Ἡ Δεκοχτοῦρα
Συγγραφέας:
Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του 1899 του Παναγιώτη Αξιώτη


Η ΔΕΚΟΧΤΟΥΡΑ

I

ΥΠΝΟ δὲν εἶχεν, κάμποσες νύχτες τώρα, ἡ Σμαραγδοῦλα. Ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ ὡραῖα της μάτια εἶνε μιὰ σειρά μελανή, τῆς ἀγρύπνιας, σημάδι. Θυμώνει μὲ τὴν ἀδιακρισία, τὴν αὐθάδεια τῶν παλληκαριῶν ποῦ δὲν τὴν ἀφίνουν νὰ κοιμηθῇ. Ἡ δυσαρέσκειά της φαίνεται σ’ ὅλα της τὰ κινήματα.

— Ἀκοὺς ἐκεῖ! Νὰ μὴν μπορῇ ἕνας νὰ ἡσυχάσῃ, νὰ μὴν εἶν’ ἐλεύθερος ν’ ἀναπαυθῇ γιατὶ ἐκατέβη στὸ κεφάλι μερικῶν νὰ ἔρχουνται τὴν νύχτα νὰ τραγουδοῦν, χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς παρακαλῇ. Αὐτοὶ εὐχαριστοῦνται, ῥώτηξαν ὅμως καὶ μένα, ἂν θέλω ν’ ἀκούω; Νά ταν ἐδῶ ὁ Μᾶρκος ὁ ξάδελφός μου, δὲν θὰ μὲ πείραζε κανένας. Αὐτὰ ἐσυλλογιόταν ἡ Σμαραγδοῦλα, ἐνῷ ἡ καϋμένη ἡ γρῃὰ θεία της εἶνε νὰ χάσῃ τὸ νοῦ της μὲ τὸ φυσικὸ τῆς ἀνεψιᾶς. Νὰ τὴν ἀγαποῦνε τόσοι, νὰ τὴν κυνηγοῦνε, νὰ εἶνε ἕτοιμοι νὰ φαγωθοῦν, κι’ αὐτὴ νὰ θυμώνῃ, νὰ τοὺς βρίζῃ, νὰ μὴ θέλῃ νὰ τοὺς ξέρῃ. Ἡ πατινάδες καὶ τὰ τραγούδια, ἐκεῖνο ποῦ γιὰ τὴς ἄλλες κοπέλλες ἦταν χαρὰ καὶ πανηγύρι καὶ καύχημα, γιὰ τὴν Σμαραγδοῦλα ἤταν ἀφορμὴ θυμοῦ. Ἀπελπίζετο ἡ καϋμένη ἡ θεία της μὲ τὸν χαραχτῆρα της τὸν παράξενο, τὸν ἀλλόκοτο! Ποῦ εὑρῆκε αὐτὴ τὴν ὑπερηφάνεια, κόρη ναυτικοῦ, καθὼς ἤταν ἡ περισσότερες συνομίληκες καὶ φιληνάδες της; Ἐκείνη πάλι ἡ ἀκαταδεξία, ἡ ψυχρότητα της; Μάρμαρο ἡ εὐλογημένη, ἐνῷ εἴνε τόσον ἔμμορφη τόσον ἑλκυστική, ὁποῦ δὲν ἔμεινε παλληκάρι νὰ μὴ τὴν ποθήσῃ, νὰ μὴ τὴν κυνηγήσῃ. Καὶ ἐνθυμήθη με πεῖσμα ἡ γρῃὰ τὴ νύφη της. — Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξένη, ἀπὸ τὴ μάννα της, τόχει, αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ἀπὸ κείνη τὸ κληρονόμησε χωρὶς ἄλλο· γιατὶ ὅσο γιὰ τ’ ἄλλα, εἶνε λαμπρὸ παιδί, καὶ μόνο αὐτὴ τὴν ψυχρότη δείχνει πῶς ἔχει, γιὰ νὰ μὴν τὴν διῶ ἐγὼ ἀποκαταστημένη. Καὶ ἡ ἀδημονία αὐτὴ τὴν ἔτρωγε χρόνια τώρα.

