καλύβα καὶ τὴ φώτιζαν. Λὲς κι ὁ ἥλιος ξεπίτηδες μέσ' ἀπ' τὴ συγνεφιά του ἔσκυψε κἦρθε νὰ παρασταθῇ κἐκεῖνος στὸ μαρτυρικὸ μυστήριο.