Ἡ φαρμακωμένη στὸν Ἅδη
Συγγραφέας:


«Ἅδη μαῦρε, χαιρετῶ σε!
Δὲν ἐχάρηκε ποτὲ
Μάτι ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἥλιο
Καθὼς τώρα ἐγὼ γιὰ σέ.»

«Ἀπὸ κεῖ, ποῦ λίγη ἀγάπη
Κ' εἶναι πλάνεμα πολύ,
Σὲ λιγάκι θὰ κατέβῃ
Ὁ ἔρωτάς μου νὰ μ' εὑρῇ.»

«Χωρίς ..........
Τ' ὄμορφ' ἄστρο τῆς αὐγῆς,
Ἄδεια κι' ἄφωνη καὶ μαύρη
Ἡ Παράδεισω τῆς γῆς.»

«Μ' ἔχει σήμερα μηνύσῃ·
Λίγην ὥρα ἀκόμα ζῶ,
Κ' ἐκατάπια τὸ φαρμάκι
Σὰν ἀθάνατο νερό.»

«Ὄνειρο κοντὸ γιὰ μένα
Νιότη, ἀγάπη καὶ ζωή·
Ὅλα ὀνείρατα 'ς τὸν κόσμο·
Ναί, καὶ ὁ θάνατος τὰ λυεῖ.»

«Πῶς εὐθὺς δὲν κατεβαίνεις;
Πῶς ἀργεῖς, γλυκειὰ ψυχή;
Ἄχ! τό ψυχομαχητό σου
Θέλ' εἶν' ἄγριο καὶ βαρύ.»

Τέτοια, ὀμπρός 'ς τοὺς ἥσκιους, ὅλους
Ἐξυπνοῦσε τοὺς ἠχοὺς
Τὸ τραγοῦδι ἐρωτεμένο,
Καί τοὺς ἔκανε γλυκούς.

Ἐκυττούσανε τὰ χέρια
Καὶ τὸ μέτωπο τῆς νιᾶς,
Ὅπου ἐτρέμαν τὰ λουλούδια
Τὰ λαμπρὰ τῆς παρθενιᾶς.

Ξάφνου ὁ Ἅδης μουρμουρίζει·
Ἔπαψ' ἡ γλυκειὰ φωνή·
Πέφτει τ' ὄμορφο κοράσι
'Σ τὴν ἀγκάλη τοῦ ἐραστῆ.