Τὸν ἀδερφό της, τὸν πατέρα τῆς Σμαραγδούλας, τὸν ἀγαποῦσε πολύ, μὰ δὲ μπόρεσε νὰ τοῦ συχωρέσῃ πῶς πῆρε μιὰ ξένη, μιὰ περίφανη, μιὰ πεισματάρα, ποῦ ὅ,τι ἔλεγε, ἔπρεπε νὰ γίνεται. Μὰ εἶχε δελεάσῃ τὸν ἀδερφό της μὲ τὴν ξεχωριστὴ εὐμορφιά της. Τώρα τὰ χρόνια πέρασαν, οἱ γονεῖς δὲν ζοῦνε πλιὸ καὶ ἡ γρηὰ θεία ἀφωσιώθηκε στὴν ἀνεψιά της: ἤταν τὸ καμάρι της, τὸ εἴδωλό της. Καὶ τί χαρὰ ποῦ τὴν εἶχε, ὁποῦ ὅσο μεγάλωνε, τότε αὔξαναν οἱ ἀγαπητικοί, τὰ τραγούδια, ἡ πατινάδες, τὰ παινέματα στὴν ἐμμορφιὰ τὴν ἀσύγκριτη, στὰ μάτια πούλεγαν τόσα καὶ τόσα χωρὶς νὰ μιλοῦνε, στὸ λυγυρὸ κορμί, τὸ κυπαρισένιο, στὸ περήφανο περπάτημα καὶ στὰ μαλλιὰ τὰ μαῦρα σὰν τοῦ κόρακα τὸ φτερό. Καὶ ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὰ τὰ χαρίσματα τῆς Μοίρας, ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὰ τὰ θεϊκὰ δῶρα, μία ἀκατανόητη ψυχρότητα, μία ἀδιαφορία, μία ἀπάθεια, μία ἀναισθησία μαρμάρου… Τὰ μάτια της εἶχαν τόση ἔκφρασι, τόση ζωὴ μέσα τους, ὁποῦ ἔφθαναν νὰ ζωογονήσουν ἑκατὸ νεκρὲς καρδιὲς γύρου τους! Θὰ ἔλεγες πῶς μὲ τὰ μάτια ἐκεῖνα μιλεῖ, ἡ ψυχή της, καὶ ὅμως, σὰν νὰ μὴν εἶχε μνημονικὸ ἡ ψυχὴ αὐτὴ καὶ ὅ,τι ἔβλεπε, σὰν νὰ μὴν ἐτυπώνετο μέσα της, παρὰ ἐξαλείφετο σὰν τὸ σημάδι ἐπάνω στὸ νερό. Ἤταν στ’ ἀλήθεια τέτοια, ἢ τα φερσήματα της ἤταν προσποιημένα, γιατὶ δὲν ἔβρισκε τὸ ταῖρι της;

Κανεὶς δὲν ἤξευρε νὰ πῆ. Τοῦτο μόνο ἤταν γνωστό, πῶς ἔπαιζε κ’ ἐγελοῦσε μὲ τὰ αἰσθήματα τῶν ἀγαπητικῶν της, μάλιστα ὅταν τὰ αἰσθήματα αὐτὰ ἐξεχείλιζαν ἢ ἐξεσποῦσαν σὲ πατινάδες καὶ σὲ τραγούδια, ἡ Σμαραγδοῦλα ἐγίνετο κακιά, ἐθύμωνε μὲ τὰ σωστά της ἢ ἐμποροῦσε καὶ νὰ προσβάλῃ.

Δὲν τά θελε τὰ πράμματ’ αὐτὰ τὰ πρόστυχα· τέλειωσε. Ἕτζι ἤταν καμωμένη ἡ Σμαραγδοῦλα· δὲν ἔμοιαζε μὲ καμμιὰ ἀπὸ τὴς φιλενάδες της· ἐκεῖνα τὰ χωρατά, ἐκεῖνα τὰ κρυφομιλήματα, ἢ ν’ ἀνταμώνεται σὲ κανένα σπίτι μὲ κανένα κοπελλιάρη γιὰ νὰ τὰ ποῦνε, καθὼς ἔκαναν ἄλλες, ἡ περισσότερες, δὲν τὴς ἄρεσαν, δὲν τἄθελε· θαρρεῖς πῶς ἤταν γυναῖκα ἄλλου κύκλου καὶ δὲν ἐννοοῦσε νὰ τὴν πειράζουνε, νὰ τὴν ἐνοχλοῦνε μ’ ἐρωτοτροπίες πρόστυχες καὶ χωρὶς τὴν ἄδεια της. Μεγάλη ἰδέα ἔχουνε γιὰ τὸν ἑαυτό τους — ἤλεγε ἡ Σμαραγδοῦλα. — «Τοὺς φαίνεται πῶς φτάνει νὰ καταδεχτοῦνε νὰ σὲ κυτάξουνε, ἐσὺ ἐτρελλάθηκες ἀπ’ τὴ χαρά σου· ἂν ἔρθουνε δὰ καὶ μὲ τὰ βιολιά, τόχουνε γι’ ἁμαρτία νὰ μὴν ἀνοίξῃς τὴν πόρτα σου. Ἐγὼ δὲν τ’ ἀγαπῶ αὐτὰ καὶ ὅσα θένε, ἂς τρέχουνε· δὲ μὲ πιάνουνε.

