Εις παιδίον
Συγγραφέας:


Πόσον ωραίον, φίλοι μου, θα ήτο αν ο βίος
Μετά της ήβης έληγεν, ενώ απλούται έτι
Του έαρος ο ουρανός διαφανής και λείος,
Κ' η πλάνη τον μανδύαν της τον μάγον επιθέτει.

Είναι ωραία η Εδέμ πριν έτι παρεισδύσει
Ο όφις της επαύριον της νέας ηλικίας
Και δηλητήριον πικρόν τον άνθρωπον ποτίση·
Ροφά την δρόσον της αυγής το πυρ της μεσημβρίας.

Αρκεί είς φίλος και αρκεί έν βλέμμα ερωμένης.
Σιγά της δόξης η φωνή, με το παρόν κοσμείται·
Μετά μικρόν την άπειρον σκηνήν της οικουμένης
Μετρεί το βλέμμα του ανδρός και πάλιν δεν αρκείται.

Ναι! τότε έπρεπε γλυκύς ο θάνατος εισδύων,
Ενώ κυλίεται ο νους εις έκτασιν αγίαν,
Να σβύση το μειδίαμα συγχρόνως με τον βίον,
Να παραδώση την ψυχήν εις την αθανασίαν.

Είναι μακρός, πολύ μακρός ο βίος, και ο χρόνος
Μαραίνει την ψυχήν αυτήν μαραίνων την καρδίαν·
Αν δίδη κάποτε τροφήν οδυνηράν ο πόνος,
Τίς πάλιν κατεμέτρησε ψυχράν απελπισίαν;

Τί ωφελεί αν διαρκή το έαρ μαραμμένον,
Και αν το άσμα αντηχή μεστόν μελαγχολίας,
Και αν το ρόδον σώζηται ωχρόν και τεθλασμένον,
Και αν ο βίος διαρκή χωρίς της ευτυχίας;

Τί ωφελεί εάν εντός υψίστων πυραμίδων
Βαλσαμωμέναι μούμιαι τον θάνατον νικώσι;
Τί ωφελεί, καλύπτοντες την κόνιν των ελπίδων,
Οι άνθρωποι ως μούμιαι του έαρος να ζώσι;

Όλα οικτρά· ο μαρασμός το άνθος αναμένει,
Και την γαλήνην απειλεί μακράν η τρικυμία.
Και προς το έαρ ο χειμών ακατασχέτως βαίνει.
Προς το παιδίον η ρυτίς και η απελπισία.