Εκεί π' ανθίζουν οι δάφνες
Διήγημα



Πέθανε ο Λουκής και τον έθαψαν. Τον έβαλαν οι συγγενείς του μέσα στο μεγαλόπρεπο μαρμαρένιο μνήμα, που ο ίδιος το είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του και την οικογένεια του, τον εσκέπασαν στεφάνια και λουλούδια σπάνια, κι έφυγαν.

Σε λίγο ο Λουκής άρχισε να βαριέται. Όσο βαστούσαν οι ετοιμασίες της κηδείας και η ίδια η κηδεία, ο καιρός δεν του φαίνουνταν βαρετός, ας ήταν και ακίνητος, ντυμένος στην καλύτερη ρετιγκότα του, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ξαπλωμένος στο νεκροκρέβατό του. Απεναντίας μάλιστα, με κάποια περιέργεια παρακολουθούσε από μέσα από τα βουλιαγμένα κλειστά του μάτια το πήγαινε κι έλα της πιο ακατάδεχτης και παραλίδικης κοινωνίας, έβλεπε τη λύπη χυμένη στα πρόσωπα, άκουε τα ψιθυρίσματα που ανιστορούσαν και του ξαναθύμιζαν όλες του τις γενναιοδωρίες και τις φιλανθρωπίες. Και αν και πεθαμένος πια, το λιβάνισμα αυτό το ανθρώπινο τον διασκέδαζε, του άρεζε, τον εμεθούσε λιγάκι.

Τώρα όμως όλοι έφυγαν, όλα τελείωσαν. Χωμένος βαθιά κάτω από τη βαριά μαρμαρένια πέτρα, ολομόναχος στα σκοτεινά, άρχισε να βαριέται.

Έπειτα, το μαύρο αυτό υγρό χώμα της κρύας πολιτείας, όπου είχε ζήσει και πεθάνει, του φαίνουνταν τώρα πολύ άχαρο και σαν ξένο, όχι δικό του, και ας το είχε πληρώσει - και ακριβοπληρώσει μάλιστα.

Όσο ζούσε, οι δουλειές του, η βιοπάλη, οι φροντίδες, οι μικροχαρές και οι μικρολύπες είχαν τόσο γεμίσει τις μέρες του, που δεν πρόφθαινε να θυμηθεί τέτοια περιττά πράματα, σαν τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Μα τώρα που πέθανε και κείτουνταν μόνος, ασάλευτος και παγωμένος μέσα στο στενό του μνήμα, τόσος καιρός του έμενε περισσεμένος, που πρόφθαινε όλα τα χρόνια της ζωής του να τα αναπολήσει όσο μακριά πήγαινε η ενθύμηση του, ως τα πρώτα παιδικά του χρόνια.

Ήταν άραγε η μυρωδιά από το νωπό χώμα που του ξανάφερε, τόσο ζωηρά τώρα, τις θαμμένες από χρόνια στην καρδιά του ενθυμήσεις;

Θυμήθηκε έξαφνα δυνατά μια λιακάδα. Ήταν ξαπλωμένος σε κάποια ρεματιά, πλάγι σε μια ροδοδάφνη· τα γυμνά του πόδια βουτούσαν στο δροσερό νεράκι, που αργοκυλούσε κελαηδώντας ανάμεσα στα χαλίκια, και με τα μάτια σηκωμένα στο γαλάζιο ουρανό πάνω του, άκουε τα κουδουνάκια των κατσικιών του. Ήταν βρεμένο το χώμα από την πρόσφατη βροχή και μύριζε δυνατά θυμάρι, και τα φύλλα της ροδοδάφνης γυάλιζαν στον ήλιο φρεσκολουσμένα...

Ο Λουκής έξαφνα στενοχωρέθηκε.

Γιατί εδώ δε μύριζε θυμάρι; Και γιατί δεν είχε λίγη ροδοδάφνη ανάμεσα στα λουλούδια του τάφου του;

Και η βαριά μουχλίλα, που σηκώνουνταν από το χώμα γύρω, του φάνηκε ανυπόφορη, και η λαχτάρα να ξανανιώσει τη μυρωδιά του θυμαριού έγινε ανίκητη.

Σηκώθηκε, τίναξε από πάνω του το χώμα που μύριζε υγρασία, και βγήκε από το μνήμα του.

Ήταν νύχτα και κρύο, όλη η γη σκεπασμένη χιόνια, ο ουρανός μαύρος, βαρύς, άχαρος· και πάλι του φάνηκε ξένος αυτός ο ουρανός, και ας έζησε κάτω από τη μαυρίλα του χρόνια και άλλα χρόνια.

Τράβηξε ίσια μπροστά του, περνώντας από τα βουνά και αποφεύγοντας τις πολιτείες, όπου οι νεκροί δεν έχουν πια τη θέση τους. Όσο προχωρούσε, λιγόστευαν τα χιόνια, και κάπου-κάπου φυσούσε κανένα αεράκι, που του έφερνε σα θύμηση τη γνωστή μυρωδιά του θυμαριού· και τότε βιαστικά γυρνούσε από κει που ήρχουνταν το αεράκι και πήγαινε όλο και πιο γρήγορα.

Από κορφοβούνι σε κοιλάδα, από κάμπο σε ρεματιά, έφθασε σε μέρος όπου ο ουρανός ήταν βαθυγάλαζος και καθαρός, με αμέτρητα αστέρια, και όπου το χώμα μύριζε θρούμπι και θυμάρι.

Ακολούθησε το ρέμα κάποιου ποταμού, ανάμεσα σε λόφους ολοφύτευτους, όπου είδε πλήθος ροδοδάφνες, μα δε σταμάτησε να τις κόψει.

Πήγαινε τόσο βιαστικός, που δεν παρατήρησε πως δεν ήταν πια μόνος, πως και άλλες σκιές πήγαιναν σιωπηλά σιμά του, ώσπου βρέθηκε σε πλήθος μεγάλο, και όλοι μαζί, ακολουθώντας πάντα το ποτάμι, χώθηκαν κάτω από τη γη.

Έφθασαν σ' ένα μέρος όπου βράχοι απότομοι έκοβαν το δρόμο.

Ο Λουκής στάθηκε· μαζί και όλοι οι άλλοι.

Την ίδια ώρα, μία βάρκα φάνηκε ανάμεσα στους βράχους· μέσα ήταν ένας γέρος με μακριά άσπρα γένια και μαλλιά, και συλλογισμένο σοβαρό πρόσωπο.

Με το μοναχικό του κουπί σίμωσε στην όχθη και, απλώνοντας το χέρι, σιωπηλά βοήθησε το Λουκή και τους συντρόφους του να μπουν στη βάρκα. Και σα γέμισε η βάρκα, έκανε νόημα στους άλλους να περιμένουν και, σπρώχνοντας τη στη μέση του ποταμού, άφησε να συρθεί από το ρέμα που τους τραβούσε όλο και πιο βαθιά κάτω από τους θολωτούς βράχους.

Πολλήν ώρα πήγαιναν. Ο Λουκής κοίταζε τους συντρόφους του, μα δε γνώριζε κανένα. Όλοι ήταν σταχτιοί και ο καθένας βαστούσε από ένα κλαδί δάφνης στο χέρι.

Στο τέλος έφθασαν σε μια πεδιάδα κατάφυτη· ο γέρος έριξε τη βάρκα του στην αμμουδιά, και μια-μια βοήθησε τις σκιές να βγουν. Ύστερα έστρεψε πάλι την πλώρη κατά τους βράχους και χάθηκε ανάμεσα τους.

Ο Λουκής κοίταξε γύρω. Ήταν ωραία εκεί, φωτεινά, ήρεμα, κατάφυτα. Μα μια γωνιά του άρεσε ιδιαίτερα, κι εκεί γύρισε αυθόρμητα.

Ήταν ένα περιβόλι όλο δάφνες γεμάτο. Χάμω, χαλί μενεξελί απλώνουνταν το ανθισμένο θυμάρι, και το φως ήταν γαλάζιο και απαλό, πιο διάφανο παρά αλλού, τα χρώματα πιο αρμονικά, πιο γλυκά.

Του φάνηκε του Λουκή σα γνωστό το περιβόλι αυτό, και δυνατά ξαναθυμήθηκε πάλι τον καιρό που ήταν τσοπανάκος και χαίρουνταν τη λιακάδα κάτω από μια ροδοδάφνη, τα γυμνά του πόδια μέσα στο ρυάκι που σιγομουρμούριζε ανάμεσα στα χαλίκια.

Οι άλλες σκιές, ωστόσο, είχαν περάσει μέσα στο περιβόλι· τις έβλεπε όλες, που μ' ένα χτύπο έμπηγαν το κλαδί τους στο χώμα, και αυτό μεμιάς φούντουνε, απλώνουνταν, άνθιζε, και ολοένα πιο πυκνό γίνουνταν το δάσος, και ολοένα πιο γλυκά χύνουνταν στα γύρω η μυρωδιά των λουλουδιών τους.

Μια λαχτάρα τρομερή τον έπιασε να μπει και αυτός στο περιβόλι, να ξαπλωθεί στο θυμάρι, ανάμεσα στις δάφνες, να λούσει τα κουρασμένα πόδια του μέσα στο ρυάκι που γυαλοκοπούσε πέρα ασημένιο.

Έκανε να μπει μέσα, κι εκεί μπροστά του είδε διαφόρους άντρες που του φάνηκαν γνωστοί. Ο ένας, γέρος αρματωλός, φορούσε μια μεγάλη περικεφαλαία με ουρά αλόγου που της κρέμουνταν πίσω· άλλος, νέος, με μαλλιά μακριά και σγουρά σα δόξα χρυσή, είχε στο όμορφο ευγενικό του πρόσωπο, στο λαιμό και στα χέρια σημάδια παράξενα, σα βαθιά παλιά καψίματα, και η καμένη του φουστανέλα κρέμουνταν γύρω του σα στάχτη φεγγερή· άλλος νέος, παρακάτω, με το μέτωπο τρυπημένο κάτω από το φέσι του, τα μάτια συλλογισμένα, τον κοίταζε με απορία και κουβέντιαζε με κάποιο μεσόκοπο, λιγνό, χλωμό αρματωλό, σα φαγωμένο από την αρρώστια, και που στο στήθος φορούσε παράσημο ατίμητο, μια πληγή αιματωμένη.

Ο Λουκής τους είδε και τους ανεγνώρισε όλους.

- Παλικάρια δοξασμένα, είπε, αφήστε με να μπω κι εγώ στο περιβόλι σας, μαζί σας...

Ο γέρος με την περικεφαλαία γύρισε και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.

- Πού είναι η δάφνη σου; ρώτησε.

- Δεν πρόφθασα να κόψω από το δρόμο· έτρεχα βιαστικός.

-Τις δάφνες που φέρνουν εδώ, τις κόβουν στη ζωή τα παιδιά μας, όχι αφού πεθάνουν, είπε ο νέος με τα βαθιά καψίματα.

- Αν το ήξερα θα τις έκοβα κι εγώ, ξανθόμαλλο παλικάρι μου, μη μου αγριεύεις έτσι. Μα δε μου το είπε κανένας ποτέ.

- Δε σ' το 'παν; Δεν το ξέρεις; Είσαι λοιπόν ξένος! Τράβα παρακάτω· εδώ μόνο πατριώτες μπαίνουν.

-Κι εγώ πατριώτης σας είμαι, παλικάρια μου, την ίδια γλώσσα μιλούμε!

Ένας γέρος θαλασσινός που μύριζε μπαρούτι, τ' άκουσε και γύρισε απάνω του τ' αγαθά παιδιάτικα μάτια του.

- Οι ομιλίες και τα λόγια, παιδί μου, δεν έχουν πέραση εδώ, είπε· η γλώσσα δε σημαίνει. Είσαι, λες, πατριώτης;Τι απόδειξη μας φέρνεις;

- Από τσομπάνης, Ψαριανέ μου, έγινα Κροίσος.

-Τα πλούτη σου δε στοιχίζουν τίποτα εδώ.

- Έχτισα νοσοκομείο τρανό για τους φτωχούς, και σχολείο για τα τυφλά...

-Τα έχτισες στην ξενιτιά, είπε ο νέος με το τρυπημένο μέτωπο, και μάζεψες δόξες και τιμές ξένες. Την πατρίδα σου όμως, φτωχιά και ρημαγμένη, την απαρνήθηκες στη δυστυχία, και μακάρισες το γιό σου που γεννήθηκε στα ξένα χώματα! Και δεν παθαίνουσουν για κείνην, και λέγουσουν ξένος, και ντρέπουσουν για τη γενιά σου.

-Μη μου καμώνεις, Σουλιώτη μου αντρειωμένε! Μα το Μεσολόγγι σου ξεχάστηκε μπρος στην ντροπή της Λάρισας! Δεν ξέρεις εσύ τι περιφρόνηση μας κάνανε τότε οι ξένοι! Δες όμως τώρα το γιό μου! Στην Κρέσνα τρέχει να προφτάσει το στρατό.

- Στην Κρέσνα; Τώρα; Τι πάει πια να κάνει; ρώτησε ένας παπάς.

Το ράσο του το μαύρο είχε στολίδια αμέτρητα από αίματα στα στήθια· και γύρω στο λαιμό του ένα κόκκινο βαθύ χαράκι μαρτυρούσε το πέρασμα του εχθρικού σπαθιού.

- Πάει να δουλέψει την πατρίδα, να της δείξει την αγάπη του, παλικαρά παπά μου!

-Την αγάπησε ευτυχισμένη, αφού τη δόξασαν άλλοι, είπε ο γέρος με την περικεφαλαία, αφού άλλοι σήκωσαν τις δάφνες της που είχαν πέσει μες στη λάσπη. Τέτοιες αγάπες δεν τις θέλει η πατρίδα. Τράβα παρακάτω, δε μ' αρέσεις! Το φράγκικο σου ρούχο μυρίζει ξενιτιά.

-Μη με αποδιώχνεις, γερο-καπετάνιο, δούλεψα τίμια και γερά.

- Έχει άλλα περιβόλια για ψυχές μικροδουλεύτρες.

- Θα δώσει ο γιός μου σχολεία και νοσοκομεία όσα θέτε στην πατρίδα!

-Τότε σε είχε ανάγκη η πατρίδα, σαν ήταν ντροπιασμένη και δυστυχισμένη, και σαν ήταν έρημο από δάφνες, ξερό και άχαρο το περιβόλι μας. Τώρα τι να τα κάνει τα δώρα σου; Δες δάφνες που μας φέρνουν τα παιδιά μας! Δες! Δάσος ολόκληρο μας έρχεται!

Ο Λουκής έστρεψε τα δακρυσμένα μάτια του κατά τον ποταμό, και είδε τη βάρκα που έφθανε στην αμμουδιά και άδειαζε το καινούριο της φορτίο.

-Μα όλοι δεν είναι πολεμιστές, είπε. Βλέπω ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά. Γιατί βαστούν αυτοί δάφνες;

- Είναι χήρες και μητέρες και ορφανά. Αυτές έδωσαν πολεμιστές στην πατρίδα.

- Μα εδώ, ανάμεσα σας, βλέπω κι ένα γέρο που δε βαστά άρματα, ούτε τον στολίζει καμιά πληγή, ούτε είδα πουθενά το πρόσωπο του ή την εικόνα του.

- Αυτός, είπε ο ιερωμένος, είναι άγνωστος στη γη, γι' αυτό δεν τον γνωρίζεις. Αυτός πέθανε στον άλλο μας τον άδοξο τον πόλεμο· έσπασε η καρδιά του σα γύρισε νικημένος ο στρατός.

-Μα φέρνουν κι έναν παπά, καθισμένο στο θρόνο του και ντυμένο στα χρυσάφια. Βέβαια αυτός ο γέρος δεν έδρεψε δάφνες!

- Όχι· μα αυτός ετοίμασε τις δάφνες που βλέπεις και βαστούν τα παιδιά μας που φτάνουν. Προσκύνησε τον, ξένε, είναι ο Πατριάρχης.

Συγκινημένος έσκυψε ο Λουκής στο πέρασμα του εθνάρχη και, χωρίς να ξέρει ο ίδιος γιατί, έκανε το σταυρό του.

Σιωπηλά πέρασαν οι σκιές μπροστά του, και μια-μια τις κοίταζε που έμπαιναν στο περιβόλι κι έμπηγαν στο χώμα το κλαδί τους που ευθύς άνθιζε και θεριεύε.

Ανάμεσα τους είδε κι ένα-δυο σκιές που ούτε άρματα βαστούσαν ούτε γυναίκες ήταν, ούτε γέροι, και ούτε με αίματα ήταν στολισμένοι.

- Αμ' αυτοί; ρώτησε, και μια τελευταία ελπίδα φτερούγισε στην καρδιά του, αυτοί τι έκαναν και μπαίνουν στο περιβόλι σας;

-Αυτοί, είπε ο γερο-καπετάνιος, αυτοί έδωσαν ό,τι είχαν, το βιό τους, την υγεία τους και τη ζωή τους. Σαν το γέρο που είδες, έσβησαν άγνωστοι στη γη. Μα εδώ είναι τιμημένοι.

- Πάρε με στο περιβόλι σας, αχ πάρε με και μένα! φώναξε ο Λουκής με καημό· πάρε με και ό,τι θέλεις θα το κάνω!

Μα ήσυχα και λυπημένα αργοκούνησε το κεφάλι ο γέρο-καπετάνιος, και ήσυχα και λυπημένα αργοκούνησαν το κεφάλι και οι άλλοι.

Και με αργά, βαριά, κουρασμένα βήματα, γύρισε ο Λουκής πάλι στη βάρκα, όπου ο γερο-βαρκάρης ετοιμάζουνταν να ξαναφύγει.

-Πάρε με λοιπόν πίσω, είπε αποθαρρυμένος. Δε με θέλουνε δώ οι στρατιώτες.

Μα ήσυχα και λυπημένα αργοκούνησε και ο γέρος το κεφάλι.

-Τι... και συ δε με παίρνεις; ρώτησε ο Λουκής με απελπισία.

-Μιας και περάσεις το ποτάμι κι έλθεις εδώ, γυρισμό πια δεν έχει.

-Πώς; Ούτε στο μνήμα μου, πέρα, στην κρύα πολιτεία δεν μπορώ να γυρίσω;

-Ούτε στο μνήμα σου, ούτε αλλού. Όποιος έλθει εδώ μια φορά πίσω πια δε γυρνά.

Κι έστρεψε ο βαρκάρης την πλώρη κατά τους βράχους, και χώθηκε κείνος και η βάρκα του στο σκοτάδι και χάθηκε από μπροστά του.

Όλες οι σκιές είχαν μπει ωστόσο στο περιβόλι και είχαν χαθεί ανάμεσα στις δάφνες που φούντωναν και πύκνωναν και ανθοβολούσαν.

Και μόνος στη σταχτερή αμμουδιά, με τα χέρια ενωμένα και την καρδιά παγωμένη, έστεκε ο Λουκής, έρημο ξεριζωμένο από το χώμα του δέντρο, που δεν μπόρεσε να ριζώσει αλλού.