Κᾶθε πρᾶμμα ὅμως στὸν κόσμο ἔχει τὰ ὅριά του, ἔχει ἕνα σημεῖο ποῦ σταματᾶ, γιὰ αὐτὸ ἔφθασε μιὰ μέρα ὁποῦ καὶ οἱ ἀγαπητικοὶ τῆς Σμαραγδούλας, ἐτραβήχτηκαν. Ἐβαρεθήκαν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐλπίζουν καὶ νὰ παίζουνται· εἶπαν μεταξύ τους — οὖχ ἀδερφέ, νὰ παρακαλοῦμε θέμε; ἃς πάῃ στὸ καλὸ τέτοια γυναῖκα, δίχως καρδιά! Καὶ ἡ Σμαραγδοῦλα ἀνάσανε, ἡσύχασε, ὄχι ὅμως ὅλως διόλου, γιατὶ δὲν ἄργησε νὰ φανερωθῇ πῶς δὲν εἶχαν τραβηχτῇ ὅλοι καὶ πῶς ἔμειναν δυὸ, οἱ καλλίτεροι, δηλαδὴ οἱ χειρότεροι, οἱ πιὸ πεισματάρηδες καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι, ἀπὸ κείνους ποῦ δὲν ὑποχωροῦνε γρήγορα, ποῦ δὲν ξεχνοῦν, ἀπὸ κείνους, ποῦ συνήθισαν νὰ νικοῦνε τὰ ἐμπόδια καὶ ἡ Σμαραγδοῦλα εἶδε μὲ θυμὸ καὶ μὲ πεῖσμα, πῶς ὁ πόλεμος δὲν ἐτελείωσε. Σὰν νὰ ἤταν ὅμως τώρα προσποιητὸς ὁ θυμός της καὶ σὰν νὰ τῆς ἄρεσε πῶς εἶχε νὰ κάμῃ μὲ χαραχτήρας ἀνδρικοὺς καὶ ἐφαινότανε σὰν περήφανη, γιατὶ ἡ νίκη της θὰ εἶχε περισσὴ ἀξία.

