Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας:
ΚΘ'. Η Ομολογία του Πέτρου


Στην πατρίδα του σα γύρισε, ο Ιησούς ξαναβρήκε όλη τη στενόψυχη έχθρα των διαβασμένων η απουσία του δεν άλλαξε τίποτα, ούτε τους αφόπλισε. Σαν όρνια σαρκοφάγα τον περίμεναν οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι, και, μόλις τον είδαν να φανεί και να αράξει στα χαλίκια της ακρολιμνιάς με το καραβάκι του, μαζεύθηκαν όλοι γύρω του, σκοτίζοντας και πειράζοντάς τον από την πρώτη ώρα, γυρεύοντάς του σημάδι από τον ουρανό, να πεισθούν τάχα πως αυτός ήταν ο Μεσσίας. Και στέναξε ο Ιησούς —με πόση κούραση άραγε— και τους είπε:

— Όταν βραδιάσει λέτε: «Καλοκαιρία είναι, γιατί ροδίζει ο ουρανός». Και το πρωί: «Κακοκαιρία θα έλθει, γιατί ξημερώνει αγριεμένος και κόκκινος ο ουρανός» —και, θυμωμένα, αναφωνεί και λέγει:

— Υποκριτές! Το πρόσωπο τ' ουρανού ξέρετε να το ξεδιαλύνετε, τα σημεία όμως των καιρών δεν μπορείτε;

Και, παίρνοντας τους μαθητές του, παράτησε Σαδδουκαίους και Φαρισαίους, κι έφυγε και τράβηξε για τη Βηθσαϊδά - Ιουλιάδα, βορειοανατολικά της λίμνης.

Καθισμένος στη βάρκα, βυθισμένος στη συλλογή, θλιμμένος για την κακία της φυλής του, είπε πάλι ο Ιησούς:

— Φυλάγεστε από τη ζύμη των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων.

Οι μαθητές, που, στη βία και στη σύγχυση της αναχωρήσεως, ξέχασαν απ' άντικρυ ν' αγοράσουν ψωμί, και μόνο ένα καρβέλι είχαν πια στη βάρκα, το πήραν πως για υλική ζύμη τους μιλούσε ο Ιησούς, και, στενοχωρεμένοι και ανήσυχοι μην πεινάσουν, μην τους λείψει το ψωμί, αναμεταξύ τους είπαν:

— Εμείς ψωμί δεν πήραμε.

Τους άκουσε ο Ιησούς, κι ένιωσε πόσο μακριά από κείνον ήταν ακόμα και αυτοί, οι καλύτεροι του ακόλουθοι και φίλοι. Και τους είπε:

— Τι λογαριάζετε μέσα σας, λιγόπιστοι, πως ψωμί δεν πήρατε; Ούτε νιώθετε ούτε καταλαβαίνετε; Πετρωμένη έχετε ακόμα την καρδιά; Μάτια έχετε και δε βλέπετε; Αυτιά και δεν ακούτε; Και ούτε θυμάστε; Σαν έκοψα και μοίρασα τα πέντε ψωμιά στους πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια γεμάτα πήρατε από τα περισσεμένα;

Του αποκρίθηκαν:

— Δώδεκα.

Και από τα επτά που μοίρασα στους τέσσερις χιλιάδες, πόσα καλάθια γεμίσατε;

Και πάλι του είπαν:

— Επτά.

— Και ακόμα δεν καταλαβαίνετε; τους είπε ο Ιησούς. Πως δεν το νιώσατε ότι λέγοντάς σας να προσέχετε τη ζύμη των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων δε σας μιλούσα για ψωμί;

Οι μαθητές, ντροπιασμένοι, κατάλαβαν τότε πως με τη λέξη ζύμη εννοούσε ο Ιησούς τη διδαχή των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων.

Ώρες τέτοιες ήταν από τις πικρότερες της πολυπικραμένης ζωής του Ιησού. Στους διαβασμένους και ιερωμένους της φυλής του, μόνο μίσος και κακία έβρισκε· στους απλοϊκούς ανθρώπους, που είχαν γίνει οι πιστότεροι φίλοι του, ανοησία και αστοχασιά, ακόμα και λιγοπιστία.

