Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας:
Ι'. Καπερναούμ


Έφυγε ο Ιησούς, και τράβηξε πάλι για την Κανά.

Λυπημένος ήταν βέβαια για τη σκληρότητα των συντοπιτών του, μα η ψυχή του ήταν ήρεμη, και πήγαινε κηρύττοντας τη Βασιλεία των Ουρανών.

Τ' όνομά του ωστόσο είχε ακουστεί, η φήμη του απλώνουνταν σε όλη την περιφέρεια.

Στη δυτική όχθη της λίμνης, ήταν μια χώρα μεγάλη και πλούσια, η Τιβεριάδα. Την είχε χτίσει Ηρώδης Αντίπας, με σκοπό να την κάνει πρωτεύουσα της Γαλιλαίας, και της είχε δώσει το όνομα του Τιβερίου, του τότε Αυτοκράτορα της Ρώμης. Τα παλάτια της ήταν λαμπρά, και η θέση ωραία, αλλά οι Εβραίοι τη θεωρούσαν μολυσμένη, επειδή ήταν χτισμένη απάνω σ' ένα παλιό νεκροταφείο, όπου ο Ηρώδης αναγκάσθηκε να χαλάσει πολλούς τάφους. Οι ορθόδοξοι Εβραίοι δεν εννοούταν να κατοικήσουν εκεί μέσα, και όποταν έμπαιναν κατ' ανάγκη, υποβάλλουνταν ύστερα σε θρησκευτικούς καθαρισμούς.

Εκεί, στα ολόχρυσα παλάτια όπου έμενε ο Αντίπας με την αυλή του, είχε φθάσει η φήμη του Ιησού, και είχε κινήσει την περιέργεια του ηγεμόνα όσο και των αυλικών του. Κάποιος άρχοντας, υπάλληλος του Ηρώδη, που είχε κείνες τις μέρες το παιδί του βαριά άρρωστο στην Καπερναούμ, άκουσε τα θαύματα και τα έργα του Ιησού, και συγκινήθηκε.

Καθώς έμαθε πως ο Ιησούς έφθασε στην Κανά, έτρεξε να τον βρει, και, με παρακάλια πολλά, του ζήτησε να κατέβει ως την Καπερναούμ, και να σώσει το παιδί του που ήταν να πεθάνει.

Με την αντιπάθεια που έδειχνε πάντα ο Ιησούς για το θόρυβο που προκαλούσαν τα θαύματά του, αποκρίθηκε του άρχοντα:

— Αν δε δείτε σημεία και τέρατα, δεν πιστεύετε.

Από πονοψυχιά και αγάπη της ανθρωπότητος, ο Ιησούς γιάτρευε την αρρώστια όταν την απαντούσε στο δρόμο του, μα η αποστολή του ήταν άλλη· δεν είχε έλθει στον κόσμο για να γιατρέψει σωματικά παθήματα, αλλά για να σώσει την ψυχή της ανθρωπότητος. Γι' αυτό τον βλέπομε πάντα, τα τρία χρόνια της δράσεως του, ν' αποκρούει, στην αρχή, εκείνους που του γυρεύουν γιατριά, σα να ήταν απλός «χακίμ», δηλ. γιατρός ή θαυματοποιός ψευτοπροφήτης, από κείνους που περιδιάβαζαν, τον καιρό εκείνο, αμέτρητοι, σε όλη την Παλαιστίνη, και εκμεταλλεύουνταν την ευπιστία του λαού, με τα μάγια και τις πλάνες τους.

Ο άρχοντας όμως είχε τόσο πολύ στο νου του το άρρωστο παιδί, που δεν αποκρίθηκε στα λόγια του Ιησού, μόνο τον παρακαλούσε λέγοντας:

— Κύριε, κατέβα πριν πεθάνει το παιδί μου!

Λυπήθηκε ο Ιησούς την αγωνία του δυστυχισμένου πατέρα. Πονόψυχα του είπε:

— Πήγαινε, ο γιος σου ζει.

Και πίστεψε ο άνθρωπος το λόγο που του είπε ο Ιησούς, κι έφυγε.

Καθώς έφθανε στο σπίτι του, τον συνάντησαν οι δούλοι, που έβγαιναν να τον προαπαντήσουν, και του είπαν χαρούμενοι:

— Ο γιος σου ζει.

Ο άρχοντας θυμήθηκε τα λόγια αυτά, τα ίδια του του είχε πει ο Ιησούς, και ρώτησε από πότε άρχισε η καλυτέρευση του άρρωστου παιδιού.

Του αποκρίθηκαν:

— Χθες, την έβδομη ώρα τον άφησε ο πυρετός.

Η ώρα λογαριάζουνταν μετά την ανατολή του ηλίου, ώστε αν ο ήλιος είχε σηκωθεί στις έξι, η έβδομη ώρα ήταν μία μετά το μεσημέρι. Ήταν ακριβώς η ώρα, όταν ο Ιησούς είχε πει στον άρχοντα: «Πήγαινε, ο γιος σου ζει».

Θαύμασε ο άρχοντας και πίστεψε, και όλοι του σπιτιού του πίστεψαν και αυτοί στον Ιησού και στη θεία του αποστολή.

Στην Κανά, δεν έμεινε πολύ ο Ιησούς, και πάλι έφυγε για την Καπερναούμ, που την είχε κάνει πια έδρα του.

Το θαύμα της Καπερναούμ ακούστηκε και διαλαλήθηκε κι επειδή ο πατέρας του παιδιού ήταν άρχοντας πλούσιος, και είχε θέση σημαντική στην αυλή του Ηρώδη, το πράμα έκαμε περισσότερο κρότο σ' όλη την περιφέρεια.

Όπου περνούσε ο Ιησούς, ο κόσμος έτρεχε να τον υποδεχθεί, και με το χαμόγελο περνούσε εκείνος, σκορπώντας αγάπη ολόγυρα· και στην Καπερναούμ, με λαχτάρα πήγαιναν από τα περίχωρα ν' ακούσουν τη διδαχή του, και τη χαρμόσυνη είδηση που τους έφερνε για τη σωτηρία του κόσμου.

Αυτή ήταν η όμορφη και χαρούμενη περίοδος της ζωής του, «η άνοιξη της Γαλιλαίας», όπως τόσο όμορφα την ονόμασαν.

Το Σάββατο πήγε ο Ιησούς στο ναό, και άρχισε να διδάσκει όπως και στη Ναζαρέτ.

Προσηλωμένοι στα λόγια του, κρεμασμένοι στα χείλη του, στέκουνταν και τον άκουαν οι κάτοικοι της Καπερναούμ. Ήταν άνθρωποι απλοί και τίμιοι, πολεμικοί και γενναίοι, χωρίς πονηριά ή φθόνο, με αγαθή παιδιάτικη καρδιά. Μαγεμένοι τον άκουαν, και απορούσαν πως, τόσο νέος άνθρωπος, μιλούσε με τόση σοφία και συγχρόνως με τόση χάρη.

Γιατί τα λόγια του Ιησού δεν έμοιαζαν καθόλου με την ξερή στεγνή διδαχή των διαβασμένων τους. Τους δίδασκε με κύρος δικό του, έξω από τις συνηθισμένες θεωρίες των διαβασμένων, που είχαν διδαχθεί στις δυο μεγάλες σχολές του Ισραήλ, τη σχολή του Χιλέλ και τη σχολή του Σαμμάι, που ήταν δυο σοφοί Ραββίνοι, και ζούσαν λίγο πριν του Ιησού. Κάθε λόγος του είχε δύναμη και συνάμα γλύκα και τρυφερότητα, και όλο για συγχώρεση τους μιλούσε, και για επιείκεια και αγάπη.

Έξαφνα, από το πλήθος μέσα πετάχθηκε ένας τρελός ξεμαλλιασμένος, τα μάτια κόκκινα και αγριεμένα, και φώναξε:

— Άφησε! Τι γυρεύεις από μας, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήλθες να μας καταστρέψεις; Σε ξέρω ποιος είσαι! Είσαι ο άγιος του Θεού.

Όλοι αποτραβήχθηκαν τρομαγμένοι.

Εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι λαοί, μαζί και οι Εβραίοι, πίστευαν πως οι τρελοί είχαν μέσα τους πνεύματα ακάθαρτα, και πως η παρουσία τους εμόλυνε όποιον τους πλησίαζε· ώστε τους έδιωχναν από τις χώρες, ακόμα και οι συγγενείς τους απαρνιούνταν, τους απόριχναν, τους μεταχειρίζουνταν σαν καταραμένα θηρία. Η απομόνωση και η έχθρα αυτή αγρίευε ακόμα περισσότερο τους δυστυχισμένους τρελούς, που αναγκάζουνταν να παίρνουν τα βουνά και να ζουν σαν κτήνη.

Έτσι και τώρα στη συναγωγή, με τρόμο και αηδία έφευγαν όλοι, εμπρός από τον τρελό που ξεφώνιζε.

Μα ο Ιησούς είπε στο ακάθαρτο πνεύμα:

— Σώπα, και έβγα απ αυτόν.

Και, με φωνή μεγάλη, έπεσε ο τρελός χάμω σπαράζοντας, και ύστερα έμεινε ήσυχος στα πόδια του Ιησού.

Πολύ τρόμαξαν και θαύμασαν όσοι είδαν το θαύμα αυτό, και, αναμεταξύ τους, απορώντας, έλεγαν:

— Τι είναι τούτο; Έχει εξουσία και δύναμη να προστάζει τα ακάθαρτα πνεύματα να βγαίνουν, και αυτά να υπακούουν; Τι είναι η διδαχή αυτή η καινούρια;

Κι ένας ένας, θαυμάζοντας, έβγαιναν από τη συναγωγή, και πήγαιναν και μετάλεγαν πως ο Ιησούς ο Ναζαρηνός έβγαλε από δαιμονισμένους το ακάθαρτο πνεύμα, με μονάχα ένα του λόγο.

Και η είδηση ακούστηκε και απλώθηκε και μαθεύτηκε σε κάθε γωνιά της Γαλιλαίας.

Βγαίνοντας από τη Συναγωγή, ο Ιησούς πήγε με τον Πέτρο και τον Ανδρέα, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, στο σπίτι του Πέτρου.

Φθάνοντας εκεί, βρήκαν την πεθερά του Πέτρου στο κρεβάτι, με δυνατό πυρετό. Και μόνο που της πήρε το χέρι ο Ιησούς, ευθύς την άφησε ο πυρετός, και σηκώθηκε και τους περιποιήθηκε.

Ακούστηκε το πράγμα στη γειτονιά, και το άκουσαν και οι άρρωστοι, όσοι ήταν στην περιφέρεια· μα ήταν Σάββατο, κι επειδή τη μέρα εκείνη κάθε είδους εργασία απαγορεύουνταν, περίμεναν να βασιλέψει ο ήλιος, να τελειώσει η εορτή του Σαββάτου, και τότε έτρεξαν όλοι στον Ιησού να τους γιατρέψει.

Ώστε όταν θέλησε ο Ιησούς να βγει από το σπίτι, βρήκε πλήθος πολύ μαζεμένο εμπρός στην πόρτα, που τον περίμενε.

Ο Ιησούς δεν αγαπούσε αυτές τις συναθροίσεις, δεν του άρεσε να κάνει θαύματα, με επίδειξη εμπρός σε τόσον κόσμο.

Μα λυπήθηκε τους αρρώστους που είχαν συρθεί ως εκεί, και που η πίστη τούς έριχνε στα πόδια του, κι έναν έναν άπλωνε απάνω τους τα χέρια του και τους γιάτρευε.

Μεταξύ τους ήταν και πολλοί τρελοί, και τους έβγαλε και αυτωνών τα δαιμόνια· μα όταν εφώναξαν αυτοί: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού!» εκείνος τους μάλωσε και τους πρόσταξε να σωπάσουν.

Την επαύριο, πρωί πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, βγήκε ο Ιησούς μόνος, και πήγε μακριά, σ' ένα αέρος ερημικό. Εκεί, στη μοναξιά, του άρεσε ν' αποτραβιέται, μακριά από τους ανθρώπους. Μονάχος του στην εξοχή, στην ομορφιά της πλάσης, επικοινωνούσε με τον Πατέρα του τον Ουράνιο, και βυθίζουνταν στην προσευχή, κι ετοιμάζουνταν για καινούρια αντικρίσματα με τους ανθρώπους, που γι' αυτούς είχε έλθει σαν άνθρωπος στη γη, για να τους φωτίσει, να τους μορφώσει, διδάσκοντάς τους την καλοσύνη, τη συγχώρεση, την ομόνοια, και γέρνοντας την ειρήνη και την αγάπη ανάμεσά τους.

Εκεί τον ζήτησαν και τον βρήκαν ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές, και του είπαν να γυρίσει πίσω, γιατί «όλοι σε ζητούν».

Μα ο Ιησούς δε θέλησε να επιστρέψει.

Ήλθαν και άλλοι και τον παρακαλούσαν, και τον βαστούσαν μην τους αφήσει και φύγει. Μα εκείνος τους χαμογέλασε, και γλυκά τους είπε πως έπρεπε και αλλού να πάγει την παρηγοριά της καλής ειδήσεως, που είναι η σωτηρία της ανθρωπότητος.

— Και σε άλλες χώρες πρέπει να κηρύξω το καλό μήνυμα της Βασιλείας του Θεού, αφού γι' αυτό βγήκα.

Και τότε δεν τον βάσταξαν πια, παρά με ευλογίες τον άφησαν να φύγει και κηρύττοντας στις Συναγωγές, και ξυπνώντας την αγάπη, όπου περνούσε, από χωριό σε χωριό και από χώρα σε χώρα, πήγε ο Ιησούς και γύρισε όλη τη Γαλιλαία.

Ήταν, αλήθεια, η όμορφη λουλουδισμένη άνοιξη της ζωής του, όλο χαρά και γλύκα και αγάπη και ενθουσιασμό. Η Γαλιλαία τον αναγνώριζε για Μεσσία, ο λόγος του, γλυκός και ήρεμος, έπεφτε σε χώμα πλούσιο, καρποφορούσε, μεγάλωνε, απλώνουνταν. Η γη λες και ανατρίχιαζε από χαρά όπου πατούσε το πόδι του.

Και πήγαινε ο νέος προφήτης, χαρούμενος, γλυκομίλητος και ειρηνικός· και ο κόσμος, ο τυραννισμένος από την ιουδαϊκή στενομυαλιά, συγκινούνταν βαθιά με τη γοητεία της διδαχής του, χαίρουνταν με το λόγο του, αναγνώριζε την αποστολή του, υποκλίνουνταν νικημένος, μαγεμένος με την εξαίσια προσήνειά του, έβρισκε παρηγοριά και ανακούφιση στην ειρήνη που απλώνουνταν όπου περνούσε.

Ήταν, αλήθεια, η άνοιξη της ζωής του.