Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας:
ΚΒ'. «Λιγόπιστε, γιατί Δίστασες;»


Δυο ήταν γνωστές χώρες με τ' όνομα Βηθσαϊδά: Η μια, στη Γαλιλαία, βορειοδυτικά της λίμνης, κοντά στην Καπερναούμ. Η άλλη, βορειοανατολικά, πέρα από τον Ιορδάνη, δηλαδή έξω από την κυριαρχία του Ηρώδη.

Εκεί αποβιβάστηκε ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του, γυρεύοντας μοναξιά.

Ο κόσμος όμως το έμαθε, και, λαχταρώντας ν' ακούσει πάλι την ήρεμή του εξαίσια διδαχή, ποιος με καράβι, ποιος πεζή, ακολούθησε τον Ιησού, και, απ' όλα τα γειτονικά χωριά, τα πλήθη βγήκαν και μαζεύθηκαν στην ακρολιμνιά γυρεύοντάς τον.

Από το βουνό όπου είχε τραβηχθεί με τους μαθητές του, ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια και είδε τον κόσμο που, πλήθος, ανέβαινε. Του φάνηκαν σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα, και του πόνεσε η ψυχή του. Κατέβηκε ανάμεσά τους, κάθισε αντίκρυ τους, και άρχισε πάλι να τους μιλά για την αγάπη του πατέρα μας του Θεού προς τους ανθρώπους, που όλοι είναι παιδιά του, και που όλους το ίδιο τους αγαπά, χωρίς να ξεχωρίζει πλούσιους και φτωχούς, όμορφους και άσχημους, ξυπνούς και κουτούς, ευτυχισμένους και δυστυχισμένους.

Τους μιλούσε με τη θεϊκή του γλύκα που τόσο τους παρηγορούσε, και περνούσε η ώρα, και κανένας δεν έφευγε, παρά όλο μαζεύουνταν άλλοι και του έφερναν αρρώστους, κι εκείνος τους γιάτρευε, και όλο τους μιλούσε ακούραστα.

Είχε βραδιάσει πια, ο ήλιος βασίλευε, και ακόμα δίδασκε ο Ιησούς.

Τότε σίμωσαν οι μαθητές του, και του είπαν:

— Έρημο είναι το μέρος, και η ώρα πέρασε. Σχόλασε τα πλήθη να πάνε στα χωριά τους ν' αγοράσουν τίποτα να φάγουν.

Αλλά τους αποκρίθηκε ο Ιησούς:

— Τι ανάγκη να φύγουν; Δώσετέ τους σεις να φάγουν.

Του λέγουν οι μαθητές:

— Θέλεις να πάμε ν' αγοράσομε για διακόσια δηνάρια ψωμί να τους θρέψομε;

— Διακόσια δηνάρια ψωμί, είπε ο Φίλιππος, δεν αρκεί να φάγει ούτε από λίγο ο καθένας!

Γιατί ήταν τα μαζεμένα πλήθη ως πέντε χιλιάδες ψυχές.

Ήλθε ο Ανδρέας στον Ιησού, και του είπε:

— Είναι εδώ ένα παιδί, που έχει πέντε κριθαρένια ψωμιά και δυο ψάρια· μα τι είναι αυτά για τόσους;

Και αποκρίθηκε ο Ιησούς:

— Βάλετε τους ανθρώπους να καθίσουν.

Ήταν γρασίδι πολύ σ' εκείνο το μέρος. Έβαλαν λοιπόν οι μαθητές τους ανθρώπους να καθίσουν, κατά ομάδες από πενήντα και από εκατό. Οι άνθρωποι ήταν πολλοί και ο χώρος μεγάλος, και τα πολύχρωμά τους ρούχα, μαζεμένα έτσι, πρασιές πρασιές, στην ανοιξιάτικη χλωρή πρασινάδα, έδειχναν το βουνό σαν περιβόλι καλλιεργημένο, γεμάτο παρδαλά λουλούδια.

Τότε πήρε ο Ιησούς τα πέντε ψωμιά και τα δυο ψάρια, και σηκώνοντας τα μάτια στον ουρανό τα ευλόγησε.

Και αφού τα έκοψε, τα μοίρασε στους μαθητές του, και αυτοί τα μοίρασαν στα πλήθη.

Και τα πέντε αυτά ψωμιά και τα δυο ψάρια, όχι μόνο έφθασαν και χόρτασαν τους πέντε χιλιάδες πεινασμένους ανθρώπους, που ήταν εκεί μαζεμένοι, αλλά και αφού έφαγαν όλοι, περίσσεψε ακόμα τροφή. Και είπε ο Ιησούς στους μαθητές του:

— Μαζέψετε τα περισσεμένα κομμάτια, για να μη χαθεί τίποτα.

Τα μάζεψαν λοιπόν οι μαθητές και γέμισαν άλλα δώδεκα κοφίνια και τα έδωσαν στα πλήθη, να τα πάρουν μαζί τους.

Το θαύμα αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση. Αναμεταξύ τους, έλεγαν όσοι το είδαν, πως, βέβαια, αυτός ήταν Προφήτης κατεβασμένος στον κόσμο για να κάνει μεγάλα σημεία. Και ολοένα μεγάλωνε ο ενθουσιασμός τους, ώσπου αποφάσισαν να τον αρπάξουν και να τον πάρουν να τον κηρύξουν βασιλέα τους.

