Η εκλογή του καθηγητού
Συγγραφέας:


Πῶς τὰ ἔμπλεξε καὶ μὲ τὰς δύο καί αὐτὸς δὲν ἤξευρεν. Οὔτε φιλήδονος ἦτο οὔτε, γυναικοθήρας, ἀλλ' ἁπλούστατα εἷς ἀγαθὸς καθηγητὴς. Εἶχεν ἐνοικιάσῃ ἕν δωμάτιον εἰς μίαν οἰκογένειαν ἀποτελουμένην ἀπὸ γραῖαν οἰκοδέσποιναν, τὸν ἄγριον κουτσαβάκην υἱόν της καὶ τὰς δύο θυγατέρας της. Ἡ μία μελαγχροινὴ νόστιμη τριακονταέτις χήρα, καὶ ἡ ἄλλη δεκαοκταέτις ξανθοῦλα γαλανόφθαλμος, μὲ προκλητικὸν αὔθαδες στῆθος, οὗ προεπάθει πάντοτε νὰ διαβλέπηται κἄπως τὸ ῥόδινόν του, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν ἐκ τοῦ δωματίου του ἔξοδον τοῦ ἀγαθοῦ καθηγητοῦ. Πῶς τὰ ἔμπλεξεν ἤδη μὲ ἀμφοτέρας ἦτο ἄγνωστον. Γνωστὸν ὅμως ἦτο πλέον, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ διπλοῦς πατὴρ ἐν τῇ οἰκίῃ, ἧς εἶχεν ἐνοικιάσῃ ἕν μόνον δωμάτιον. Ἐπὶ τῇ ἀποκαλύψει ταύτῃ ἡ οἰκοδέσποινα γραῖα καὶ ὁ ἄγριος κουτσαβάκης υἱὸς προέβησαν εἰς πολύωρον συμβούλιον, οὗ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ εὕρῃ ἐγκαθιδρυμένους ἀμφοτέρους ὁ καθηγητὴς εἰς τὸ δωμάτιόν του ἐπιστρέψας τὴν νύκτα. Ἡ γραῖα ὕψωσεν ἀπειλητικὸν τὸν γρόνθον της, ὁ κουτσαβάκης ἀπειλητικωτέραν τὴν πιστόλαν του

− Τελείονε! δάσκαλε, μιὰ ἀπ' τὶς δυὸ, ἔλα παίρνε την! εἶπεν ὁ κουτσαβάκης.

Ὁ καθηγητὴς ἐρρίγγησε καταληφθεὶς ὑπὸ σκοτοδίνης.

− Κύριε καθηγητά, κύριε καθηγητὰ, κακὸ ποῦ μᾶς ἔκαμες!.. Ποιὰ θὰ πάρῃς τώρα ἀπ' τὶς δύο; προσέθηκεν ἡ γραῖα.

Καὶ ὁ ἀτυχὴς καθηγητὴς σκεφθεὶς ἐπ' ὀλίγον, ἐνέδωκε μὲ τρέμουσαν φωνήν.

− Δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν ἡ μὴ χήρα βέλτιστος!