Άνοιγμα κυρίου μενού
Η Χιώτισσα
Συγγραφέας: Βασίλης Μιχαηλίδης
εν Λεμεσώ τώ 1821


ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Ανταν εκόψαν τους δεσποτάδες
Μες τζιν' τα βάσανα τα πολλά
Που 'ρταν καμπόσοι αρναουτάες
Στην Λεμεσόν με τον Χατζαλλά.
Τζ' είχαν τον μαύρο Χάρο μιτά τους
Τζι' ο κόσμος έτρεμεν τ' άρματά τους
Που 'τουν οι τόποι νεκατσιασμένοι
Κάθε καντούνι τζιαι μαχαλλάς
Τζ' ήτουν στα σπίθκια τους τρυπωμένοι
Που τα σουρούπια του φου οι λας.
Πάνω στην βράση τζιν' του θανάτου
Εις της Αγιάνναπας την μερκάν
Τα 'λλιοβουττήματα 'νου Σαββάτου
Πόξω μιας πόρτας είσιεν μιαν ρκαν.
Θκιακονητήναν τζι' επαρακάλεν
Με την βραγνήν της φωνήν τζι' ελάλεν.

ΓΡΙΑ:

Κάμε τζυρά μου το ψυσικόν σου
Τζι' εμέν τ' ανύμπορου του μιστού
Να σου χαρίννει ο Θεός το φως σου
Τζι' ας εν για τ' όνομα του Χριστού.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Εφτίς αννοίει τζιαι ποσιεπάζει
Πο' ναν πορτίν του παναθυρκού
Που πανωθκιόν της τζι' αναστενάζει
Ζιαν την ατζιέλισσαν μια Τούρκου.
Θωρεί την ρκαν τζιαι πάλε θωρεί την
Τζιαι με το νέψιμον της καλλιεί την
Η ρκα εβώβοσεν στην θωρκάν της
Τζι' εν είπεν λόον ποτζει τζιαι τζει
Γιατ' είδεν άρπα την ομορκιάν της
Τζι' εστάθην τζι' έμεινεν ξιστιτζή.
Αναστενάζ' η Τούρκου π'αππέσω
Τζι' είπεν περίλυπη σιανά

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Βουράτε σκλάβες φέρτε την έσσω
Τούντην ρωμαίισσαν που θκιακονά.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Τζι' εφτίς οι σκλάβες με την χαράν τους
Βουρούν τζι' εφέραν την στην τζυράν τους
Ότι τζι' εστράφησαν τζι' εσταθήκαν
Τζι' εκαρτερούσασιν να τους πει
Μ' έναν της νέψιμον εχαθήκαν
Άψαν τζι' εσβήσασιν σιαν 'στραπή.
Πριχού ν' αρτζιέψει να πει το πειν της
Η πληξημιά η Τουρκού στην ρκαν
Το κλάμαν έπνιξεν την φωνήν της
Τζιαι πκιον δεν είσιεν παρηορκάν.
Αννοι' η ρκα τζιαι παρηορά την
Τζι' ούλα την μάναν της αρωτά την.

ΓΡΙΑ:

Ίντα σιεις κόρη μου πικραμένη
Τζι' έσιεις τα μμάθκια σου ποταμούς;
Πε μου τζιαι μεν πεις πως είμαι ξένη
Δεν έσιει πλάσμαν δίχα καμούς.
Μες τούντον κόσμον κόρη μου ζιούμεν
Τζι' έχουμεν ούλλοι μας το γραφτόν
Που την βουλήν του Θεού να φκούμεν
Δεν είναι κόρη μου βουλετόν.
Έχουμεν ούλλοι δικούς θαμμένους
Ο Χάρος ποιούς δεν έσιει καμμένους;
Η πλήξη πο' 'παθεν η καρκιά σου
Σφάζει τζιαι Τούρκον τζιαι Γρισκιανόν
Θέλω να μείνω κόμα μιτά σου
Τζι' ας πα να χάσω τον 'σπερινό.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Περίτου έκρουσεν η καρκιά της
Περίτουη πλήξη την συμπουρκά
Περίτου έκρουσεν η καρκιά της
Απου τα λόγια που 'πεν η ρκα.
Τζιαι σαν αρνάδα νεροκαμμένη
Ππέφτει στο στήθος της ρκας κλαμένη
Τζι' αρτζιέφκει φίλημαν του σταυρού της
Τζι' η σκοτωμένη της η φωνή
Κρυφή εξέβιτζιεν του λαιμού της