Όλες τις λύπες τις ανθρώπινες ήταν γραφτό του Ιησού να τις νιώσει. Εκείνος που ήλθε στον κόσμο να δώσει ειρήνη και αγάπη, απήντησε μονάχα έχθρα και φθόνο, αχαριστία και περιφρόνηση, προδοσία και δειλία. Εκείνος που ξυπνούσε στις ανθρώπινες καρδιές τις πιο ευγενικές τάσεις, εκείνος που γύρευε να υψώσει την ψυχή ως τον πλάστη, πρόσκοπτε ξαφνικά στην πιο ποταπή βλακεία, στον πιο πρόστυχο υλισμό.

Και όμως, με ακούραστη επιμονή, με απέραντη αγάπη, ως την τελευταία μέρα της ανθρώπινης ζωής του, δεν έπαυσε να διδάσκει, να καλλιεργεί, να ξυπνά, να υψώνει την ψυχή όλων, μικρών και μεγάλων, φίλων και εχθρών, ταπεινών και τυράννων, ακόμα και την ώρα που τον περιγελούσε ο όχλος, κρεμασμένο στο σταυρό, βασανισμένο, αιματωμένο, ετοιμοθάνατο.

Τραβώντας γιαλό γιαλό κατά τη Βηθσαϊδά, ο Ιησούς, καθισμένος ανάμεσα στους μαθητές του, έβλεπε μια μια να περνούν μπροστά του οι χώρες, που τόσο τις αγάπησε και τόσο μόχθησε να τις ανυψώσει. Η καρδιά του ήταν βουρκωμένη και βαριά. Το ένιωθε πως η πατρίδα του τον είχε διώξει, πως τον είχε απαρνηθεί, πως ποτέ πια δε θα ξαναδίδασκε εκεί το λόγο του Θεού, έστω και αν ξαναγύριζε κάποτε περαστικός.

Το έργο του στη Γαλιλαία είχε τελειώσει.

Ίσως, εκείνη την ώρα να είπε ο Ιησούς, από μέσα από την πικραμένη του καρδιά, τα λόγια που έμειναν σαν κατάρα στις χώρες αυτές της Γαλιλαίας, που είχαν ακούσει τα ομορφότερά του διδάγματα, που είχαν δει τα μεγαλύτερά του θαύματα, και όμως που τον κατέτρεξαν και τον έδιωξαν, ακόμα και να τον θανατώσουν είχαν αποφασίσει: — Αλίμονο σου, Χοραζίν! Αλίμονο σου, εσένα, Βηθσαϊδά! Γιατί αν είχαν γίνει στην Τύρο και στη Σιδώνα τα θαύματα που γίνηκαν σε σας, θα είχαν μετανιώσει από καιρό με σάκκο[1] και με στάχτη. Και συ, Καπερναούμ, που ως τον ουρανό υψώθηκες, ως τον Άδη θα κατεβείς. Γιατί αν στα Σόδομα είχαν γίνει τα θαύματα που σου έγιναν εσένα, θα έμεναν ως σήμερα.

Με τέτοια χαλασμένη καρδιά έφθασε ο Ιησούς με τους μαθητές του στη Βηθσαϊδά - Ιουλιάδα, έξω από τα σύνορα της Γαλιλαίας. Εκεί του έφεραν έναν τυφλό, και τον παρακάλεσαν να τον αγγίξει και να τον γειάνει.

Πόνο ανθρώπινο δεν μπορούσε ν' αντικρίσει ο Ιησούς χωρίς να τον σπλαχνιστεί. Αν και τόσο πικραμένος για την κακία των Εβραίων, ο Ιησούς λυπήθηκε τον τυφλό. Τον πήρε από το χέρι, και τον πήγε έξω από το χωριό τότε, φτύνοντας στα βλέφαρά του, πράξη που κατά τους Εβραίους είχε τη δύναμη να γιατρεύει, ακούμπησε τα χέρια του στα τυφλά μάτια και τον ρώτησε:

— Βλέπεις τίποτα;

Ο τυφλός σήκωσε τα μάτια και είπε:

— Βλέπω τους ανθρώπους σα δέντρα να περπατούν.