Βλέποντας ο Ιησούς τη μεγάλη έξαψη του κόσμου, ακόμα και των μαθητών του, πρόσταξε τους δώδεκα να μπουν αμέσως στο πλοίο, και να περάσουν αντίπερα της λίμνης, στη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, κοντά στην Καπερναούμ.

Θέλοντας και μη, μπήκαν οι μαθητές στο καράβι, και τον άφησαν μόνο με τον κόσμο.

Τότε, έπεισε ο Ιησούς τα πλήθη να διαλυθούν και να γυρίσουν σπίτι τους, και ένας ένας, υπακούοντας, έφυγε.

Σαν έμεινε πια μόνος ο Ιησούς, ανέβηκε στο βουνό, κι εκεί, στην ερημιά και στη μοναξιά, βυθίστηκε στην προσευχή.

Σιγά σιγά κατέβαινε η νύχτα, το σκοτάδι λίγο λίγο πύκνωνε, άνεμος και τρικυμία σηκώθηκαν. Μα ο Ιησούς προσεύχουνταν ακόμα.

Το πλοίο ωστόσο, με τους μαθητές μέσα, τραβούσε για την πέρα ακρολιμνιά. Δαρμένο από τα κύματα, ριχμένο δώθε κείθε από την ανεμοταραχή, να προχωρήσει δεν μπορούσε, γιατί είχε τον άνεμο ενάντια.

Ώρες είχαν περάσει, και όλο αγωνίζουνταν το καραβάκι, και ταλαιπωρούνταν στ' αγριεμένα μαύρα νερά, όταν από πάνω απ' το βουνό το είδε ο Ιησούς. Ήταν η τετάρτη νυχτερινή φυλακή[1], και οι μαθητές δεν είχαν κοιμηθεί από την ανησυχία τους, γιατί το καράβι τους ήταν σε κίνδυνο. Φοβισμένοι, μπήκαν και αυτοί στα κουπιά για να βοηθήσουν τους ναύτες, που δεν μπορούσαν πια μόνοι να το κυβερνήσουν.

Είχαν φθάσει κατά τη μέση της λίμνης, όταν, έξαφνα, πίσω τους, περπατώντας στ' αφρισμένα κύματα, είδαν τον Ιησού που πλησίαζε, σα να ήθελε να τους προσπεράσει. Τους φάνηκε φάντασμα από τον άλλο κόσμο, και τρόμαξαν πολύ.

Μα εκείνος, σιμώνοντας, τους είπε:

— Θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε.

— Κύριε, φώναξε ο Πέτρος, αν είσαι συ, πρόσταξέ με να έλθω κοντά σου απάνω στα νερά.

Και ο Ιησούς είπε:

— Έλα!

Στην ορμή της πίστεως, πήδησε ο Πέτρος στο νερό, και, περπατώντας στα κύματα, πήγαινε στον Ιησού. Μα το σκοτάδι ήταν βαθύ και τα κύματα μεγάλα, ο άνεμος φυσομανούσε σφυρίζοντας, και έπαιρνε τα ρούχα του και τα μαλλιά του. Από τον κύριό του, ο Πέτρος γύρισε τα μάτια και έριξε πίσω μια φοβισμένη ματιά. Κι ευθύς άρχισε να βυθίζεται.

— Κύριε! φώναξε με αγωνία. Σώσε με!

Ο Ιησούς άπλωσε το χέρι και τον έπιασε.

— Λιγόπιστε, γιατί δίστασες; του είπε ήρεμα.

Μαζί μπήκαν στο καράβι, κι ευθύς ο άνεμος κόπασε.

Μαθητές και ναύτες έπεσαν τότε στα πόδια του και τον προσκύνησαν.

— Αλήθεια, Θεού υιός είσαι! είπαν.

Δεν άργησαν να φθάσουν στην αντικρινή όχθη, και άραξαν στη Γενησαρέτ, δυτικά της λίμνης.

Το έμαθαν οι κάτοικοι, και ευθύς το διαλάλησαν πως έφθασε ο Ιησούς, και από χωριά και χώρες και εξοχές και αγορές κουβάλησαν όσους έπασχαν από αρρώστια ή άλλο, και παρακαλούσαν τον Ιησού, μόνο να τους αφήσει ν' αγγίξουν τα ρούχα του για να γειάνουν.

Και ο Ιησούς τους δέχθηκε όλους κοντά του, και, απλώνοντας τα χέρια απάνω τους, τους γιάτρευε και ένας ένας έφευγαν, ευλογώντας τη θεϊκή του ακούραστη πονοψυχιά. Έτσι διδάσκοντας και γιατρεύοντας, με την αγάπη και τη συγχώρεση πάντα στα χείλη, ανέβηκε ο Ιησούς πάλι στην Καπερναούμ.


  1. Τρεις το πρωί κατά τον τρόπο που μετρούσαν οι Ρωμαίοι και τον είχαν παραδεχθεί οι Εβραίοι. Η νύχτα άρχιζε στις 6 το βράδυ ως τις 6 το πρωί, και διαιρούνταν σε τέσσερις «φυλακές», από τρεις ώρες η καθεμιά. Λέγουνταν «φυλακές» τα τρίωρα αυτά διαστήματα, γιατί στο τέλος κάθε διαστήματος άλλαζαν οι φύλακες ή φρουροί.