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Αχ είμαι θκιούλλα μου Γρισκιανή

ΓΡΙΑ:

Πάψε τα δάρκα σου πκιον κανεί σε
Πάνω στες βούτσιες σου να τζιλούν
Τζιαι πε μου κόρη μου πόθθεν είσαι
Τζιαι τ' όνομά σου πώς το λαλούν;

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Από την Χιον την ματζελλεμένη
Τζιαι τ' όνομά μου λαλούν μ' Ελένη.

ΓΡΙΑ:

Τζιαι πκιοι κορούλλα μου σε τουρτζιέψαν
Τζιαι ποιοί σου 'κάμαν τούντο κακόν;
Γονιούς δεν είσιες, δεν σε γυρέψαν;
Μάγκου δεν είσιες μακροδικόν;

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Τζιαι που εν τζίνος ο νους α θκειούλλα,
Τζιαι τζίν' η όρεξη τζι' η ζωή
Τζιαι που εν τζίν' η γερή καρτούλλα
Πον να τα πει τζιαι να μεν ραεί;
Θωρώ νεκρούς κόμα ομπροστά μου
Τζι' εν ο βασμός κόμα μες τ' αφκιά μου
Ήτουν της σόρτας μου θκεια τζαι 'μέναν
Να δω την Χίον μου ματζιελλιόν
Να ππέσω δίχως γονιούς στα ξένα
Τζιαι να με τρώει το νεκαλιόν.
Πάσκισε θκειούλλα μου να γλιτώσω
Τζι' ούλα να χτίζεις μιαν εκκλησιάν.

ΓΡΙΑ:

Μπορώ το γαίμαν μου να σιωνόσω
Μα δεν σ' αφήννω μες την Τουρτζιάν.
Μπορώ τον κόσμον να τον χαλάσω
Για να 'βρω τρόπον να σε ποσπάσω.

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Ννα θκιο γρουσά ν' άψεις θκιο λαμπάδες
Στην Παναγίαν τζι' εις τον Χριστόν
Κάμε παράκλησην με παπάες
Να βοηθήσουν να ποσπαστώ.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Ήρτεν η Πέφτη τζιαι πριν συγράσει
Τριβιτζιασμέν' η Τουρκού σιηφτή
Θωρεί π'αππέσω που το καφάσιν
Τζι'η ρκα χαρούμενη τζιαι φκιαστή.
Έρκετουν έσσω της σκομαχόντα
Πέμπει τες σκλάβες εφτίς βουρόντα
Τζιαι παν τζιαι 'φέραν της την μπροστά της
Τζι' είδαν την τζι' ένεψεν την τζυράν
Τζι' εφτίς εφίασιν π' ομπροστά της
Τζι' αρτζιέφκ' η ρκα γεμάτη χαρά.

ΓΡΙΑ:

Ήρτεν Ελένη μου ο αρφός σου
Τζι' εκούτσισα του τα μια χαρά
Τζι' εσινορτσιάσαμεν τον φεφκόν σου
Τζι' εν το καράβιν τζιαι καρτερά.
Αύριον να 'σε συνορτσιασμένη
Να 'σαι σασμένη περοιπημένη
Τζι' εν να σου φέρω τζι' εν να φορήσεις
Ρούχα τους ναύτες μιαν φορισιάν
Να φκεις μιτά μου να μου κλουθήσεις
Εις τον γιαλόν σε μιαν εκκλησιάν.