Η μαγεμμένη βρύση
Συγγραφέας:
Από το EBook #34577 του Project Gutenberg


Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι
Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση.

'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα,
Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα.

Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι,
Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει.

Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα,
Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα,

Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη
Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει.

Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω.
Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω.

Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη,
Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι.

Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα
Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα.

Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι
Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση».

Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα.
Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα.

Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση
Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση,

Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη,
Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη.