Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1890
Ανωνύμου
Ἐδῶ κι’ ἐκεῖ


ΕΔΩ ΚΙ’ ΕΚΕΙ

* Ἡ γυνὴ μέμφεται τὴν φιλαρέσκειαν τῆς ἄλλης, διὰ τὸν λόγον ὅτι γίνεται αὕτη πρόσκομμα εἰς τὸ νὰ ἀρέσκῃ ἡ ἰδία.

* Ὁ λέγων ἓν ψεῦδος δὲν προβλέπει εἰς ποίαν βάσανον θὰ ὑποβληθῇ: ὅτι θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπινοήσῃ χίλια ἄλλα διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ πρῶτον.

* Ἡ συκοφαντία εἶνε ὡς τὸ κίβδηλον νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾷ μὲν πᾶς τις νὰ ἐκδώσῃ, ἀλλ’ ὅταν περιέλθῃ εἰς χεῖράς του τὸ θέτει εἰς κυκλοφορίαν ἀσυστόλως.

* Πολλοὶ κυβερνῶσι λαοὺς καὶ κράτη. Ἀλλὰ τίς ἐξ αὐτῶν γνωρίζει νὰ κυβερνᾷ ἑαυτόν;

* Ἡ μετριοφροσύνη ἀποβαίνει ἐνίοτε τὸ χείριστον τῶν ἐλαττωμάτων. Ἂν εἶνε κακὸν νὰ ὑπερτιμᾷ τις τὴν ἰδίαν ἀξίαν, εἶνε κάκιστον ἐπίσης νὰ ἀφίνῃ νὰ τὴν ὑποτιμῶσιν οἱ ἄλλοι.

* Ἕκαστος θεωρεῖ ἑαυτὸν δυστυχέστερον τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐὰν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔφερον εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον τὰς δυστυχίας των ἐπὶ σκοπῷ ν’ ἀνταλλάξωσιν αὑτάς, εἰμὶ βέβαιος ὅτι ἕκαστος θὰ ἀπήρχετο ἐκεῖθεν, ἀποκομίζων εὐχαρίστως τὴν ἰδίαν δυστυχίαν καὶ πάλιν.