Ἡ πόλκα στὸν ἀέρα
Συγγραφέας:
Τὰ Ἅπαντα (1873)


ΜΕΤΑ Χριστὸν προφήτης
Ἕνας μὲ τὸ κονδύλι του καὶ τοὺς λογαριασμούς του
Ὡμίλησε μὲ τὸν Θεὸν κ’ ἐμάντευσε· «ὁ κομήτης
τὸν κόσμο θὰ χαλάσῃ.»
Ἢ χάλασεν ὁ νοῦς του,
ἢ θέλησε μὲ τοὺς μωροὺς νὰ παίξῃ, νὰ γελάσῃ.

Ἀλλ’ ἂν τὸ φέρῃ ὁ διάβολος καὶ ἡ γῆ μὲ τὸν κομήτη
Ζυγώσουν καμμιὰ μέρα,
Καὶ ὡς δυὸ τῆς Πασχαλιᾶς αὐγὰ τσουγκρίσουν μύτη μύτη,
Θὰ ἰδοῦμε πῶς χορεύουνε τὴν πόλκα στὸν ἀέρα.

Ὤ, νἄξευρα σὲ τί στιγμή, σὲ ποιὰ τοῦ χρόνου ἡμέρα
Θὰ πέσουμε στὸν οὐρανὸ σὰν πέτρα στὸ ποτάμι,
Νὰ πιάσω τὴν ἀγάπη μου παλάμη μὲ παλάμη,
Γιὰ νὰ χορέψωμε μαζῆ τὴν πόλκα στὸν ἀέρα.