Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα

Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα
Συγγραφέας:
Εφ. «Εφημερίς», 21 Σεπτεμβρίου 1891


Λόγγος κι' ὀρμάνι γύρω στὸ παλάτι,
καὶ τὸ φυλᾶν ἀόρατα σπαθιά.
Κι' ἐκείνη ἀποκοιμήθηκε βαθειὰ
καὶ δὲν τὴ βλέπει ἀνθρώπου μάτι.

Μάγια κακὰ τῆς εἶχαν καμωμένα
νὰ μὴν ξυπνήση χρόνους ἑκατό,
πρὶν ἕνα βασιλόπ'λο ξακουστὸ
ἔρθει νὰ τὴν εὑρῇ ἀπὸ τὰ ξένα.

Σ' εἶσ' ἡ Κοιμάμενη Βασιλοπούλα,
ποὺ ὅλ' ἡ Ἑλλάς, νανούρισμα γλυκό,
σοῦ στέλνει ἕνα τραγοῦδι μυστικὸ
καὶ μιὰ χρυσόχλωρη μυρτούλα.

Σ' εἶσ' ἡ Κοιμάμενη Βασιλοπούλα·
μὰ δὲν κοιμᾶσαι μοναχή σου σύ.
Κι' ἄλλος ἐκεῖ δεξιά σου τὴ χρυσῆ
τοῦ Ἔθνους καρτερεῖ αὐγούλα.

Σταυρὸς ἀστράφτει καὶ σπαθὶ σιμά του,
ψυχῶν κοπάδι φτερουγίζει ἐκεῖ,
Ἁγίων μελίσσι γύρω κατοικεῖ
κι' Ἀγγέλοι ἀμώνουν στ' ὄνομά του.

Ἐκειὸς εἶν' ἡ ἐλπίς μας, ὁ Μεσσίας,
Ἐκειὸς τοῦ Γένους ὁ ἐγδικητής,
ὁποῦ κοιμᾶται στὰ ὑπόγειά τῆς
Ἁγίας του Θεοῦ Σοφίας.

Καὶ θὰ ξυπνήσῃ νὰ χαροῦν σιμά του
κι' οἱ ὅσιοι μὲ τὰ πρόσωπα χλωμά,
κι' οἱ μάρτυρες στὰ στήθια τὰ θερμά,
ἀπ' τὴν πορφύρα τοῦ αἱμάτου.

Καὶ σὲ ἄμποτε, μὲ τόσους πονεμένους,
στὴν ὕστερη ὥρα, πρὶν ἀναστηθῇς,
νὰ σ' ἀξιώσ' ἡ Χάρις νὰ βρεθῇς
στὴ μυστικὴ χαρὰ τοῦ Γένους.

Ἐκεῖ κοιμᾶτ' ἐκεῖ, καιροὺς καὶ χρόνια
κι' ἡ συντροφιά του θελὰ γίνης σύ,
μὰ ἡ ἁγνότης του εἶναι περισσὴ
καὶ πρῶτα κι' ὕστερα κι' αἰώνια.

Καὶ σέ, Βασιλοπούλα, θὰ σ' ἁγνίσῃ
Μαρτύρων αἷμα κι' ἄχνη καὶ φωτιά,
κι' ἡ πρώτη τοῦ πολέμαρχου ματιά,
πρώτη γλυκὰ θὰ σὲ ξυπνήσῃ.

Παρηγοριὰ στὴ φτώχεια μας νὰ στείλῃ,
τὸ δουλωμένο Γένος νὰ χαρῇ,
ποὺ ἀπ' τὴ ματιὰ τοῦ Ἥλιου καρτερεῖ
ὥρα τὴν ὥρα ν' ἀνατείλῃ.