Ἤταν καπετανόπουλα οἱ δυὸ φίλοι τῆς Σμαραγδούλας καὶ ἐχθροὶ μεταξύ τους μεγάλοι, ὁ Γιώργης ὁ Μόρφος καὶ ὁ Ζώης ὁ Περήφανος. Ὁ Μόρφος μάλιστα ἐμισοῦσε τὸ Ζώη μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῆς ψυχῆς του, γιατὶ κάπου στὴν ξενητειὰ μιὰ φορὰ ἐφιλονείκησαν γιὰ τὴν κοπέλλα κ’ ἐπιάστηκαν καὶ ὁ δυνατώτερος Ζώης ἔδειρε τὸν Μόρφο. Τώρα ἀπόφευγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν στὰ χέρια καὶ ἡ κοπέλλα ἤταν ἐλεύθερη νὰ διαλέξῃ ἀπὸ τοὺς δυό. Καὶ ἡ πατινάδες καὶ τὰ τραγούδια δὲν εἶχαν τελειωμό. Ὁ Μόρφος ἤταν πιὸ φρόνιμος ἀπὸ τὸν Ζώη καὶ ὁ Ζώης πιὸ ὁρμητικὸς ἀπὸ τὸν Μόρφον καὶ πιὸ ἀνυπόμονος. Μαζῆ μὲ τὸν ἔρωτά του ἔδειχνε καὶ τὸ πεῖσμα του τὸ μεγάλο γιὰ τὴν ἀντίστασι τὴν ἀδικαιολόγητη τῆς Σμαραγδούλας. Ἡ φιλοτιμία του ἤταν πολὺ πληγωμένη γιατὶ δὲν ἤταν μόνο καλὸς γαμπρός, μὰ καὶ ὡραῖο παλληκάρι. Μὰ τοῦ κακοῦ ὅλα… πατηνάδες, περίπατοι, ματιές, παινέματα, θυμοί, ξενύχτια στὴν πόρτα ὀμπρός, τίποτα δὲν ὠφελοῦσαν· καὶ μόνο ὁ Ζώης ἐρεθιζότανε. Μιὰ πρωϊνὴ ὁ Ζώης ἐπαραφύλαξε τὴν κοπέλλα, σὰν εὕγαινε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ, σ’ ἕνα δρόμο κοντὰ στὸ σπίτι της. — Τὶ διάβολο, ἀπὸ πάγο εἶσαι; τῆς εἶπε. — Καὶ ὁ πιὸ δυνατὸς πάγος λυώνει, σὰν εὕρῃ ἀνάλογη ζέστη, ἀποκρίθη ἐκείνη. — Ποῦ θὰ πῇ, ἐμεῖς δὲν τὴν ἔχομε, εἶπεν ἐκεῖνος μὲ πεῖσμα καὶ ἐστράφη νὰ φύγῃ γρήγορα, χωρὶς νὰ περιμένῃ ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀπόκρισι τῆς Σμαραγδούλας, ἡ ὁποία σὰν νὰ εἶχεν ἀρχίσῃ νὰ λυγίζεται. Στὰ ἐρωτικὰ δὲν ἤταν τεχνίτης ὁ Ζώης καὶ ἄκουε περισσότερο τὸ πεῖσμα του, κι’ αὐτὸ τὸν ἔφαγε. Ἐτραβήχτηκε μὲ ὑπερβολικὸ πεῖσμα αὐτὴ τὴ φορά, μὲ ἀγανάκτησι, βέβαιος πῶς ἔχει νὰ κάμῃ μὲ μάρμαρο, καὶ γιὰ νὰ λάβῃ κάποια ἐκδίκησι, ἐσυλλογίσθη νὰ τὴν πειράξῃ· ἐσκέφθη νὰ τὴν περιφρονήσῃ καὶ ἐνῷ ἡ Σμαραγδοῦλα ἐγύρευε ἀφορμὴ τώρα νὰ δείξῃ πῶς ἄλλαξε καὶ νὰ φανερώσῃ τὴν κλίσι της στὸ Ζώη, αὐτός, ποῦ ἤταν ζηλωτὸς γαμπρὸς καὶ τὸν ἤθελαν πολλές, ἐστράφηκε σὲ μιὰν ἄλλῃ πολὺ ζωηρὴ καὶ φανερά, ὁλοφάνερα, κάθε μέρα, ἤταν μαζή της κ’ ἐπερνοῦσε συχνὰ μ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ σπήτι τῆς Σμαραγδούλας γιὰ νὰ τὴν κάνῃ νὰ σκυλιάζῃ. Καὶ τὸ ἐκατώρθωσε. Στὴν ἀρχὴ ἡ Σμαραγδοῦλα θέλησε νὰ κάμῃ τὴν περήφανη, τὴ δυνατή, μὰ ἔτυχε μιὰ περίστασι κ’ ἐπροδόθηκε πολὺ ἄσκημα. Ἕνα ἀπὸ ’κεῖνα τὰ κακά, τ’ ἀπύλωτα στόματα, ποῦ τίποτα δὲν τὰ κρατεῖ, ποῦ θέλουν νὰ μιλοῦνε καὶ ἃς γίνῃ ὅ,τι γίνῃ, εἶπε τῆς Σμαραγδούλας πῶς ὁ Ζώης εἶπε, τάχατες φανερά, πῶς δὲ θέλει νὰ τήνε ξέρῃ, πῶς τὴν περιφρονεῖ καὶ πῶς ἂν περνᾶ, περνᾶ μόνο γιὰ νὰ τὴν προσβάλῃ μὲ τὸν τρόπο του, γιατὶ αὐτὸ καὶ τῆς πρέπει. Ἐπίστεψε ἡ Σμαραγδοῦλα τὸ κακὸ στόμα τὸ ἀπύλωτο, τὸ φαρμακερό του σάλιο τῆς ἐδάγκασε τὴν καρδιὰ εἰς βαθμό, ὁποῦ αἰσθάνθηκε βαθειὰ τὸν πόνο καὶ μιὰ βραδιά, ὁποῦ ὁ Ζώης πέρασε πάλι ἀπὸ μπροστά της πεζογελῶντας, πρῶτα μὲ τὴν κοπέλλα του, καὶ εὐτὺς κατόπι μοναχός του, ἡ Σμαραγδοῦλα δὲ βαστάχτηκε καὶ τοῦ φώναξε μὲ θυμό, πῶς δὲν τὴν πειράζουνε τέτοια καμώματα, ποῦ τὰ κάνουνε μόνο γουρου… Στὴν ἄσκημη λέξι ἐσταμάτησε, τὴν ἄκουσαν ὅμως δυὸ γειτόνισσες, καὶ ὁ Ζώης, ὑπερβολικὰ συγχυσμένος, ἔφυγε τρεχᾶτος…

Ἡ Σμαραγδοῦλα, εὐτὺς ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ ἔκλεισε τὸ παράθυρο καὶ τὴν πόρτα της κ’ ἐπλάγιασε νὰ κοιμηθῇ. Ἐμετανόησ’ εὐτὺς γιὰ τὴ λέξι καὶ εἶδε κακὰ ὄνειρα τὴ νύχτα κείνη, τὴν αὐγὴ δέ, εὐτὺς ποῦ σηκώθηκε, ἄκουσε θόρυβο στὴν πόρτα της καὶ ὁμιλίες καὶ ξεφωνητά. Ἔτρεξε καὶ τί νὰ ἰδῇ; Ἀπὸ ἕνα χαλκᾶ τῆς ὀξώπορτας τοῦ κάτω σπιτιοῦ ἐκρεμότανε ἕνα γουρουνάκι σφαγμένο!

Δὲν μποροῦσε νὰ γείνῃ μεγαλείτερη προσβολὴ ἀπ’ αὐτὴν καὶ γιὰ νὰ τὴν κάμῃ ὁ Ζώης, θὰ πῇ πῶς εἶχε θυμώσῃ ὑπερβολικά. Μπροστὰ σὲ κόσμο τὸν ὠνόμασε χοῖρο! Καὶ ἂν γιὰ μιὰ στιγμὴ ὑποθέσωμε πῶς τὸ αἴσθημα τοῦ Ζώη γιὰ τὴν ἄλλη κοπέλλα, ἤταν προσποιητό, φτιασμένο ἔτζι γιὰ νὰ ἐρεθίζῃ τὴ Σμαραγδοῦλα, τώρα ὅμως ἡ καρδιά του εἶνε γεμάτη θυμό, θυμὸ δίκαιο, καὶ κανένα ἄλλο αἴσθημα δὲ χωρεῖ μέσα της. Καλλίτερα τὴν ξερριζώνῃ τὴν καρδιά του, παρὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ νὰ τοῦ μιλήσῃ πλιὸ γιὰ τὴν Σμαραγδοῦλα γιὰ τὴν πιὸ ἄσπλαχνη, τὴν πιὸ σκληρὴ γυναίκα ποῦ ἐγνώρισε στὴ ζωή του. Καὶ ποιός; ὁ Ζώης ὁ Περήφανος, τὸ ζηλευτό παλληκάρι, ποῦ θὰ τὸ εἶχε τιμὴ καὶ εὐτυχία της νὰ τὸν πάρῃ ἄλλη κοπέλλα… «Χοῖρος εἶμ’ ἐγώ; Νά, λοιπό, νὰ σοῦ κρεμάσω τὸ ζῶο στὴν πόρτα σου, νὰ μοῦ θυμᾶσαι! μιὰ γιὰ πάντα· εἶσ’ ἐσὺ κακή, νὰ γενῶ καὶ ἐγὼ πιὸ κακὸς ἀπὸ σένα…


Εἶνε λίγα χρόνια τώρα, μιὰ πρωϊνή, μὲ ὁδηγὸ τὸν παντοτεινό μου ἀγωγιάτη, τὸν Βασίλη τὸν Ἀρβανίτη, ἐπήγαινα ἀπὸ τὴ χώρα στὴν ἐξοχὴ, μιὰ μίση ὥρα μακρυά. Ὁ δρόμος δὲν εἶνε ἄσχημος, τὰ περίχωρα μόνα σοῦ φέρνουν μελαγχολία. Δεξιᾷ καὶ ζερβά, ὀμπρὸς καὶ ’πίσω καί ὅσο βλέπει τὸ ’μάτι ἐκτείνεται, θαρρεῖς ἀτελείωτη, μία βουνοσειρὰ ἀπόκρημνη, μὲ συχνές, ἀπότομες, πολύσχημες παραλλαγές, γυμνὴ δὲ καὶ σὰν γλυμένη ἀπὸ τῆς βροχές, μὲ σπάνια, ποῦ καὶ ποῦ ἀγριόχορτα, τὰ μόνα σημάδια τῆς ζωῆς, μέσα εἰς ἐκείνη τὴ νέκρα, στὴν ἀκινησία τὴν αἰωνία, μέσα στὸν ἀσάλευτο ἐκεῖνον κόσμο, τὸν ἄγριο, ὁποῦ θαρρεῖς πῶς κάτι θέλει νὰ σοῦ πῇ, μὰ ποῦ κρατεῖ τὰ λόγια του κρυμμένα, βιβλίο μυστικό, γραμμένο σὲ ἄγνωστη, ὄχι ἀνθρώπινη γλῶσσα.

Τὸ μουλάρι μου, ζῶο στιβαρό, συνειθισμένο στοὺς δρόμους αὐτούς, ἐπροχωροῦσε μὲ πάτημ’ ἀργὸ στὰ κακόβολα μέρη. Νέκρα καὶ σιωπὴ τριγύρω· μόνο, ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, κανένα γεράκι ἔσχιζε τὸν ἀγέρα κ’ ἐχυνότανε σὰν σαΐτα ἐπάνω σὲ κανένα μικροποῦλι ἀμέριμνο, θῦμα παντοτεινὸ τοῦ σαρκοβόρου, τοῦ ἀχόρταγου ὄρνειου.

Δὲν ἤταν ὁ δρόμος εὔθυμος· εὐτυχῶς γιὰ μένα, ὁ ἀγωγιάτης μου ἤταν ἀπ’ ἐκείνους ποῦ δὲν ἀφίνουν τὸν ἄλλο νὰ στενοχωρηθῇ. Ἀγαποῦσε νὰ λέγῃ, νὰ διηγᾶται καὶ μὲ τὴς ἱστορίες του σχεδὸν δὲν μοῦ ἀποφάνηκε ὁ δρόμος. Τὸν ἐζήλευα καὶ γιὰ τὸ ἐξωτερικό του. Πενηντάρης, στιβαρὸς ὅμως σὰ νέος, σὰν ἄνθρωπος τοῦ βουνοῦ, μὲ ἡλιοκαμμένο καὶ λιπόσαρκο πρόσωπο, μὰ μὲ κάτι δόντια ποῦ θά λεγες πῶς τοῦ τὰ φύτεψαν τὴ στιγμὴ ἐκείνη, τόσον ἤταν στερεά, ἄσπρα καὶ ὁλόϊσα. Εὔθυμος καὶ γελαστὸς πάντα, ἐμετάδινε τὴν εὐθυμία του καὶ σὲ μένα.

Ἀπήχαμε ἀπὸ τὸ Μοναστῆρι, τὸ σκοπὸ τοῦ ταξειδιοῦ μας, ὡς ἕνα τέταρτο, ὅταν ἑκατὸ βήματ’ ἀπὸ τὸ δρόμο, σ’ ἕνα χωράφι μέσα, εὐγῆκε στὴν ὀξόπορτα μικροῦ σπιτιοῦ, ποῦ ἐλαμποκοποῦσε ἀπὸ νωπὸ ἀσβεστόχρισμα μιὰ γυναῖκα ψηλή, λυγερή, μὲ ἄσπρο καθαρώτατο φόρεμα καὶ μὲ κάτασπρο, παχουλὸ πρόσωπο, ἀπ’ ὅσο μπορούσαμε νὰ διακρίνωμε. Μοῦ φάνηκε ἀνώτερη ἀπὸ χωρικὴ καὶ ρώτησα τὸν ἀγωγιάτη μου.

— Νὰ ἱστορία μιὰ φορά· ἡ καλλίτερη ἀπ’ οὕλες, εἶπεν ἐκεῖνος.

Μοῦ ἐκεντήθηκε ἡ περιέργεια καὶ τὸν ἐπαρακάλεσα νὰ μοῦ πῆ ὅσα ἤξερε.

— Δὲν ἔτυχε ν’ ἀκούσῃς γιὰ τὴ Δεκοχτοῦρ’, ἀφεντικό; Δεκοχτώ, μαθές, τὴν ἀγαπήσανε καὶ κανένα δὲν ἐπήρενε. Καὶ σιγὰ σιγά, μὲ δικά του λόγια καὶ μὲ δικές του παρατήρησες, μοῦ ἐδιηγήθηκε τὴ γνωστὴ ἱστορία τῆς Σμαραγδοῦλας. Καὶ ἀφοῦ ἐστάθηκε λίγο, εἶπεν ἀκόμα.

— Μεγάλη ταραχὴ καὶ ἀνησυχία ἤφερε στὸν τόπο ἡ ἱστορί’ αὐτή· τὸ φέρσιμο μαθὲς τοῦ Ζώη καὶ τὸ φέρσιμο τῆς Σμαραγδούλας· γιατὶ ὁ ἕνας ἐκατάκρινεν τὸν ἕνανε κι’ ἄλλος τὸν ἄλλονε. Ἀκολουθήσανε λόγια καὶ καυγάδες. Ὁ Μόρφος το πῆρ’ ἀπάνω του κ’ ἐφώναζενε πῶς θὰ κάμῃ καὶ θὰ δείξῃ, μὰ ἔλα ποῦ ἐδούλιανε ν’ ἀνταμωθῇ μὲ τὸ Ζώη! Ἐφώναζεν ἀπὸ μακρυά. Ὁ Ζώης σὲ λίγο καιρό, ἐξενιτεύθηκε, ἤφυε κι’ ὁ Μόρφος καὶ ἡ ἱστορία ἐξεχάστηκε.

Καὶ ὁ φιλόσοφος ἀγωγιάτης μου, σὲ λιγάκι ἐπρόσθεσε.

— Εὐτὰ τὰ πράματ’ ἀφεντικό, ἡ ἱστορίες, μαθές, εὐτές, ἤτανε συνειθισμένες τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Μού λεεν ὁ γέρος μου, πῶς ἐτότες ἡ κοπέλλες καὶ οἱ κοπελλιάρηδες ἀγαπούσανε στ’ ἀλήθεια, ἀγαπούσανε, μαθές, τὸν ἄθρεπο καὶ πόσα δὲν ἐκάνανε γιὰ τὴν ἀγάπη! Οἱ θαλασσινοὶ περσότερο, μὰ καὶ σὲ μᾶς κοι χωριανοὶ ἐγενόντανε πολλά. Τραγούδια τσοὶ δρόμοι, μαντουνάδες ἀπὸ κάτ’ ἀπ’ τὰ παραθύρια οὕλη νύχτα, καὶ ζήλιες καὶ πεισματικὰ καὶ καυγάδες καὶ κλεψιὲς καμμιὰ φορά, μόνα δὲν ἐθέλανε οἱ γονοί. — Μαθές, —μοῦ ἐξήγησε πιὸ καθαρὰ ὁ Βασίλης— σὰ δὲν ἤθελεν κανένας γονιὸς νὰ δώκῃ τὸ παιδί του, ἐκλεβόντανε οἱ δυὸ κ’ ἐπερνόντανε, γιατὶ ἐτότες ἐγαπούσανε τίμια καὶ δὲν ἐβλέπανε μόνι τὸν παρά, σὰν καὶ τώρα.

— Θὲς νὰ πῇς πῶς τώρα δὲν ἀγαποῦνε; ρώτησα ’γώ.

— Δὲ βαριέσαι! εἶπεν ὁ Βασίλης. Μὰ νά, μὴν πᾶς μακρυά· ἐμένα, τὴ μεγάλη μου κόρη — τὴν εἶδιες, ἀφεντικό, μαθές, ὄχι πῶς εἶνε θυατέρα μου, μά νε ὀμορφοῦλα — τὴν ἐγάπησενε ὁ Σωτήρης ὁ Σκουλάξινος, καλὸ νοικοκιουρόπαιδο, καὶ τά χαμε σκεδὸ τελειωμένα καὶ σὰν ἦρθεν ὁ κόμπος στὸ χτένι, πῶς ἐγὼ εἶπα νὰ κρατήξω τ’ ἀμπέλι τσὴ Φτελιᾶς γιὰ τὴ δεύτερή μου τὴν Ἀννέζα, ἐχόλιασενε κ’ ἐτραβήχτηνε· ἀκούς, ἀφεντικό, πράματα! Ἐθύμωσα κ’ ἐγώ, ἐχάλασενε, μαθές, ἡ καρδιά μου κ’ ἐχάλασενε καὶ ἡ δουλιά. Νὰ ἀγάπες! Μὰ καὶ τοῦ Νικόλα τοῦ Κολάκα δὲν τοῦ κάμαν τὰ ἴδια γιὰ τὴ θυατέρα του; Μόνι τὸν παρὰ ἀγαποῦνε τώρ’ ἀφεντικό, καὶ στὸ μεγάλο κόσμο καὶ στὸ μικρό· δὲ λογαριάζουνε, μαθέ, τὸν ἄθρεπο, παρὲ μόνι τὴ ζέπη του βλέπουνε· ἡ ἀγάπες τώρα εἶνε μόνι στὰ χείλια, καὶ τὰ τραούδια τοῦ ἔρωτα εἶνε μόνι στὰ χαρτιὰ γραμμένα, ὄχι στὴν καρδιὰ μέσα. Καὶ ἐτελείωσε τὰ γνωμικά του μ’ ἕνα — Ὄξ, ντέ! ποῦ ἐφώναξε τοῦ μουλαριοῦ, ἀφοῦ τοῦ ἐτίναξε ἀπὸ πίσω μιὰ μὲ τὴ δράφη του.

Ἐσιώπησεν ὁ Βασίλης, ἐγὼ ὅμως, ὁποῦ ἤθελα τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, τὸν ἀρώτησα.

— Καὶ ὕστερα τὶ ἀκολούθησε μὲ τὴν Σμαραγδοῦλα;

— Ἡ Δεκοχτοῦρα (γιατὶ αὐτὸ τ’ ὄνομα τῆς ἐδώκανε) ἐκλειδώθηκε καὶ δὲν ἤθελε νὰ διῇ κανεί. Καὶ ἄλλαξε πολὺ ἀπὸ τότες· μηδὲ γέλοια, μηδὲ χωρατά, μηδὲ τίποτα. Ἐγίνηκε ἄλλη γυναῖκα, ὡς καὶ δακρυσμένη ἤτυχε νὰ τὴ διοῦνε. Δὲν μποροῦσε νὰ ξεχάσῃ ὅ,τι ἐγίνηκε, καὶ ἄλλοι ἐλέανε πῶς ἤκλαιε γιὰ τὴν προσβολή, ἄλλοι πῶς ἐλυπότανε πῶς ἤχασεν τὸ Ζώη. Γιατὶ ὁ Ζώης ἔφυε ἀπὸ τὸ νησὶ εὐτὺς καὶ γιὰ πολὺν καιρό, δὲν ἤξερεν κανεὶς τὶ ἐγίνηκε. Ἐμάθανε, ὕστερ’ ἀπὸ καιρὸ πῶς ἐταξείδευενε μὲ Ἰγγλέζικα καὶ Ἀμερικάνικα καράβια. Ὕστερα πάλι ἀκούστηκε πῶς σὲ κάποια πολιτεία ἐσμίξανε, σὲ μιὰ ταβέρνα, ὁ Ζώης, ὁ Μόρφος κ’ ἕνας ἀξάδερφος τσῆ Δεκοχτούρας, πῶς ἐλοοφέρανε γιὰ τὴν προσβολὴ ποῦ ἤκαμεν ὁ Ζώης στὴ Δεκοχτοῦρα καὶ πῶς οἱ δυὸ μαζῆ, ὁ ξάδερφος καὶ ὁ Μόρφος, ἐμαχαιρώσανε τὸ Ζώη ἄσκημα. Ὁ Μόρφος δὲν εἴπενε ποτές του τίβοτα· τὸ βέβαιο εἶνε πῶς ὁ Ζώης δὲν ἐφάνηκε πλιό. Ὁ Μόρφος, σὰν ἠσυχάσανε τὰ πράματα, ἐζήτηξεν τὴ Δεκοχτοῦρα, μὰ ἐκείνη μηδὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ δὲν ἤθελενε. Μάλιστα σὲ λίο καιρὸ ἐτραβήχτηνε στὸ βουνὸ ἐδῶ, στὸ χτῆμα της καὶ ζῆ, χρόνια τώρα, κατάμονη. Μόνο στὴν ἐκκλησοῦλα ποῦ βλέπεις ἐδῶ κάτω, πηαίνει καὶ ἴσια μὲ τὴ θάλασσα γιὰ περίπατο. Ἡ θεία της ἀπόθανε, χρόνια τώρα, καὶ ζῇ μοναχή της. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐστείλανε κάμποσες προξενιές, μὰ δὲ θέλησε ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐβγάλανε Δεκοχτοῦρα. Παράξενη γυναῖκ’ ἀφεντικό, μὰ καὶ δύστυχη, ἐπρόσθεσεν ὁ χωριανὸς κ’ ἐσιώπησε.

Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, εὐγῆκε ἀπὸ τὸ σπιτάκι τῆς Δεκοχτούρας ἕνα παιδάκι ὡς δέκα χρονῶ, παστρικοντυμένο μ’ ἕνα σταμνάκι στὸν ὦμο κ’ ἕν’ ἀνεσερτῆρι στὸ χέρι. Ἀπέρασε ἀπὸ κοντά μας, καὶ τὸ ῥώτησε ὁ Βασίλης.

— Ποῦ πᾶς, μικρέ;

— Γιὰ νερὸ ἐδῶ κοντά!

— Κάθεσε μὲ τὴν Δεκοχτοῦρα;

— Ναί; εἶνε κερά μου.

— Εἶσαι πολὺ καιρὸ μαζῆ της;

— Ἕνα χρόνο. Κ’ ἔκαμε νὰ φύγῃ.

— Μὰ σὰ νὰ τὸ γνωρίζω, εἶπεν ὁ Βασίλης.

— Καὶ πῶς σὲ λένε, μικρέ, τὸ ῥώτησε.

— Ζώη! εἶπεν ὁ μικρὸς καὶ ἀπομακρύνθη.