Πάλι σκέπασε ο Ιησούς τα μάτια του τυφλού με τα χέρια του, και του είπε να ξανακοιτάξει και αυτός είδε καθαρά όλους, γιατρεμένος ολότελα.

Τότε τον έστειλε στο σπίτι του ο Ιησούς, λέγοντάς του, όπως το έκανε συνήθως:

— Ούτε στο χωριό μέσα να μην μπεις, ούτε να πεις τίποτα σε κανένα.

Κι έφυγε ο Ιησούς από τη Βηθσαϊδά, και τράβηξε βόρεια, κατά τα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, που ήταν η βορειότερη χώρα του Εβραίικου βασιλείου, στα ριζοβούνια του Λιβάνου, που άλλοτε λέγουνταν Πανεάς.

Τ' όνομα αυτό είχε την ιστορία του. Στο μέρος εκείνο μέσα στο βουνό, ήταν ένα σπήλαιο μεγάλο, απ' όπου έβγαινε η τρίτη πηγή του Ιορδάνου. Τον καιρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Έλληνες είχαν αφιερώσει το σπήλαιο στον Πάνα, το θεό των δασών και των πηγών και από τότε λέγουνταν η χώρα αυτή Πανεάς.

Είχε αποτραβηχθεί ο Ιησούς στα ξένα εκείνα μέρη, όπου για πρώτη φορά πήγαινε, με μονάχα τους μαθητές του, για να βρει περισσότερη ησυχία, και ανενόχλητα να εξετάσει τα φρονήματά τους και να τους προαναγγείλει τα πάθη του, το θάνατο του και την ανάσταση.

Είχε προσευχηθεί, σαν πάντα, λίγο παράμερα, και οι μαθητές του περίμεναν να τελειώσει για να τον πλησιάσουν και τότε, πηγαίνοντας, τους ρώτησε:

— Ποιος λέγουν οι άνθρωποι πως είμαι;

Κι εκείνοι του είπαν:

— Μερικοί λέγουν πως είσαι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι πως είσαι ο Ηλίας και άλλοι πάλι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες.

Και τους λέγει ο Ιησούς:

— Και σεις, ποιος λέτε πως είμαι;

Του αποκρίθηκε ο Σίμων ο Πέτρος:

— Εσύ είσαι ο Χριστός!

Η απάντηση αυτή η ολιγόλογη του Πέτρου, που μαρτυρεί τον αυθόρμητο, τον όμορφο ενθουσιασμό της καρδιάς του, είναι η ανώτατη ομολογία της πίστεως του. Με αγάπη και γλύκα του αποκρίθηκε ο Ιησούς:

— Μακαρισμένος είσαι, Σίμων Βαρ[2] Ιωνά, γιατί σάρκα και αίμα δε σου το αποκάλυψαν, αλλ' ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς. Κι εγώ σου λέγω πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και απάνω σ' αυτή την πέτρα θα χτίσω την εκκλησία μου, και οι πύλες του Άδη δε θα τη νικήσουν. Θα σου δώσω τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, και ό,τι δέσεις στη γη θα μείνει δεμένο στον ουρανό, και ό,τι λύσεις στη γη θα μείνει λυμένο και στον ουρανό.

Σε όλους τους μαθητές του παρήγγειλε τότε αυστηρά, σε κανέναν να μην πουν πως αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός.

Ο καιρός δεν είχε έλθει ακόμα να κηρυχθεί η αλήθεια αυτή στον κόσμο τον υλιστικό, που από το Μεσσία περίμενε υλικές και σαρκικές ωφέλειες, μεγαλεία και δόξες κοσμικές, και που ήταν ανέτοιμος να καταλάβει την ανώτερη αποστολή του Ιησού.

Από τότε άρχισε να εξηγεί στους μαθητές του πως πρέπει να πάγει στην Ιερουσαλήμ, και από κει να πάθει πολλά από τους αρχιερείς και διαβασμένους, να σκοτωθεί, να ταφεί, και την τρίτη μέρα ν' αναστηθεί πάλι.

Τους τα έλεγε πρώτη φορά τόσο καθαρά ως τότε μόνο συμβολικά τους είχε αναφέρει το θάνατο και την ανάστασή του. Ο Πέτρος, ορμητικός πάντα, και τρομαγμένος με όσα άκουσε, τράβηξε τον Ιησού παράμερα και διαμαρτυρήθηκε και είπε:

— Θεός φυλάξει, Κύριε, να μη σου τύχει τούτο!

Γύρισε ο Ιησούς, και βλέποντας τους άλλους μαθητές του, μάλωσε τον Πέτρο λέγοντας:

— Πήγαινε πίσω μου, Σατανά· πειρασμός μου είσαι· γιατί δε συλλογίζεσαι τα του Θεού, μόνο τ' ανθρώπινα.

Και, στρέφοντας, φώναξε τους μαθητές του και τα πλήθη που είχαν μαζευθεί εκεί, και δυνατά είπε για να τον ακούσουν όλοι:

— Αν θέλει κανείς να έλθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθήσει.

Δηλαδή, για την αλήθεια ας θυσιάσει την ησυχία του, ας παραδεχθεί κατατρεγμούς και βάσανα, ας υποφέρει με θάρρος και υπομονή, με καρτερία και υπερηφάνεια τις δυστυχίες της ζωής, και χωρίς παράπονα, χωρίς αγανάκτηση, υψώνοντας πάντα την ψυχή του, ας πάρει το δρόμο που με το παράδειγμά του μας δείχνει ο Ιησούς. Και πρόσθεσε:

— Όποιος τη ζωή του γυρεύει να σώσει, θα χάσει την ψυχή του· και όποιος για μένα χάσει τη ζωή του, θα σώσει την ψυχή του. Και τι κέρδος έχει ο άνθρωπος, αν όλο τον κόσμο τον αποκτήσει και όμως χάσει την ψυχή του; Και τι θα δώσει ο άνθρωπος ως αντάλλαγμα της ψυχής του;

Δόξες, μεγαλεία κοσμικά, όποιος τον ακολουθήσει δε θα τα βρει. Δε θέλει στα πνεύματά τους ν' αφήσει αμφιβολία, και άλλου είδους ελπίδες για την αποστολή του. Η Βασιλεία του δεν είναι τούτου του κόσμου. Και λέγει:

— Όποιος με ντραπεί εμένα και τα λόγια μου, αυτόν ο υιός του ανθρώπου θα τον ντραπεί, όταν έλθει στη δόξα του και στη δόξα του Πατέρα του και των αγίων αγγέλων. Δηλαδή, όποιος με ντραπεί εδώ, εμένα το Μεσσία, φτωχό και κατατρεγμένο, με την πρόφαση πως έμαθε να περιμένει Μεσσία βασιλέα, θα τον ντραπώ κι εγώ στη Βασιλεία του Θεού, όπου θα είμαι στο μεγαλείο μου το πραγματικό.

Και πάλι τους υπόσχεται και τους λέγει:

— Θα έλθει ο υιός του ανθρώπου στη δόξα του Πατέρα του, με τους αγγέλους του και θα πληρώσει τον καθένα κατά τις πράξεις του. Αλήθεια σας λέγω είναι μερικοί που στέκονται εδώ, που δε θα πεθάνουν χωρίς να έχουν δει τον υιό του ανθρώπου να έρχεται στη Βασιλεία του.

Με τα μυστηριώδη αυτά λόγια, εννοούσε άραγε ο Ιησούς την προσεχή μεταμόρφωσή του στο βουνό και την ανάσταση; Ή να προέλεγε μάλλον τη νίκη της καινούριας θρησκείας που δίδασκε, και που γρήγορα θα θεμελιώνουνταν στη γη, κατακτήτρια του κόσμου;


  1. Σάκκος: ο σάκκος ήταν χοντρό τρίχινο μαύρο ποκάμισο χωρίς άνοιγμα και δίπλες· το έβαζαν ως σημείο μεγάλου πένθους και μετάνοιας. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Εβραίοι έβαζαν στάχτη στο κεφάλι για να δείξουν θλίψη και μετάνοια.
  2. Σίμων Βαρ Ιωνά: δηλαδή, Σίμων γιε του Ιωνά. Βαρ, είναι αραμαϊκή λέξη, που θα πει γιος.